Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα documenta 14. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα documenta 14. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/10/17

Μαθαίνοντας από την documenta

ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΑΣ ΓΙΑΛΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΡΙΚΟΥ

Νίκος Αλεξίου, Τα λουλούδια μου για σένα, 1981, υδατοδιαλυτά χρώματα σε χαρτί επικολλημένο σε χαρτόνι, 12,1 x 20,1 εκ.



Μαθαίνοντας από την documenta (Learning from documenta) είναι ο τίτλος ανεξάρτητου διεθνούς ερευνητικού προγράμματος, αντικείμενο του οποίου είναι η μελέτη όψεων της παρουσίας της διεθνούς έκθεσης σύγχρονης τέχνης documenta 14 (2017) στην Αθήνα με παράλληλες αναφορές σε άλλες καλλιτεχνικές, οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και διεθνώς. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα που ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2015 αποτελεί αφορμή για σημαντικό μεθοδολογικό πειραματισμό και θεωρητική καινοτομία. Ανθρωπολογικοί τρόποι έρευνας συνδυάζονται με καλλιτεχνικές πρακτικές, ενώ παράλληλα επιχειρείται να ανοίξει διάλογος με ένα ευρύτερο κοινό  μέσω του Παρατηρητηρίου Τεχνών της Αθήνας, μιας πλατφόρμας δημόσιου διαλόγου πάνω σε επίκαιρα θέματα τέχνης, πολιτισμού και πολιτικής· ο διάλογος αυτός αρθρώνεται γύρω από στρογγυλές τράπεζες και άλλες ποικίλες συζητήσεις και δράσεις, τη διοργάνωση ομάδων αναγνώσεων και εργαστηρίων, καθώς και μέσω της έκδοσης ενός φανζίν.
H documenta 14 Μαθαίνοντας από την Αθήνα (τίτλος εργασίας) / Learning from Athens (working title), αποτέλεσε ένα μείζον πολιτιστικό γεγονός με σημαντικές πολιτικές και οικονομικές παραμέτρους για την Ελλάδα σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία. Και ενώ οι πολλοί συμμετέχοντες στην έκθεση επιχείρησαν να μάθουν από τη λεγόμενη Αθήνα της κρίσης, στόχος του ερευνητικού προγράμματος υπήρξε και συνεχίζει να είναι να μάθει από την documenta: καλλιτέχνες, ανθρωπολόγοι, ιστορικοί και θεωρητικοί της τέχνης και άλλοι εκπρόσωποι των ανθρωπιστικών, κοινωνικών, και πολιτικών σπουδών που ζουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ανταλλάσσουν γνώσεις και εργαλεία προκειμένου να διερευνήσουν τις δυναμικές που προέκυψαν και συνεχίζουν να προκύπτουν και να διαμορφώνονται από την παρουσία του μεγάλου αυτού θεσμού σύγχρονης τέχνης στα συγκεκριμένα τοπικά, ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα.

31/7/17

documenta 14

Μια ανάγνωση / προσωρινή αποτίμηση

ΑΦΙΕΡΩΜΑ Μέρος 3ο

Επιμέλεια: Χριστόφορος Μαρίνος & Κώστας Χριστόπουλος

Lois Weinberger, Debris Field (Πεδίο χαλασμάτων), 2010-16, άποψη εγκατάστασης, ΕΜΣΤ, Αθήνα, documenta 14, φωτ. Mathias Völzke


Οι εκθεσιακοί χώροι της Αθήνας στους οποίους φιλοξενήθηκε η d14 έκλεισαν τις πόρτες τους, ενώ αυτοί του Κάσελ θα συνεχίσουν να υποδέχονται το κοινό για δύο ακόμα περίπου μήνες. Εντούτοις, δεν είναι μόνο η συνέχιση της έκθεσης που καθιστά παράδοξο το έργο μιας έστω και πρώτης αποτίμησής της. Η ιστορία της μεταπολεμικής τέχνης μάς έχει αποδείξει πως η επενέργεια κάθε έκδοσης της documenta υπήρξε μακρά. Έτσι και τα αποτελέσματα ή οι προεκτάσεις της d14 στον χώρο της σύγχρονης τέχνης θα συνεχίσουν να αποτελούν σημαντικά όσο και ανοιχτά επίδικα για πολύ καιρό ακόμα.
Μια διαπίστωση όπως αυτή, εντούτοις, δεν μοιάζει αποτρεπτική για τη διαύγαση κάποιων γενικότερων κατευθύνσεων της σύγχρονης τέχνης και, κυρίως, της σημερινής πολιτισμικής συνθήκης. Προσθέτουμε εδώ αυτήν την «πολιτισμική» συνιστώσα, καθότι η επιδίωξη του θεσμού ανέκαθεν στρεφόταν στην περιγραφή της κατάστασης και των χαρακτηριστικών της εποχής και του πολιτισμού εν γένει, πέρα και έξω από τα στενά όρια του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι.
Η d14 φαίνεται να επιταχύνει ή, ενδεχομένως, να ολοκληρώνει μια πορεία που ξεκίνησε είκοσι χρόνια πριν από την documenta X και την έκθεση Politics/Poetics σε επιμέλεια της Catherine David. Τότε, ανάμεσα στα αυτοφυή αγριολούλουδα που ξεφύτρωναν στις εγκαταλειμμένες γραμμές του KulturBahnhof του Κάσελ ο αυστριακός καλλιτέχνης Lois Weinberger πρόσθεσε και κάποια που προερχόταν από τη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη. Στην d14 ο ίδιος καλλιτέχνης εξέθεσε στους χώρους του ΕΜΣΤ τα ευρήματα μιας ανασκαφής στην αγροικία των γονιών του στο Τιρόλο. Αν στο έργο του 1997 η σκέψη του θεατή προσανατολιζόταν σε ζητήματα μετανάστευσης και παγκοσμιοποίησης, στο έργο της d14 το ενδιαφέρον εστιάζεται στα στρώματα της προσωπικής ιστορίας ή στα «ατάκτως ερριμμένα απομεινάρια της αγροτικής ζωής», όπως μας πληροφορεί ο κατάλογος της έκθεσης.

documenta 14: Συνεχείς αναδιπλώσεις

Phia Ménard, Immoral Tales- Part 1- The Mother House, 2017, περφόρμανς, Henschel- Hallen, Κάσελ, documenta 14, φωτ.: Mathias Völzke


Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών (ΠΑΤ)*

Détournements. Συνεχείς αναδιπλώσεις. Η κριτική αποτέλεσε ένα ισχυρό εργαλείο γνώσης και εξουσίας· πώς όμως μπορεί να υπηρετηθεί στην ιδιαίτερη συνθήκη μιας μεγάλης έκθεσης που υιοθετεί μια σειρά στρατηγικών μετατοπίσεων; Η παρούσα συνθήκη αποτελεί ευκαιρία να αποτιμηθούν τα εργαλεία της κριτικής (της τέχνης). Την αρχική ορμή να συμμετέχουμε στην παραγωγή ενός λόγου που θα οργανωνόταν γύρω από την τολμηρή απόφαση του επιμελητή Adam Szymczyk να εκμεταλλευτεί τη σαγήνη της κρίσης και να δουλέψει στη βάση πολλαπλών μετατοπίσεων και μετακινήσεων, τη διαδέχτηκε η ματαίωση της αδυνατότητας της κριτικής. Με πολλαπλούς τρόπους επικρατεί μια τακτική σιώπησης, καθώς οι τοπικές θυμικές εξάρσεις περί φασιστικότητας του θεσμού (κατά τα λεγόμενα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, μεταξύ άλλων) ή η αγοραία και απλοποιητική αντικαπιταλιστική ρητορεία, συντονίζονται κατά σύστημα με τη σάρωση όλων των κριτικών επιχειρημάτων. Η αμυντική θέση του υπερθεσμού και η γενικόλογη επίκληση για «ψύχραιμη αποτίμηση», συχνά λειτουργεί ως κανονιστική ρύθμιση του λόγου που παράγεται σχετικά με την έκθεση. Παράλληλα, αποδίδονται προκαθορισμένοι ρόλοι σε όσους προσκαλούνται να ασκήσουν κριτική, όπως π.χ. «ο νηφάλιος», «ο οξύθυμος», «ο μαχητικός», «ο αντιδραστικός». Η τακτική του χαρακτηρισμού –προς το μεγαλύτερο μέρος– των κριτικών ως νεοφιλελεύθερες, συντηρητικές, μνησίκακες και εθνικιστικές (όπως, για παράδειγμα, ο χαρακτηρισμός της Μπιενάλε της Αθήνας ως ξενοφοβικής και νεοσυντηρητικής σε συνέντευξη που έδωσε τον Μάρτιο ο Paul Preciado στο γαλλικό περιοδικό Les in Rocks) χωρίς να απευθύνει τις επιμέρους αποχρώσεις της κάθε μιας από αυτές, αποτελεί μια χαρακτηριστική τακτική σιώπησης και παράγει υποκείμενα που εσωτερικεύουν αυτόν τον λόγο. Τέτοιες κινήσεις ευνοούν την αποχώρηση από το πεδίο της κριτικής. Αυτό που αξίζει να ερευνηθεί είναι πώς μπορεί να ισχυροποιηθεί το εργαλείο της κριτικής. Ποια είναι η θέση ανάμεσα στις γνώμες που διατυπώνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (στο γεγονός ότι σε αυτό το υλικό δεν θα μπορεί να ανατρέξει κανείς εύκολα στο μέλλον) και τη στρατηγική συνεχούς αναδίπλωσης και υπερπροσδιορισμού των υποκειμένων που ασκούν κριτική, που υιοθετεί ο θεσμός προκειμένου να συστρέφει τα επιχειρήματά του κατά το δοκούν; Για άλλη μια φορά προκύπτει το ερώτημα: πώς να διεκδικήσεις τη θέση σου ξεπερνώντας τον σκόπελο της έλλειψης κοινών εργαλείων; Το περιοδικό Artforum, με τις life style φωτογραφίες του, καθορίζει τους όρους θέασης και νομιμοποιεί τους παίκτες του πεδίου. Υπάρχουν, λοιπόν, «άλλα» εργαλεία πέραν της θέσης του αναχωρητισμού ή της κούρασης της διεκδίκησης, που προτείνουν κάποιοι ελίτ κύκλοι; Εργαλεία που δεν είναι εν τέλει απαραίτητο να «συνομιλούν», αλλά να κατασκευάζουν ένα παράλληλο και ισχυρό πεδίο; Εδώ ανακύπτει το ζήτημα της θέσμισης, ζήτημα το οποίο έθεσε στο κείμενό του και ο Φίλιππος Ωραιόπουλος («Η θέσμιση ως έργο Τέχνης ή από το συμβάν στο γεγονός», «Αναγνώσεις» 16/7/2017). Το κρίσιμο αίτημα για θέσμιση μάς απασχολεί όχι ως μια συναρθρωμένη σειρά διευθετήσεων αλλά ως ενεργή συγκροτησιακή δράση του καινούριου, η οποία όμως κάποια στιγμή παγιώνεται σε μία θέση που τα υποκείμενα αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν έναντι άλλων διαφορετικών θέσεων. Το καινούριο δεν εννοείται ως η κατασκευή ενός νέου θεσμού ή υπερθεσμού αλλά ως παραγωγή νέων τρόπων συσχέτισης με τους υπάρχοντες θεσμούς. Η κριτική μπορεί να είναι ένας τέτοιος τρόπος συσχέτισης που εστιάζει στην εκ νέου κατασκευή των κοινωνικών και ιδεολογικών σχέσεων που διαμείβονται με την αφορμή της έκθεσης, προκειμένου να ισχυροποιηθούν τα υποκείμενα έναντι του υπερπροσδιορισμού.

*Εκ μέρους της Προσωρινής Ακαδημίας Τεχνών (ΠΑΤ), Δέσποινα Ζευκιλή, Ελπίδα Καραμπά και Γλυκερία Σταθοπούλου

Γλαύκες, μπούφοι, αλέκτορες…

Πάνος Χαραλάμπους, Flatus Vocis, 2017, ηχητικό χάπενινγκ , Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, document 14, φωτ.: Στάθης Μαμαλάκης


ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  
Ευχαριστώ την πλάση που υπάρχουν οι κουκουβάγιες, κι ας νομίζουν οι άνθρωποι πως το μόνο που βγάζουν είναι ηλίθιες και μανιακές κραυγές. Πρόκειται για έναν ήχο θαυμαστά ταιριαστό με τους βάλτους και τα μισοσκότεινα δάση που ποτέ δεν τα φωτίζει καλά η μέρα: μια αχανής και ανεκμετάλλευτη Φύση που ο άνθρωπος δεν έχει αναγνωρίσει. Εκφράζουν το απόλυτο λυκόφως και τις ανικανοποίητες σκέψεις που έχουμε όλοι μέσα μας.

Henry David ThoreauWalden ή Η ζωή στο δάσος (1854),
μτφρ. Βασίλης Αθανασιάδης, εκδ. Κέδρος, 2007

...Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Οιωνός»,
εφημ. Ακρόπολις, 1η Ιανουαρίου 1896

Η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετάει το σούρουπο.

Χέγκελ

Ι
6 Ιουλίου, σούρουπο. Ξαπλωμένοι στο χορτολίβαδο, που εκτείνεται χίλια μέτρα νοτιο-ανατολικά απ’ την Orangerie. Όλη η ομάδα (Π.Χ., Π.Π., Α.Κ., Β.Χ, Κ.Τ., Κ.Ν., Μ.Μ., Μ.Κ.) ακούμε εκστατικά τον γκιώνη της Έσσης απ’ τον παρακείμενο δρυμό: Oού, Oού, Oού… Εντός ολίγου σηκωνόμαστε γεμάτοι μυρμήγκια. Στιγμές πολύ ωραίες και άκρως ιλαρές. Είμαστε εκεί επίσημοι προσκεκλημένοι της d14, για την παρουσίαση των sound essays, με τίτλο Voice-O-Graph. Φτάσαμε με τρένο απ’ την Φρανκφούρτη το απόγευμα. Όπου στο όνομα του πνεύματος η τέχνη εκπνευματώνεται πλήρως. Εκεί ασεβεί κατά του ίδιου του πνεύματός της, κατά της μνήμης αυτού που δεν εξαντλήθηκε μέσα στη λογικότητα-λογοθετικότητα, παρότι υποτάχθηκε σ’ αυτή προς στιγμήν (Τ. Adorno). Ο κόσμος αποκαλύπτεται όχι ως ένα ιεραρχικά οργανωμένο σύμπαν, αλλά ως ένα μυρμήγκιασμα ουσιών που αντιστέκεται σε κάθε ταξινόμηση, όπως συμβαίνει στη σαμανική σκέψη. Δεν υπάρχει κενό, αλαλία, αλλά ταυτοχρονία, πολλαπλότητα των φωνών που πολλαπλασιάζονται διαρκώς.
Ο Λόγος της τέχνης δεν είναι λόγος αντιστοιχίας με την περιρρέουσα πολιτική-κοινωνική κατάσταση· είναι λόγος διαθλαστικός, υπόρρητος, υπαινικτικός, τροφοδοτείται από χιμαιρικές εμπειρίες, μυθικές διογκώσεις, από αρχαϊκά στρώματα και παθολογικές εστιάσεις, προϋποθέσεις για τη διάρρηξη της μηχανικής του κόσμου και παρά τον ουτοπικό της χαρακτήρα έχει το καθήκον του μετασχηματισμού του Πραγματικού.

24/7/17

Όταν η πολιτική γίνεται μορφή (στο φόντο της πόλης της Αθήνας)

Sanja Iveković, Monument to Revolution (Μνημείο για την επανάσταση), 2017, Πλατεία Αυδή, Αθήνα, documenta 14, φωτ.: Γιάννης Χατζηασλάνης


ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΟΥΡΟΥ

Για τη συζήτηση της σχέσης της έκθεσης documenta 14 με την Αθήνα, που είναι η αρχή της επιμελητικής πρότασης, ξεκινώ από την υπόθεση ότι, στη σημερινή στροφή της οντολογίας της τέχνης προς την αρχιτεκτονική ως «αρχείο κοινωνικής χρήσης των μορφών», η στοιχειώδης μονάδα τέχνης είναι ο χώρος των έργων –ως ένας νέος χώρος διαπραγμάτευσης εθνικών και διεθνικών πολιτικο-οικονομικών δυναμικών– παρά τα μεμονωμένα έργα που απαρτίζουν την έκθεση. Ο επιμελητής, όπως ένας πολεοδόμος, καθορίζει τα διαφορετικά επίπεδα δράσης του χώρου-τέχνης με μια προσωπική στρατηγική, την οποία στη συνέχεια αναπτύσσει δημόσια με χωροθετήσεις έργων που επιλέγει από ένα αρχείο καλλιτεχνών ανά τον κόσμο. Το επιμελητικό έργο, στη συνθήκη των παγκοσμίων εκθέσεων, συνδέεται όχι τόσο με την επιλογή των έργων, όσο με το είδος της κατανόησης της σχέσης τους με τον χώρο: τον χώρο εντός και εκτός της έκθεσης, τον χώρο επικοινωνίας, τον χώρο προέλευσης των καλλιτεχνών. Σε ένα αρχείο υποκειμένων που μετακινούνται διαρκώς και πληροφορούν την «ιθαγένειά» τους, μόνο όταν αυτή αναπαρίσταται (και εξαφανίζεται) στον χώρο της διεθνούς έκθεσης, όλο και λιγότερο έχει σημασία η διάκριση του ιθαγενούς καλλιτέχνη. Ας συζητήσουμε όχι τόσο για την επιλογή του ενός ή άλλου έργου, όσο για τoν σχεδιασμό της σύνθετης τοπολογίας των χώρων τους και για τις σημασίες που παράγονται από την αλληλεπίδραση και τις μετατοπίσεις τους.
Το επιμελητικό έργο «αστικής τέχνης» της διεθνούς έκθεσης είναι σημασιολογικά ισχυρότερο από τα έργα τέχνης που περιέχει. Χρησιμοποιεί την ψευδαίσθηση αυτονομίας του καλλιτεχνικού έργου για να το εντάξει στην κατασκευή της έκθεσης. Ενώ υπερκαθορίζει και αλλάζει τις σημασίες του καλλιτεχνικού έργου, το τελευταίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετατοπίσει το πρώτο. Η πρόταση της d14 εκκινεί κυριολεκτικά και συμβολικά από την Αθήνα και την εντάσσει σε μια σειρά διπόλων (Κάσελ-Αθήνα, κέντρο-περιφέρεια, παγκόσμιος Βορράς-παγκόσμιος Νότος) που αντανακλούν σχηματικές προσλήψεις των γεωγραφιών της παγκόσμιας ισχύος.

documenta και ιστορία στον δημόσιο χώρο

εικόνες και συμφραζόμενα

Ζάφος Ξαγοράρης, The Welcoming Gate, 2017, μέταλλο, ακρυλικό σε καμβά και ηχητική εγκατάσταση, Πρώην Υπόγειος Σιδηροδρομικός Σταθμός (KulturBahnhof), Κάσελ, documenta 14, φωτ.: Jasper Kettner


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η d14 στην Αθήνα αποτελεί παρελθόν. Το φθινόπωρο θα γίνει μέρος της ιστορίας του θεσμού των documenta. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί το μέγεθος του εγχώριου και διεθνούς αποτυπώματος της έκθεσης. Προς το παρόν καταγράφονται σκέψεις, πολεμικές και παράγωγες δράσεις. Αρκεί κανείς να αναφέρει σχετικά τη συστηματική παρωδία του γηγενούς queer στοιχείου από την καλλιτεχνική ομάδα Δοκούμενα,[1] τη συγκρότηση μιας επιστημονικής ομάδας με στόχο να μάθει από την documenta που μαθαίνει από την Αθήνα, και ούτω καθεξής.[2] Μέσα στο σύμπαν των πολεμικών, των παράλληλων και παράγωγων events ένα ενδιαφέρον ερώτημα αναφέρεται στο πώς το παρελθόν γίνεται αντικείμενο ιστορικής αφήγησης μέσα από την έκθεση. Για όσους και όσες ενδιαφέρονται για τις χρήσεις της ιστορίας στον δημόσιο χώρο και τις πολιτικές της μνήμης η έκθεση αποτελεί ιδανική περίπτωση μελέτης.  
Θα επιχειρήσω να μεταφέρω κάποιες γενικές εντυπώσεις για τη θεματολογία της έκθεσης μέσα από συγκεκριμένα έργα και στη συνέχεια θα προσθέσω κάποιες ψηφίδες στη συζήτηση γύρω από το πώς έλληνες καλλιτέχνες, στο πλαίσιο της d14, μαθαίνουν από την ιστορία τους. Τι είδους ιστορίες επιλέγουν να διηγηθούν; Πώς μεταπλάθουν πτυχές του μακρινού ή πρόσφατου παρελθόντος με την τέχνη τους. Τι εικόνες του παρελθόντος αναδεικνύουν τα έργα τους; Θα σταθώ σε τρία παραδείγματα που δανείζονται από στιγμές του ελληνικού εικοστού αιώνα και αναδεικνύουν τρεις τρόπους εμπλοκής με το παρελθόν και την ιστορική μνήμη.  

Ceci n’ est pas une exhibition

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Nashashibi/ Skaer, Why Are You Angry? (Γιατί είσαι θυμωμένη), 2017, φιλμ 16 mm μεταγραμμένο σε ψηφιακό βίντεο, άποψη εγκατάστασης, ΕΜΣΤ, Αθήνα, documenta 14, φωτ.: Mathias Völzke


«Αυτή δεν είναι μια έκθεση»: μια παραφθορά της πιο διάσημης ίσως φράσης στην ιστορία των εικαστικών, θα μπορούσε να συμπυκνώνει την περίπτωση της documenta 14, η οποία άνοιξε τις πύλες της στο αθηναϊκό κοινό στις 8 Απριλίου και έληξε στις 16 Ιουλίου του τρέχοντος έτους, παραδίδοντας τις σκυτάλες της διοργάνωσης στο Κάσελ.
Εδώ ενδέχεται να εντοπίζεται το σημείο εκκίνησης κάποιων εκ των προβληματισμών  που εγείρει η επιλεγμένη επιμελητική τακτική. Η d14 δεν επιθυμεί να παρουσιαστεί ως άλλη μία συναρμογή διεθνούς εμβέλειας καλλιτεχνικών έργων, η οποία μάλιστα θα συγκροτείται στη βάση ενός ακόμη πιο επίκαιρου θεωρητικού κόνσεπτ. Στην προσπάθειά της αυτή καταφεύγει στον κατά πολύ «σκληρότερο» πυρήνα των γεωπολιτικών συσχετισμών, αναζητώντας έναν επιμελητικό άξονα που θα προσφέρει στην καλλιτεχνική διοργάνωση το –καθιερωμένο σε κάθε documenta– πολιτικό της στίγμα.
Η d14 μεταφέρεται στην Ελλάδα, ανανεώνει το ιδεαλιστικό γερμανικό παρελθόν μέσω του συνειρμού Αθήνας-Αθηνάς και εκπαίδευσης, κατοχυρώνει για σήμα της τη στρεβλή κουκουβάγια και εισέρχεται με αυτό τον τρόπο στο τοπικό, προκειμένου να προσεγγίσει το ζήτημα της ιδιαιτερότητας αποφεύγοντας τα στερεότυπα του πατριωτισμού ή και του εθνικισμού. Εντούτοις, οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί δεν συνιστούν ένα αντικείμενο εύκολα διαχειρίσιμο, και αυτό γιατί συγκροτούνται στη βάση ενός εξαιρετικά περίπλοκου πλέγματος σχέσεων εξουσίας που καθορίζεται, κυρίως, από την ιδιοποίηση των πόρων, τις θρησκευτικές και πολιτικές ιδεολογίες, μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης και πληθυσμιακές μετατοπίσεις στον άξονα των οικονομικών και πολιτισμικών συναλλαγών. Ίσως λοιπόν από αυτή τη δυσκολία προσδιορισμού που τέθηκε εξαρχής στο εννοιολογικό υπόβαθρο της d14 να πηγάζουν κάποιες από τις αντιφάσεις που εμφανίστηκαν στον λόγο του καλλιτεχνικού διευθυντή Adam Szymczyk, κυρίως σε σχέση με την επιλογή της Αθήνας ως προνομιακού τόπου διεξαγωγής ενός διεθνούς καλλιτεχνικού διαλόγου, ο οποίος θα υπερέβαινε τα εγχώρια κοινωνικοπολιτικά ζητήματα αλλά και την εγχώρια καλλιτεχνική σκηνή. Την ίδια στιγμή η d14 είχε ήδη εισχωρήσει στο σύνολο σχεδόν των κοινωνικών δομών, θεσμικών και μη, διεκδικώντας έστω και προσωρινά ηγετικό ρόλο στην πολιτιστική πολιτική.

17/7/17

Documenta 14

Μια ανάγνωση / προσωρινή αποτίμηση

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Επιμέλεια: Χριστόφορος Μαρίνος & Κώστας Χριστόπουλος

Naeem Mohaiemen, Tripoli Cancelled (Προς Τρίπολη: ακυρώθηκε), 2017, ψηφιακό βίντεο, άποψη εγκατάστασης, ΕΜΣΤ, Αθήνα, documenta 14,  φωτ.: Mathias Völzke


Σε μια περίοδο που η Ευρώπη αγωνιά για την προστασία των εσωτερικών και εξωτερικών συνόρων της, ο Πολωνός κριτικός τέχνης και επιμελητής εκθέσεων Adam Szymczyk ήρθε να προτείνει τη διασυνοριακή και διαπεριφερειακή πολιτιστική συνεργασία ανάμεσα στο Κάσελ της Γερμανίας και στην Αθήνα. Η τολμηρή πρότασή του για τη διεξαγωγή και το μοίρασμα της documenta 14 σε δύο ευρωπαϊκές πόλεις, με τον αμφιλεγόμενο τίτλο εργασίας «Μαθαίνοντας από την Αθήνα», εντάσσεται, θα έλεγε κανείς, στο μεγάλο κύμα φιλελληνισμού που εκδηλώθηκε στη Γηραιά Ήπειρο από το 2011 και μετά. Εντωμεταξύ, στα τρία χρόνια που προετοιμαζόταν η d14, η Ευρώπη γνώρισε τη μεγαλύτερη μαζική μετακίνηση ανθρώπων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον αντίποδα της αυξανόμενης ξενοφοβίας που προκάλεσε η προσφυγική κρίση, όπου πρωταγωνίστησαν τόσο η Ελλάδα όσο και η Γερμανία, o Szymczyk και η επιμελητική του ομάδα εξέφρασαν έντονο ενδιαφέρον –μια ακατανίκητη έλξη, θα λέγαμε– για το Άλλο, η οποία αποτυπώνεται στην έκθεση με έργα, ομιλίες και δράσεις που σχετίζονται με εθνικές, φυλετικές και σεξουαλικές μειονότητες, αλλά και κάθε είδους ετερότητες. Από μία άποψη, μάλιστα, η ομάδα της d14 φαίνεται να ενστερνίζεται πλήρως τον στόχο της Κοινότητας των Απάτριδων (που φιλοξενήθηκε στο Πρόγραμμα Δημόσιων Δράσεων), η οποία «αποπειράται να υπερβεί μια ευρωκεντρική προοπτική, καθώς ενθαρρύνει την παρατήρηση των μεταβαλλόμενων μορφών και επικρατειών των σύγχρονων αποικιακοτήτων και των νέων προσταγμάτων στην παραγωγή παγκόσμιων και τοπικών υποκειμενικοτήτων» (http://www.documenta14.de/gr/public-programs/1036/the-apatride-society-of-the-political-others). Εντέλει, τι μάθαμε και μπορούμε να μάθουμε από την d14; Ποια ζητήματα ανακύπτουν σε επιμελητικό επίπεδο; Πόσο αποτελεσματική ήταν τελικά η πολικότητα (Κάσελ-Αθήνα) στην οποία επένδυσαν επιμελητικά ο Szymczyk και η ομάδα του;

Αθήνα ή Περί Αγωγής

documenta 14

Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Ανέστης, 2017, φιλμ Super 8 μεταγραμμένο σε ψηφιακό βίντεο, βιβλία, φωτογραφίες, documenta 14, Αθήνα, φωτ.: Στάθης Μαμαλάκης


ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΛΗ

Η συζήτηση για την documenta 14 μπορεί να γίνει σε δύο συμπληρωματικά αλλά διακριτά επίπεδα. Το ένα είναι για την έκθεση καθαυτή. Για την τέχνη που εξέθεσε, τον λόγο που διατύπωσε, για το συνταίριασμα υλικού αρχείου και πρωτότυπης δημιουργίας, για τον τρόπο με τον οποίον ενέταξε στον εκθεσιακό πυρήνα παραστασιακά και επιτελεστικά –οι δύο κύριες μεταφράσεις του αγγλικού performative– στοιχεία του ακαδημαϊκού λόγου και πολλά ακόμη. Τέλος, για την πολιτική αιχμή που ρητά διεκδίκησε και, βέβαια, για τα όρια, το είδος και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής τέχνης που υποστήριξε. Ποια είναι τα όρια που έχει ο πολιτικός προσανατολισμός μιας μεγάλης έκθεσης, ιδίως όταν δοκιμάζεται στο περιβάλλον μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε πολιτική υπερδιέγερση; Πόσο πολιτική μπορεί να είναι μια πολιτική έκθεση, με άλλα λόγια πόσο μπορεί να απευθυνθεί πολιτικά στο κοινό της; Το δεύτερο επίπεδο αφορά κατά κύριο λόγο τη συνάντησή της με το εικαστικό πεδίο και το πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή φώτισε λανθάνουσες πτυχές της εγχώριας ζωής και ταυτόχρονα ανέδειξε αδυναμίες της d14, τόσο από επιμελητική όσο και από πολιτική άποψη. Καθώς η έκθεση ακόμη διαρκεί, τουλάχιστον ως προς την γερμανική της πτυχή, στις παρακάτω παρατακτικές σημειώσεις θα επικεντρωθώ κυρίως στο δεύτερο επίπεδο, επιτρέποντας κάποια υπαινικτικά σχόλια για την έκθεση καθαυτή να βρουν τη θέση τους ανάμεσα στις γραμμές.

Ο κριτικός παροξυσμός
Από την πρώτη της εμφάνιση στο Πάρκο Ελευθερίας τον Σεπτέμβρη του 2016 με τη Βουλή των Σωμάτων, η d14 προκάλεσε έναν κριτικό παροξυσμό ο οποίος ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για την τέχνη και τον λόγο της διοργάνωσης. Αντίθετα, επικεντρώθηκε στον θεσμό και στις λειτουργίες του, στη λογοθετική και πολιτική πλαισίωσή του, χωρίς να λείπουν και κάποιες κουρασμένες φωνές που με ιστορική βραδυπορία έκριναν τη σύγχρονη τέχνη συνολικά για έλλειψη δεξιοτεχνίας και αναπαραστατικής επάρκειας. Γενικά, η κριτική έδειξε ανέτοιμη να διαχειριστεί μια έκθεση ανάλογου βεληνεκούς, προδίδοντας την έλλειψη παράδοσης σε θεσμούς όπως εξειδικευμένα περιοδικά ή πανεπιστημιακές σχολές. Στην πραγματικότητα, ο επιμελητικός λόγος της έκθεσης συναρθρώθηκε με το τεταμένο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Πράγματι, στον θεματολογικό και εκθεσιακό πυρήνα της d14 βρίσκονται ζητήματα που είχαν αποκτήσει ιδιαίτερη φόρτιση κατά την πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων ετών: η εξάρτηση της περιφέρειας από τα κέντρα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, τα χειραφετητικά και ριζοσπαστικά κινήματα, οι τοπικές κοινότητες και τα αιτήματα αυτονομίας τους, οι συγκροτήσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, οι λογοθετικές κατασκευές του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Ένα ατελές λεξικό για την documenta 14

Rebecca Belmore, Biinjiyaiing Onji (Εκ των έσω), 2017, μάρμαρο, Λόφος Φιλοπάππου, Αθήνα, documenta 14, φωτ.: Φάνης Βλασταράς


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΙΡΤΖΙΛΑΚΗ

Η documenta 14 (d14) ήταν μια σημαντική έκθεση που προκάλεσε παρατεταμένη αμφιθυμία. Η επιλογή της Αθήνας ως τοπολογικό παράδειγμα από έναν ευφυή επιμελητή με προσδόκιμες και απροσδόκητες αρετές, όπως ο Adam Szymczyk, φούντωσε αρχικά τον ενθουσιασμό. Ωστόσο, εκείνο που εντέλει παρήγαγε είναι ένα είδος απομυθοποίησης της ίδιας της διοργάνωσης και η ανάδειξη μιας σειράς κινδύνων στην πορεία του θεσμού. Ταυτόχρονα, έφερε στο φως και μια σειρά εγγενείς παθολογίες και φαντασιώσεις της σύγχρονης κουλτούρας στην Ελλάδα, οι οποίες εκδηλώθηκαν με διαστρεβλωμένο και συχνά με επιθετικό τρόπο. Αυτό δεν στερείται σημασίας, εφόσον λειτούργησε συμπληρωματικά κι όχι ανεξάρτητα από την έκθεση. Εν ολίγοις η d14 αποτέλεσε ένα είδος διπλού καθρέφτη στον οποίο μπορούμε να δούμε την πολιτισμική σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη και τον κόσμο αλλά και το αντίστροφο: της Ευρώπης με την Ελλάδα. Τι ήταν, λοιπόν, η d14 στην Αθήνα; Διευκρινίζω προκαταβολικά ότι δεν θα ασχοληθώ με το συμμετρικό κομμάτι της έκθεσης στο Κάσελ, εφόσον δεν διαθέτω, για την ώρα τουλάχιστον, επιτόπια γνώση. Προσπερνώ, επίσης, αναγκαστικά τη συμβολή της διοργάνωσης στη ανάδειξη της Αθήνας σε προσωρινό κέντρο διεθνούς ενδιαφέροντος και επικεντρώνομαι σε πέντε σημεία που νομίζω ότι δεν πρέπει να παρακάμψουμε.

Το Άλλο σήμερα
Κεντρικό πολιτικό θεώρημα της d14 ήταν ο επαναπροσδιορισμός του Άλλου. Ο τίτλος «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» έστρεψε το βλέμμα μας στον δηλωτικό αδύναμο κρίκο της δριμείας ευρωπαϊκής κρίσης. Απ’ όσο φάνηκε, όμως, στη συνέχεια, η εστίαση απέκτησε ένα συνδυαστικό και ευρύτερο ορίζοντα. Κεντρική σημασία σ’ όλη τη διοργάνωση διαδραμάτισαν οι πολιτικές της ετερότητας. Γι αυτό θα ήταν αφελές και σχεδόν γελοίο να θεωρήσει κανείς ότι πρόκειται απλά για μια νεοαποικιακή εκδήλωση, όπως μερικοί βιάστηκαν να υποστηρίξουν. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αναζήτηση του πολιτικού στη σύγχρονη τέχνη ως κάτι που βρίσκεται «αλλού». Πού; Στον «καταπιεσμένο άλλο».

Η θέσμιση ως έργο Τέχνης ή από το συμβάν στο γεγονός

documenta 14

Rainer Oldendorf, marco14 and CIAM4/ Shipwreck with Spectator (marco14 και CIAM4/ Ναυάγιο με παρατηρητή), 2017, άποψη εγκατάστασης, Πολυτεχνείο, Αθήνα, documenta 14, φωτ.: Άγγελος Γιωτόπουλος


 ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΩΡΑΙΟΠΟΥΛΟΥ

Στο πλαίσιο του διαλόγου που προτείνετε, θα προσεγγίσω την documenta 14 (d14) από μια κριτική απόσταση και από αυτή την άποψη ως μια πειραματική ποιητική απόπειρα, που η οπτική της απέναντι στην Τέχνη είναι κατεξοχήν ανθρωπολογική και θεωρητική, παίρνοντας επίσης υπόψη ότι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί η παρουσία της στο Κάσελ.
Όντως το κόνσεπτ της d14, από πρώτη ματιά, είναι ρηξικέλευθο: μοιάζει να υπόσχεται τα χαρακτηριστικά ενός συμβάντος ανατρεπτικού (με την εκδοχή του Alain Badiou), αν και από ανθρωπολογική άποψη φαίνεται προφανές και αυτονόητο στο κόντεξτ μιας κριτικής στάσης απέναντι στη διαμόρφωση του σύγχρονου οικουμενικού περιβάλλοντος της Τέχνης, ή καλύτερα σε μια σύγχρονη αντίληψη δυισμών: τοπικό-οικουμενικό, ιστορικό-σύγχρονο, γενικό-ειδικό, ιεραρχικό-δικτυακό. Ξαφνιάζει θετικά αυτή η μεταφορά του τόπου, γιατί αυτό που προκαλεί το διανοητικό ενδιαφέρον είναι ο ενδεχομενικός σημασιολογικός πλούτος, που μπορεί να παράγει η τοπολογική μεταφορά, όταν αυτή μετασχηματιστεί από κυριολεκτική σε νεοΠοιητική (οντολογικά) μεταφορά, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προθεσιακότητα του επιμελητή (ως ενεργών ποιητικό-πολιτικό υποκείμενο). Μάλιστα, όταν αυτή η νεοΠοιητική μεταφορά εξατομικεύεται στο ανθρωπολογικό πεδίο, ως μάθηση από τον Άλλο, με την προϋπόθεση, ότι αυτή η πρόθεση δεν είναι ρητορική με την κοινή σημασία του όρου, τότε το προτεινόμενο επιμελητικό κόνσεπτ συγκροτεί μια τολμηρή πρόταση, που η υλοποίησή της μπορεί να εμπεριέχει και το ενδεχόμενο σύγκρουσης με τον ίδιο τον θεσμό, ως συνεπές στοιχείο της επιμελητικής ποιητικό-πολιτικής. Όμως, σε μια τέτοιου τύπου νεοΠοιητική μεταφορά (τοπολογική και ανθρωπολογική) αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ποιο είναι το περιεχόμενο του επιμελητικού κόνσεπτ προθεσιακά, όσο το πως κατασκευάζεται, δηλαδή οι ίδιες οι διαδικασίες στα όρια ή στην υπέρβαση των οποίων θα παραχθεί ο άπειρος νοηματικός και σημασιολογικός πλούτος, ή, μιλώντας με τους όρους ενός σύγχρονου θεωρησιακού λόγου, το είδος της αλήθειας έργων Τέχνης που μπορεί να παράγει μια τέτοιου είδους νεοΠοιητική μεταφορική λειτουργία. Γιατί αυτή η τελευταία μπορεί να δημιουργήσει και να ορίσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός άπειρου πλήθους ενδεχομενικών προτάσεων αλήθειας έργων Τέχνης (ενός εφικτού απολύτου). Ενός άπειρου πλήθους ενδεχομενικών προτάσεων αλήθειας έργων Τέχνης, που αυτονόητα και δυνητικά θα παράγει το ίδιο και καθαυτό το επιμελητικό κόνσεπτ, πέραν των επιτρεπομένων ορίων του σώματος του οργανισμού της d14 και ανεξάρτητα της επιμελητικής προθεσιακότητας.