29/7/18

Ο Συννεφιάς


ΔΙΗΓΗΜΑ

Έργα των Ηλία Σιψά, Βαγγέλη Χατζή, Απόλλωνα Γλύκα και Μαίρης Αντωνοπούλου 




ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Δεν ήρθε ο Συννεφιάς;»
Η φωνή του Φιλιππή πρόδιδε αγωνία και απογοήτευση. Ο Συννεφιάς ήταν η μεγάλη μεταγραφή της ομάδας μας το καλοκαίρι εκείνο. Ψηλό, αδύνατο μα γεροδεμένο παιδί, σβέλτο όσο κανείς μας, με φοβερό άλμα και άπιαστο σουτ, ήταν ο ιδανικός σέντερ φορ που χρειαζόμασταν για να σαρώσει τις αντίπαλες άμυνες στο θερινό πρωτάθλημα με τις άλλες γειτονιές. Είχε έρθει στο νησί από τη Θεσσαλονίκη, χάρη στη μετάθεση του πατέρα του και μόλις βγήκε στις αλάνες έγινε το μήλο της έριδος. Η ομάδα μας, ο «ΒΑΟ Αετός» τον κέρδισε γιατί τον ξάφνιασε ευχάριστα με το όνομα που του θύμιζε ένα σωματείο της πόλης του, τον Βυζαντινό Αθλητικό Όμιλο, στο γυμναστήριο του οποίου σύχναζε. Το όνομα –γέννημα λανθάνοντος μεγαλοϊδεατισμού, θρεμμένου από τα πρώτα διαβάσματα, αλλά και της ανάγκης να ξεπεραστεί με μια τρίτη λύση η διαμάχη των πιστών των δύο αιώνιων αντιπάλων που ήθελαν η ονομασία να θυμίζει την ομάδα τους– ακουγόταν εξεζητημένο στις παρέες του νησιού κι έτσι σύντομα περιοριστήκαμε στο «Αετός». Ένας κακότεχνος δικέφαλος αετός, με μαρκαδόρο φτιαγμένος πριν από κάθε ματς, κοσμούσε τις λευκές μας φανέλες προκαλώντας το γέλιο, την απορία αλλά και τον θυμό των μανάδων μας που έπρεπε μετά να τον τρίβουν με το σαπούνι για να βγει στο πλύσιμο.
Μα, να, που είχε φτάσει η ώρα ν’ αρχίσει ο πρώτος αγώνας για το πρωτάθλημα του καλοκαιριού κι ο Συννεφιάς δεν είχε φανεί. Μπορεί ο «Κεραυνός» να μη μας φόβιζε και τόσο –ο μεγάλος μας αντίπαλος για τον τίτλο ήτανε η «Αστραπή»– ωστόσο, η πρώτη εμφάνιση ήταν αποφασιστικής σημασίας για το «κλίμα» που θα έφτιαχνε. Ο αρχηγός του «Κεραυνού», ο Βαγγέλης ο Φλάτσος (παρανόμι δοσμένο από την περιγραφή ενός φάλτσου σουτ που πάντα αναγραμμάτιζε κατά την διήγηση) είχε πιάσει κιόλας να μας περιπαίζει («πού είναι ο καινούργιος σας;») και να ενθαρρύνει τους παίκτες της ομάδας του που είχε στις τάξεις της δυο αστέρια, ξαδέλφια του, τον Γιώργο και τον Βαγγέλη Ράγιο – σταδιοδρόμησαν αργότερα στην Α΄ Εθνική μα τότε ήταν ακόμη, ευτυχώς για μας, παιδιά.

Ήταν έτοιμος να σφυρίξει την έναρξη ο εκτελών χρέη διαιτητού Στάγκος, όταν στη στροφή του δρόμου που οδηγούσε στο γηπεδάκι της Βουνάρας, φάνηκε επιτέλους, ο Συννεφιάς με το ποδήλατό του. Φορώντας τη λευκή μας εμφάνιση με τον δικέφαλο αετό στο στήθος, πλησίασε με αέρα και με υπεροπτικό ύφος έριξε συγκαταβατικά το βλέμμα προς τους αντιπάλους που τον κοίταζαν με έκδηλη αντιπάθεια. Εύκολη, θυμάμαι, ήταν η νίκη μας εκείνη τη μέρα, με τέρματα 4-1, τόσο εύκολη που σκόραρα ακόμη κι εγώ και μάλιστα με καρφωτή κεφαλιά (τα άλλα τρία γκολ τα έβαλε φυσικά ο Συννεφιάς), όταν πετάχτηκα την ώρα που ο τερματοφύλακας του «Κεραυνού», θέλοντας να πετάξει την μπάλα με το χέρι σε ένα συμπαίκτη του, μου έδωσε ιδανική ψηλοκρεμαστή πάσα.
Δεν θέλω να κάνω τον αναγνώστη να αδημονεί για την εξέλιξη εκείνου του θερινού πρωταθλήματος, για τούτο και σπεύδω να πω αμέσως πως στο κρίσιμο παιχνίδι με την «Αστραπή», ενώ προηγούμασταν με 7-4, ο Συννεφιάς έπεσε ξαφνικά στο χώμα. Το κορμί του άρχισε να σπαράζει ενώ από το στόμα του ακούγονταν άναρθροι ψίθυροι. Όταν συνήλθε, μετά από τρία- τέσσερα ατέλειωτα λεπτά, σηκώθηκε με βλέμμα κόκκινο και χαμηλωμένο και χωρίς να πει κουβέντα, ανέβηκε στο ποδήλατό του για να φύγει. Είχαμε παγώσει όλοι, τόσο που κανείς δεν του είπε μια λέξη. Συνεχίσαμε το παιχνίδι με βαριά καρδιά κι ακόμη βαρύτερα πόδια και χάσαμε με 10-7.
Όταν το βράδυ είπα στο σπίτι τι είχε συμβεί, έμαθα για την αρρώστια του παιδιού και για την αγωνία των γονιών του που τον κυνηγούσαν για να μην τρέχει σε παιχνίδια που θα μπορούσαν να ήταν μοιραία. Με τον Συννεφιά γίναμε φίλοι και τον χειμώνα που είχαμε μαθήματα και δεν είχαμε… πρωτάθλημα, ήμασταν χαρούμενοι που δεν έπρεπε να το σκάει για να συμμετέχει σε όσα τα παιδιά δοκιμάζανε τα καλοκαίρια. Πηγαίναμε μαζί στο μπακάλικο του Στέργου κάθε Σάββατο για ν’ αγοράσω τα «Παναθηναϊκά Νέα» που κυριολεκτικά τα ξεκοκάλιζα αντιγράφοντας σε ένα τετράδιο τα ονόματα των αθλητών της ομάδας σε όλα τα αθλήματα, από τον στίβο και την ποδηλασία ως το πινγκ πονγκ και την ξιφασκία. Γελούσε ο Συννεφιάς που ήταν ΠΑΟΚτσής μια και η ομάδα του, ο ΒΑΟ, δεν είχε αξιόλογο ποδοσφαιρικό τμήμα. Μια κοινή δοκιμασία σύντομα μας έδεσε ακόμη πιο πολύ.
Τα έφερε η τύχη κι εκείνη τη χρονιά η ομάδα του νησιού είχε ανεβεί στην Α΄ Εθνική. Το παιχνίδι που θα φιλοξενούσε τον Παναθηναϊκό δεν το έχανα φυσικά με τίποτα. Με την καλοσύνη του ο Συννεφιάς είπε να έρθει μαζί μου. Θυμάμαι σαν τώρα πώς με αισθήματα δοσίλογου μπήκαμε στο γήπεδο. Δεν υπήρχε θέση, σταθήκαμε όρθιοι στα κάγκελα και παρακολουθούσαμε τις αντεπιθέσεις του Παναθηναϊκού. Κάποια στιγμή στο δεύτερο ημίχρονο, ο Τερζανίδης έφυγε γρήγορα από δεξιά, έκανε μια σέντρα ακριβείας και από το ύψος της μικρής περιοχής ο Αλβαρέζ σηκώθηκε και κάρφωσε με το κεφάλι την μπάλα στα δίχτυα της ομάδας του νησιού. Από τον ενθουσιασμό μου αλλά και το φόβο μην πάρουν είδηση πως πανηγύριζα οι φανατικοί της Κακιάς Σκάλας, έσφιξα τόσο τα σιδερένια κάγκελα που δεν ένιωσα το κάψιμο στις παλάμες μου. Ένιωσα όμως μια βοή ακριβώς δίπλα μου.
Ο Συννεφιάς, ενθουσιασμένος από το γκολ και τη συμβολή του Τερζανίδη, παλιάς δόξας του ΠΑΟΚ πριν μεταγραφεί στον Παναθηναϊκό, έβγαλε μια φωνή που έκανε τους φανατικούς να γυρίσουν με έκπληξη και οργή προς τους παρείσακτους που αποκαλύφθηκαν δίπλα τους λες και είχαν δει φίδια. Δεν θέλω ούτε να θυμάμαι πώς φύγαμε. Ήταν πια καθαρό πως ο παιδικός μας κόσμος δεν θα άντεχε πολύ ακόμα. Δεν ξέρω αν ήταν αυτό το επεισόδιο ή μια πρώιμη πολιτικοποίηση που με έκαναν, όταν το πρωτάθλημα έγινε επαγγελματικό και η γνωστή οικογένεια αγόρασε την ομάδα μου, να πάψω σιγά- σιγά να ασχολούμαι με το ποδόσφαιρο. Έκανα μια προσπάθεια να αλλάξω ομάδα, πήρα μεταγραφή κι εγώ κι έγινα ΑΕΚ για δυο χρόνια (για να θυμάμαι τον «Αετό» των παιδικών μου χρόνων) αλλά σύντομα κάθε ενδιαφέρον για τον αθλητισμό ξεθύμανε οριστικά. Σε τούτο ίσως συνετέλεσε, σκέπτομαι τώρα, και μια αποτυχία. Πρέπει να σας εξομολογηθώ πως όπως όλα τα παιδιά του «Αετού» και των άλλων συνοικιακών ομάδων, δοκιμάστηκα κι εγώ από την ομάδα του νησιού για να διαφανεί αν είχα το απαιτούμενο ταλέντο. Θυμάμαι ακόμη εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι που έπαιξα πρώτη φορά σε μεγάλο γήπεδο, στη θέση του σέντερ μπακ, για ένα ημίχρονο. Γιατί, στις αρχές του δεύτερου, φοβούμενος πως δεν είχα διακριθεί όσο έπρεπε και πως έχανα την ευκαιρία μιας λαμπρής καριέρας στα ελληνικά (και όχι μόνο) γήπεδα, επεχείρησα με μια μεγαλοπρεπή τσουλήθρα ένα δυνατό τάκλιν στα πόδια του Μιχάλη Κουλούμπρη (ταξιτζή σήμερα), με αποτέλεσμα να αποβληθώ και η ποδοσφαιρική μου καριέρα να λήξει πρόωρα και άδοξα αφού ποτέ δεν επιχειρώ κάτι για δεύτερη φορά αν αποτύχω την πρώτη. Συνήθεια που διατηρώ μέχρι σήμερα.
Το επόμενο καλοκαίρι ο «Αετός» διαλύθηκε και δεν πήραμε μέρος στο πρωτάθλημα των συνοικιών, ούτε εγώ, ούτε ο Συννεφιάς που ετοιμαζόταν ν’ αφήσει το νησί μια κι ο πατέρας του είχε πάρει ξανά μετάθεση. Ένα βράδυ πριν φύγει, βρεθήκαμε στην παραλία του Golden Beach. Θυμάμαι τα φώτα να αναβοσβήνουν, κάνοντας τη νύχτα μισή. Από την αμμουδιά ένα ελαφρότατο ενάντιο αεράκι δεν άφηνε το τραγούδι της ορχήστρας να ταξιδέψει στο πέλαγος. Τα ζευγάρια περνάγανε ανάμεσα από τραπέζια για να φτάσουν στην πίστα ενώ με το ποτό στο χέρι νεαροί αναζητούσαν συντροφιά. Ο Φιλιππής και μια τουρίστρια προχωρούσαν στον ξύλινο διάδρομο που οδηγούσε στη θάλασσα. Η ώρα είχε περάσει και ο Συννεφιάς έπρεπε να φύγει. Δεν μ’ αρέσει να περιγράφω συγκινητικές στιγμές. Για τούτο και προτιμώ να θυμάμαι την απορία του Φιλιππή, όταν λίγη ώρα αργότερα επέστρεψε μόνος από την αμμουδιά, με ένα τάχα αδιάφορο βλέμμα:
«Δεν ήρθε ο Συννεφιάς;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: