1/1/21

Διακόσια σκαλοπάτια

Έλενα Ακύλα, Μονοπάτι, κεραμικές αποτυπώσεις θραυσμάτων, διαστάσεις μεταβλητές

Της Αρετής Γκανίδου* 

Το παιδικό καροτσάκι κατρακυλούσε ακυβέρνητο τα 200 σκαλοπάτια της Οδησσού (σήμερα Σκάλες Ποτέμκιν), όπως μας αφηγείται ανεπανάληπτα ο Αϊζενστάιν. Κατρακυλούσε ακυβέρνητο και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από το ψάθινο παραλληλόγραμμο πανέρι. Λεπτοπλεγμένο (άραγε με λυγαριές, με ψαθί ή καλάμια;) και δεμένο με μέταλλο φιδογυριστό στο οριζόντιο χερούλι του, ήταν βιδωμένο στον ραφινάτο λεπτό μεταλλικό σκελετό και οι εκλεπτυσμένες ρόδες χοροπηδούσαν ρυθμικά σ’ ένα ηχητικό μοτίβο, όπου βίαια συγκρούεται η ανάταση του ονείρου με τη φρίκη του εφιάλτη. Αναμφισβήτητα ένα καροτσάκι φτιαγμένο με φαντασία και μεράκι. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου, λες και η σύγκρουση δεν αφορούσε πρόσωπα. Λες και η σύγκρουση ήταν ανάμεσα στην ειρηνική ζωή ( που υμνούσε η ψάθα ) και στα σπαθιά, τις λόγχες και τις σφαίρες. 
Από τότε σπάνια μπορώ να κοιτάξω παρόμοια σκαλοπάτια χωρίς να νιώθω κάποια αόριστη απειλή. 
Όσο για το μωρό στο καροτσάκι –άραγε αγόρι ή κορίτσι;– δεν ήταν παρά ένα νήπιο εν τρόμω. Ένας παις, ας πούμε, εν δείματι και φόβω. Μαζί με τα άλλα νήπια που εσφαγίασε (και ο αριθμός ακόμα ασαφής στην έρευνα) ο Ηρώδης. «Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και .... νεόθυτοι άρνες…» Δεν είχε την τύχη των Επτά εν υπνώσει Αγίων Παίδων, που κοιμούνται στην Εφταμάρτυρο της Σίφνου∙ εννοώ το εκκλησάκι που κρέμεται πάνω απ’ τη θάλασσα και για να φτάσεις από το χωριό Κάστρο πρέπει να μετρήσουν τα πόδια σου 200 (κατά προσέγγιση, μου είπαν από το Αρχαιολογικό Μουσείο Σίφνου, ποιος τα μετράει) σκαλοπάτια, λαξευμένα στα βράχια. Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφταμάρτυρος είναι αυτοί που γλίτωσαν απ’ το κυνηγητό των στρατιωτών του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Δεκίου μπαίνοντας σε μια σπηλιά, όπου «εκοιμήθησαν» για σχεδόν 200 χρόνια. Και μέχρι τώρα εν υπνώσει είναι, αφού, όταν ξύπνησαν και βγήκε ο ένας τους, ο Ιάμβλιχος, για νερό και ψωμί, τον πήραν στο κατόπι οι Χριστιανοί Εφέσιοι που αντελήφθησαν το θαύμα και συνέρρευσαν ένθεοι στην είσοδο της σπηλιάς. Και μιλούσαν χωρίς σταματημό με τους Επτά Αγίους Παίδας, και πες και πες, και πες και πες «εκοιμήθησαν» εκ νέου οι Άγιοι Επτά Παίδες, εξουθενωμένοι από το κουβεντολόι. Από «άλλη κούραση», όπως εποίησεν ο Καβάφης το συμβάν: «…Και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες/ σ’ αυτόν τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, /τον αγιασμένο μ’ εκκλησίες και σταυρούς. / Μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά,/ και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν,/ (και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή)/ που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες,/ από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δύο αιώνες πριν,/ και νύσταξαν μες στην συνομιλία/ και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν.» (Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Ίκαρος, 1994) 
Ο παις εν δείματι και φόβω στα 200 σκαλιά της Οδησσού τον Ιούλιο του 1905 (ή του 1925, θέμα οπτικής) ήταν ολομόναχος και εκτεθειμένος στους διώκτες, όπως και τα σφαγιασθέντα νήπια, ενώ οι Άγιοι Παίδες και Επτά ήταν και οι διώκτες τους ποτέ δεν έφτασαν στο σπήλαιό τους και εν υπνώσει, τουτέστιν κοιμήθηκαν μακάρια. Και κοιμούνται ακόμα στην Εφταμάρτυρο της Σίφνου. Παρόμοιο εξωκκλήσι είναι στη Σκόπελο, κοντά στη Γλώσσα, του Ιωάννη του Προδρόμου (ο οποίος, ως γνωστόν, δίχρονο νήπιο γλίτωσε τότε, το 75 μ.Χ., τη σφαγή, αλλά αποκεφαλίστηκε αργότερα από τον άλλο Ηρώδη, τον γιο και συνονόματο του Σφαγέα των νηπίων). Και στο εξωκλήσι του της Σκοπέλου 200 σκαλοπάτια ανεβαίνεις για να φτάσεις. Κάποτε ήταν 106, αλλά τα στένεψαν και προέκυψαν γύρω στα 200 (στρογγυλοποιημένα, όπως και οι 196 σήμερα Σκάλες Ποτέμκιν ) 
Το νήπιον εν τρόμω στις Σκάλες Ποτέμκιν έγινε βέβαια λαμπάκι νύχτας στη μνήμη μου (και στους λαβυρίνθους των μνημονικών συνάψεων μου, όπως αποδεικνύει ο παρών ελικοειδής συνειρμός) Και στο δικό του φως νεκροτομήθηκε ο αιφνιδίως θανών άντρας στα παρόμοια σκαλοπάτια του Αγίου Νικολάου στην Πάτρα. Αυτόν τον άμοιρο, τον λήστεψαν όσο ήταν σωριασμένος και άσφυγμος. Του πήραν κινητό και πορτοφόλι κάποια καλόπαιδα, φροντίζοντας να προσθέσουν σ’ έναν άδοξο ( ή και ειρηνικό, αλλά σίγουρα απροσδόκητο) θάνατο και την ανοησία της σκύλευσης. Ανωνύμως. Και απρόσωπα. Νεκρός και σκυλευτές στις ωραιότατες σκάλες -193 για την ακρίβεια – φωτίζονται στον σκοτεινό θάλαμο της μνήμης μου από το λαμπάκι νύχτας του παιδός εν δείματι και φόβω. Και ακριβώς δίπλα από τις σκάλες του Αγίου Νικολάου (που κατεβαίνουν στη θάλασσα ή ανεβαίνουν απ’ αυτήν στον ουρανό), οι 192 σκάλες του Μπρονξ (που οδηγούν από τσιμεντένιο επίπεδο σε άλλο τσιμεντένιο επίπεδο) άδειες, με τον Τζόκερ στις τελευταίες φιγούρες του ζοφερού χορού του. 
Μετακινείται το λαμπάκι στον σκοτεινό θάλαμο του νευρωνικού δικτύου της μνήμης. Από το κόκκινο της στολής του Τζόκερ μετακινείται αστραπιαία στο κόκκινο της φορεσιάς του Καραϊσκάκη, μετά στην σπηλιά του, στο ανεξακρίβωτης προέλευσης βόλι που τον σκότωσε, στο στόμα του το συσπασμένο καθώς ξεστομίζει «Κλάστε μου τώρα τον πούτζον!….», ο Κολοκοτρώνης κλαίει «σαν γυναίκα» για τον νεκρό, να το Παλαμήδι με τα 859 σκαλοπάτια του, φωτίζει ακόμα το λαμπάκι νύχτας σαν περιπολικό, ο Κολοκοτρώνης ανεβαίνει το βουνό Έρε στην Ύδρα, φτάνει στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, την άλλη φυλακή του, ο Ματουσένκο με τις μουστάκες του Κολοκοτρώνη, ο Βακουλίντσουκ με το σκοινί του Ανδρούτσου κρέμεται πάνω από το νερό μισοπεθαμένος… 
Το καροτσάκι λαμπάκι νυκτός (μέσα του ο παις εν δείματι και φόβω), εγκατεστημένο στους μνημονικούς ελικοειδείς και τεμνόμενους νευρώνες μου, απότομα αιωρείται για λίγο στο κενό. Ύστερα, πέφτοντας κάθετα μαζί με τον νεκρό Ανδρούτσο από το ψηλότερο σημείο του Πύργο του Γουλά, σαν κομμένος αλλόκοτος χαρταετός με το σκοινί να τους ακολουθεί , μετρά με τον δολοφονημένο τα 26 κάθετα μέτρα ώς κάτω στο πλακόστρωρο της Απτέρου Νίκης. Στην Ακρόπολη. Καθέτως, 27 μέτρα ύψος έχουν οι Σκάλες Ποτέμκιν. 
Οι χρονολογίες και οι τόποι γυρίζουν σαν καρουζέλ γύρω από το λαμπάκι - περιπολικό. Έχει και η μνήμη μου τους φύλακες της. 
Το νήπιον εν δείματι και φόβω, μες στο πλεκτό ψάθινο καροτσάκι του, μετρά μες στο μυαλό μου 200 σκαλοπάτια, σκαλί και χρόνος, και πες μου εσύ αν τα μετρά κατρακυλώντας ή ανεβαίνοντας ή σπειροειδώς ή, χειρότερα, ανεβοκατεβαίνοντας. 

[Από το καινούριο τεύχος του περιοδικού της Κοζάνης “Παρέμβαση”, στο αφιέρωμα με αφορμή τα διακόσια τεύχη του] 

*Η Αρετή Γκανίδου είναι ποιήτρια

Δεν υπάρχουν σχόλια: