12/11/11

Λάκτισμα πώματος φιάλης

ΤΟΥ ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ
Μαργαρίτα Βασιλάκου- Το άγγιγμα
Στον Πέρα Γιαλό, που πηγαίναμε για μπάνιο με τη βάρκα μας, τη "Νεφέλη", μια παραλία γεμάτη ωραία, κατάλευκα βότσαλα, γυμνά και λεία, κανείς δεν πατούσε τότε, στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο. Δεν υπήρχε πρόσβαση χερσαία, μόνο απ' τη θάλασσα μπορούσες να την προσεγγίσεις, αν το επέτρεπε ο τρελός Βοριάς.

Ήμασταν μια τρελή κι ανέμελη νεανική παρέα, περίπου συνομήλικοι όλοι, μαθητές ακόμη στις τελευταίες τάξεις τα εξατάξιου, τότε, γυμνασίου. Ο Νίκος, η Ελένη, ο Πέτρος, η Ντόρα, ο Μιχάλης, η Σόνια, η Μαρία κι εγώ. Ερχόταν μερικές φορές με τη δική του μπενζίνα, την "Αλκυόνα", κι ο Μανώλης, αρκετά χρόνια μεγαλύτερός μας, με τη Μαργαρίτα, τη "μικρή", που πήγαινε ακόμη στη πρώτη. (Το μόνο ζευγάρι που άντεξε στον πανδαμάτορα χρόνο). Αράζαμε τη βάρκα στ' ανοιχτά, ρίχναμε άγκυρα, και βουτούσαμε στα κρυστάλλινα κρεμαστά νερά. Τρεις απλωτές μέχρι να φτάσουμε στην αχτή. Ο βυθός ήταν ένα όργιο διαφάνειας, με τις ανταύγειες του φωτός να παίζουν απίστευτα παιχνίδια, και με κοπάδια ολόκληρα τ' αφρόψαρα και τα πετρόψαρα, σπάροι, πέρκες, χάνοι, κοκοβιοί, σκορπίνες αργόσυρτες, να περνούν μπροστά μας δίχως να δίνουν καμιά σημασία στην παρουσία μας. Αποκαμωμένοι απ' το κολύμπι ξαπλώναμε ύστερα πάνω στα βότσαλα, ερωτευόμαστε κάτω απ' τον κάθετο ήλιο με κλειστά τα μάτια, και μας έπαιρνε ο ύπνος εκεί, ώς το βράδυ.
Κάτω στον βυθό, που τον ξέραμε σαν το σπίτι μας, πέντε οργιές βάθος, απομεινάρι ενός πολέμου που τον ξέραμε πιο πολύ απ' τις αφηγήσεις των γονιών μας, διακρίναμε καθαρά μια νάρκη ακέραιη, με το σιδερένιο της αγκύριο ακόμα στη θέση του, να λικνίζεται αργά, σαν πελώρια μέδουσα, στο ελαφρό φρικίασμα των κυμάτων. Τ' αγόρια της παρέας περνούσαμε δίπλα της ξυστά, την αγγίζαμε για να τρομάξουμε, τάχα, τα κορίτσια, με πλήρη πεποίθηση ότι επρόκειτο για νάρκη ανενεργή κι ακίνδυνη, που την είχαν αδειάσει από το εκρηκτικό της υλικό οι νησιώτες και το χρησιμοποίησαν στα νταμάρια ή σε παράνομο ψάρεμα. Έτσι μας είχαν πει όταν τους ρωτήσαμε, κι αυτό ήταν όντως μια πρακτική συνηθισμένη εκείνα τα χρόνια. Από κανενός μας το νου δεν περνούσε η σκέψη ότι κάλλιστα μπορούσαν να είχαν αφοπλίσει τότε οι ψαράδες ή οι μιναδόροι, μια άλλη νάρκη, όχι αυτήν κάτω στον βυθό μας. Τόσες και τόσες κυκλοφορούσαν αδέσποτες επί των κυμάτων μετά τον μεγάλο πόλεμο. Ποιος μπορούσε αποφασιστικά και κρίσιμα ν' αποφανθεί για την αληθινή ταυτότητα μιας ποντισμένης χρόνια νάρκης; Ιδού το ερώτημα!
Όχι, δεν θα σκάσει η νάρκη, δεν θα συμβεί το "μοιραίον ατύχημα", όπως ίσως περιμένει να διαβάσει ο αναγνώστης. Δεν θα έχουμε χέρια και πόδια των αγοριών και των κοριτσιών κομμένα, το αίμα να ρέει, καρχαρίες να συρρέουν. Αυτά συμβαίνουν μόνον στα διηγήματα που γράφουν εν τάχει και δημοσιεύουν σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, κατόπιν παραγγελίας, αντί αδράς αμοιβής, κάποιοι (οι ίδιοι πάντοτε) συγγραφείς μας, με όρο απαράβατο πάντοτε να μην ξεπερνά τις πέντε λέξεις η κάθε πρόταση, γιατί έτσι απαιτεί το σύγχρονο λογοτεχνικό "μάρκετινγκ"!.. Εμείς, τέτοια παραγγελία δεν πήραμε και ανάλογες δεσμεύσεις δεν αναλάβαμε, μπορούμε να γράφουμε, άρα, ελεύθερα ό,τι μας κατεβαίνει.
Πέρασαν τα χρόνια, σκόρπισε η παρέα μας, και θα είχα ξεχάσει αυτή την ιστορία εντελώς αν δεν είχα ξενυχτίσει πρόσφατα διαβάζοντας ένα ξένο, γαλλικό δοκίμιο, για τις έννοιες του αυτού και του άλλου. Διόλου πρωτότυπο κείμενο, χιλιοειπωμένα πράγματα, όμως για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια συνέλαβα το ενδεχόμενο, η νάρκη, στον Πέρα Γιαλό, στον βυθό, να μην ήταν αυτή, αλλά μια άλλη. Σ' αυτό συντέλεσε και μια αμερικανική τηλεταινία που είδα ξημερώματα, όταν αποκαμωμένος έκλεισα το βιβλίο και πάτησα το κουμπί. Ήταν μια ταινία με θέμα μια περιπλανώμενη νάρκη του πολέμου - απειλή για τα ποντοπόρα πλοία. Μαζί με αδέσποτες, περιπλανώμενες γυναίκες - βόμβες, αινίγματα σωστά για δυνατούς άντρες - λύτες! Μια σαχλοταινία, αλλά καλογυρισμένη! Τόσο, που η υποψία μου μετατράπηκε γρήγορα σε βεβαιότητα. Σίγουρα η δική μας νάρκη δεν ήταν αυτή που είχαν αφοπλίσει οι ψαράδες ή οι μιναδόροι, αλλά μια άλλη, οπλισμένη κι έτοιμη να εκραγεί. Η ίδια η λογική της ταινίας το επέβαλε: επικίνδυνες νάρκες (και μοιραίες γυναίκες), δεν είναι όσες φαίνονται τέτοιες, αλλά εκείνες, κυρίως, που μοιάζουν αθώες! Και παίζαμε, τότε, στον Πέρα Γιαλό, κυριολεκτικά με τον θάνατο, χωρίς να το νιώθουμε, μέσα στην ανεμελιά της νιότης μας! Al mezzo del camin di nostra vita, κι ο θάνατος για πρώτη φορά ήρθε να σταθεί κοντά μου, κοντινός κι απόμακρος μέσα στον χρόνο, οικείος και ξένος την ίδια στιγμή. Ανατρίχιασα, με συνεπήρε μια αίσθηση umheimliche, απορίας και φρίκης της ύπαρξης, που λένε οι σοφοί. Το ανεπίδοτον του βίου μου κι όλες οι ματαιωμένες προσπάθειες να βρω ένα νόημα στην περιπλανώμενη ζωή μου, στα έργα του, στις γυναίκες που αγάπησα παράφορα, όλα μαζί ανέβηκαν στον αφρό διά μιας, λες και η ίδια η νάρκη ξαφνικά λευτερώθηκε απ' το βάρος του σιδερένιου αγκύριου, που την κρατούσε πενήντα τόσα χρόνια στους βυθούς του Αιγαίου, ανεδύθη κι έσκασε σηκώνοντας ένα πελώριο κύμα, σκορπίζοντας παντού συντρίμμια πλοίων και ανθρώπων. Ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς ανδρών Αχαιών ναυτικοίς τ' ερειπίοις.
Όταν πέρασε η πρώτη φρίκη, κατάλαβα ότι εκείνο που ένιωθα δεν ήταν αίσθημα ανακούφισης από έναν κίνδυνο που μόλις διέφυγα. Δεν ήταν ούτε απλή περιέργεια για το αν η νάρκη βρίσκεται ακόμα εκεί όπου την αφήσαμε, άθικτη. Άλλο ήταν το κρίσιμο ζήτημα για εμένα: εφόσον η νάρκη προορίζεται κάποια στιγμή να σκάσει μέσα στη ζωή μας, κι αφού είμαι εγώ που συλλαμβάνει σε συγκεκριμένη στιγμή τη μοναδική αυτή αίσθηση της πραγματικότητας του θανάτου, που κάνει τη ζωή μας να ζει, αφού αν δεν ήταν ο θάνατος παρακείμενος έπρεπε να τον επινοήσουμε για να έχουμε ζήσει, και αφού τα μέλλοντα εκφέρονται πάντα σε χρόνους πεπερασμένους, τότε η νάρκη έσκασε ήδη μέσα στη ζωή μου. Πώς δεν την άκουσα, όμως;
Με κατείχε αγωνία να μάθω, να ξεπεράσω την κρίση ταυτότητας που είχε αρχίσει να με κυριεύει: αφού είμαι εγώ που σκέφτομαι και συγχρόνως υπάρχω, και είναι η συνείδησή μου που αποκτά γνώση του εαυτού της την ίδια στιγμή που συλλαμβάνει τη θνητότητά της, σαν μέσα σε μια έκρηξη του μυαλού σε αργό ρυθμό (fulguratio η επιστημονική της ονομασία), πώς γίνεται να μην άκουσα τη νάρκη, την ίδια στιγμή που εξερράγη στο κέντρο της ύπαρξής μου, σαν ένα μπιγκ - μπανγκ, και γέννησε το εγώ μου; Πώς γίνεται να μη θυμάμαι την ίδια τη στιγμή της γέννησης της συνείδησής μου; Τι είναι εκείνο που μας κρύβει ο χρόνος; Η απάντηση μού ήρθε πάλι, με τρόπο αινιγματικό, απ' το παρελθόν.
Λίγα χρόνια πίσω, ξανά στο νησί. Φοιτητής επί πτυχίων, λαχανιάζοντας να προλάβω τον καιρό πριν συρρικνωθεί εντελώς. Η δικτατορία επί θύραις, η παρέα μας έχει σκορπίσει. Τα καλοκαίρια, σύντομα πια. Περίπατος με τη Μόνικα, τη νεαρή Αμερικανίδα φίλη μου, στο λιμάνι δίπλα σε αραγμένες πολυτελείς μηχανές θαλάσσης. Ένα κορίτσι ανέμελο, απλό, αγγελικό, λες από άλλους κόσμους βγαλμένο, συγχρόνως όμως γυναίκα ολόκληρη, που χαίρεται τη στιγμή της, δίχως να σκέφτεται το αύριο. Δανείζει και σ' εμένα κάτι από τη δροσερή και χερουβική της φύση. Κοντά της γίνομαι ένας άντρας - αγόρι, που θέλει διαρκώς να παίζει.
Καθώς περπατάμε, βλέπω στον δρόμο ένα πώμα φιάλης από αναψυκτικό, και το κλωτσώ, για να πάει πιο πέρα. Ακούγεται, την ίδια στιγμή, μια μακρινή εκκωφαντική έκρηξη, ένα "μπαμ" τεραστίων διαστάσεων, που συγκλονίζει το λιμάνι, το νησί, κι όλο το Αιγαίο, καθώς μάθαμε αργότερα. Για μήνες απασχολούσε τις εφημερίδες το άλυτο μυστήριο εκείνης της έκρηξης, χωρίς να δοθεί ποτέ καμιά εξήγηση, τι ήταν εκείνο που την προκάλεσε.
Πετιέται όλος ο κόσμος έξω. Η Μόνικα ενθουσιάζεται απ' το απρόσμενο, εκρηκτικό αποτέλεσμα που είχε το λάκτισμα ενός πώματος φιάλης. "Very good kick", φωνάζει, χτυπάει παλαμάκια με τα δυο της χέρια, ρίχνεται στην αγκαλιά μου και με φιλάει μπροστά σ' όλο τον κόσμο.
Τέλειωσε το σύντομο εκείνο καλοκαιρινό μας ειδύλλιο, δεν την ξαναείδα. Τότε δεν ήξερα, τώρα όμως ξέρω... Και μπορώ να διαπεράσω το πυκνό φράγμα των ετών, που μας κρύβει την αλήθεια. Να ξαναγίνω, για μια στιγμή, έστω, εκείνο το αγόρι που θέλει να παίζει... Αιών παις εστί, παίζων, πεσσεύων παιδός η βασιλείη... Η έκρηξη που ακούσαμε ήταν η νάρκη! Μόνικα, πού είσαι; Μ' ακούς;

Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι κριτικός θεάτρου και πεζογράφος. Τελευταίο του βιβλίο το «Ιστορίες από το χαμένο βιβλίο: Ένα μυθιστόρημα για το χρόνο», εκδόσεις Ένεκεν, σελ. 221

Δεν υπάρχουν σχόλια: