2/7/23

Διατίμηση και μαύρη αγορά

Φωτεινή Παλπάνα, View of Us, 2023, σχέδιο γαζωμένο σε ύφασμα, λεπτομέρεια


ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Του Πέτρου Φύτρου

Κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Εκτός Γραμμής» το βιβλίο του Πέτρου Φύτρου, Ελληνική Πολιτεία 1941-42. Το κράτος υπό ξένη κατοχή.

Το βιβλίο, με το οποίο εγκαινιάζεται η σειρά «Ιστορία» των εκδόσεων, παρέχει μια συστηματική μελέτη της πρώτης κατοχικής, δωσιλογικής, κυβέρνησης από τον Απρίλιο του 1941 ως τον Δεκέμβριο του 1942. Μέσα από την προσέγγιση των νομοθετικών παρεμβάσεων της κυβέρνησης Τσολάκογλου, ο συγγραφέας, φωτίζει την οργάνωση του κατοχικού κράτους και των μηχανισμών του και ανασυγκροτεί τον ρόλο του στην επισιτιστική κρίση και στη διαμόρφωση της μαύρης αγοράς. Τον εκτενή πρόλογο του βιβλίου υπογράφει ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Προκόπης Παπαστράτης.
Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το 5ο κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο «Δίκτυα διανομής», το οποία πραγματεύεται τη διατίμηση.

Βασικό οικονομικό εργαλείο της περιόδου, το οποίο ήταν απαραίτητο για το δελτίο αλλά χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα και για τα είδη εκτός δελτίου, ήταν η επιβολή από το κράτος ανώτερων τιμών πώλησης των προϊόντων, ή διατίμησης όπως αποκαλείται συνήθως. Το μέτρο της διατίμησης, βέβαια, δεν ήταν ανακάλυψη των κατοχικών κυβερνήσεων. Προερχόταν από το οπλοστάσιο της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης της προηγούμενης δεκαετίας, στην οποία ήταν κεντρικές οι αντιλήψεις κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, και είχε χρησιμοποιηθεί ευρέως και από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Η επιβολή διατιμήσεων ήταν από τα βασικά αντικείμενα του Αγορανομικού Κώδικα της 4ης Αυγούστου, ο οποίος έμεινε σε ισχύ στην Κατοχή και αποτελούσε τη βάση των αγορανομικών διατάξεων της περιόδου. Με βάση τον κώδικα αυτόν συγκροτούνταν «Αγορανομικαί Επιτροπαί Διατιμήσεων και Ανωτάτου θεμιτού ορίου κέρδους», οι οποίες όριζαν τις τιμές διατίμησης ή τα ανώτατα όρια κέρδους για τα προϊόντα που κρίνονταν απαραίτητα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Η διατίμηση θεωρούνταν μέτρο προστασίας των κατώτερων κοινωνικών τάξεων και γι’ αυτόν τον λόγο στις επιτροπές διατίμησης συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, και εκπρόσωποι των εργατικών κέντρων.[1] Η επιβολή διατίμησης θεωρούνταν μάλλον αυτονόητη οικονομική πρακτική εκείνη την περίοδο κάθε φορά που υπήρχε φόβος να χαθεί ο έλεγχος των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης. Για παράδειγμα, διατιμήσεις επιβλήθηκαν λίγο πριν την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου για να προστατευτεί το κοινό από τις διακυμάνσεις των τιμών «ένεκα της επιδεινώσεως της διεθνούς καταστάσεως». Η διατίμηση συνοδευόταν από την έκδοση δελτίου τιμών ανά εβδομάδα ή δεκαήμερο, έναν κατάλογο δηλαδή με τις τιμές διατίμησης κάποιων βασικών προϊόντων, οι οποίες αναπροσαρμόζονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα.[2]
Δεν ήταν λοιπόν παράδοξο που λίγες μέρες μετά την έναρξη της κατοχής επιβλήθηκαν σταθερές τιμές πώλησης σε όλα τα είδη διατροφής (εκτός από κάποια τρόφιμα πολυτελείας), αλλά και σε δεκάδες άλλα είδη που θεωρήθηκαν αναγκαία για τις βιοτικές ανάγκες ή τη βιομηχανία, από τις πετσέτες και τις κουβέρτες μέχρι την άσφαλτο και τον υδράργυρο. Τα είδη που εξαιρέθηκαν ήταν αυτά για τα οποία έβγαινε ήδη δελτίο τιμών και τα οπωρολαχανικά για τα οποία επρόκειτο να βγει δελτίο τιμών, ενώ υπήρχε και μια γενική πρόβλεψη που έδινε τη δυνατότητα εξαιρέσεων για όποια είδη αποφάσιζε η κυβέρνηση. Οι τιμές τους θα ήταν αυτές που ίσχυαν στις 10 Απριλίου 1941.[3] Το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γιώργου Παππά, ήταν να εξαφανιστούν από την αγορά τα τρόφιμα και τα άλλα είδη που διατιμήθηκαν.[4]
Εντούτοις, για να λειτουργήσει η διατίμηση σε ένα σύστημα όπου τα σημεία διανομής, δηλαδή τα καταστήματα, παρέμεναν ιδιωτικά, έπρεπε να μπορεί να εξασφαλίσει στους εμπόρους κέρδος και, μάλιστα, αυτό το κέρδος να είναι κοντά στο μέσο κέρδος το οποίο θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αν πουλούσαν τα εμπορεύματά τους εκτός διατίμησης. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει επάρκεια προϊόντων, κάτι που, όπως είδαμε, έπαψε να συμβαίνει από πολύ νωρίς. Γι’ αυτό και από τις πρώτες μέρες της κατοχής η έλλειψη προϊόντων έκανε την εφαρμογή της διατίμησης αδύνατη ή έσπρωχνε τα προϊόντα προς τη μαύρη αγορά.
Παρά τον προνοιακό χαρακτήρα του μέτρου της διατίμησης, αυτός αμφισβητήθηκε πολύ γρήγορα στον δημόσιο προβληματισμό, όπως αποτυπώνεται στις εφημερίδες της εποχής. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφει ένας εκπρόσωπος των μικρομεσαίων εμπόρων, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Κορίνθου. Κατά τη γνώμη του, η διατίμηση όριζε πάρα πολύ χαμηλές τιμές, κάνοντας ασύμφορη την πώληση των προϊόντων για τους επαγγελματίες, γι’ αυτό και υπήρχαν ελλείψεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, πρόσβαση στα προϊόντα είχαν μόνο όσοι μπορούσαν να τα πληρώσουν ακριβά. Αν όμως δεν υπήρχε η διατίμηση, συνεχίζει ο αρθρογράφος, ο συναγωνισμός ίσως να έριχνε τις τιμές και η αγορά θα «αυτορυθμιζόταν». Φέρνει μάλιστα και το παράδειγμα της πατάτας, η οποία, από τη στιγμή που η διατίμηση όρισε χαμηλές τιμές πώλησης, δεν επρόκειτο να ξανάρθει στη «λευκή αγορά».[5]
Φυσικά, οι παραπάνω σκέψεις βασίζονταν στο γεγονός ότι οι τιμές διατίμησης ήταν, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, εικονικές και ξεπερασμένες από τα πράγματα. Στις 26 Ιουλίου 1941, ο Χρηστίδης σημείωνε ότι βρήκε μελιτζάνες προς 70 δραχμές την οκά.[6] Έναν μήνα αργότερα, σύμφωνα με το δελτίο τιμών που δημοσιεύτηκε την 24η Αυγούστου, η τιμή για το ίδιο προϊόν δεν έπρεπε να ξεπερνά τις 40 δραχμές.[7] Παρόμοια είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν και από τη σύγκριση των τιμών που αναφέρονται στις καταδίκες μαυραγοριτών από τα αγορανομικά δικαστήρια. Για παράδειγμα, στα μέσα Σεπτεμβρίου μαυραγορίτης πουλούσε τα φασολάκια προς 95 δραχμές την οκά, όταν, με βάση το δελτίο τιμών του τέλους του μήνα, η τιμή τους δεν έπρεπε να ξεπερνά τις 55 δραχμές.[8] Συχνά μάλιστα, οι τιμές των προϊόντων ήταν ανώτερες και από αυτές που μαθαίνουμε από τις υποθέσεις που έφτασαν στα δικαστήρια.[9] Άλλωστε, σταδιακά και η ίδια η κυβέρνηση αποδεχόταν ότι οι διατιμήσεις ήταν κενό γράμμα. Και ενώ στο δελτίο τιμών λαχανικών προηγουμένως περιλαμβάνονταν πάνω από πενήντα προϊόντα, στα τέλη Σεπτεμβρίου ήταν περίπου δέκα.[10]

[1] Αναγκαστικός Νόμος 382 «Περί Αγορανομικού Κώδικος», ΦΕΚ 552/Α/23-12-1936.
[2] Αγορανομική Διάταξη 113 «Περί του τρόπου διαθέσεως ειδών διατροφής, τιμών πωλήσεως τούτων και συντάξεως δεκαημέρου δελτίου τιμών», ΦΕΚ 207/Β/28-8-1939.
[3] Αγορανομική Διάταξη 125 «Περί καθορισμού σταθερών τιμών πωλήσεως ειδών βιοτικών αναγκών και υποχρεώσεων επιβαλλομένων εις βιομηχάνους και εμπόρους εν γένει των ειδών τούτων», ΦΕΚ 83/Β/20-5-1941.
[4] Γ. Παππάς, Ημερολόγιον Πολέμου - Κατοχής - Απελευθερώσεως, επιμ. Π.Γ. Παππάς, Πατάκης, Αθήνα 2018, εγγραφή 26ης Μαΐου 1941, σ. 117.
[5] Ακρόπολις, 28/5/1941.
[6] Χρ. Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχής 1941-1944. Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα 1971, εγγραφή 26ης Ιουλίου 1941, σ. 107.
[7] Ακρόπολις, 24/8/1941.
[8] Ακρόπολις, 16/9/1941 και 28/9/1941.
[9] Γ. Παππάς, ό.π., εγγραφή 9ης Σεπτεμβρίου 1941, σ. 142.
[10] Ακρόπολις, 3/8/1941 και 28/9/1941.

Δεν υπάρχουν σχόλια: