27/11/22

Ποίηση, το «νέο γένος»: Μεταξύ κατανόησης και επινόησης (IV)

Σκέψεις για τα προβλήματα της έννοιας (Α΄)

Έργο του Πάνου Προφήτη. Φωτ.: Βασίλης Μπακάλης

Του Αλέξιου Μάινα*

Η ιδέα των περισσοτέρων για την ποίηση είναι τόσο αόριστη, ώστε καταλήγει
η ίδια αυτή αοριστία ν’ αποτελεί γι’ αυτούς τον ορισμό της ποίησης.
(Πωλ Βαλερύ,1871-1945)

Ακόμα και περιοριζόμενος στην αυστηρά κειμενική διάσταση του όρου, μοιάζει αδύνατο να ορίσει κανείς την ποίηση ικανοποιητικά. Σχεδόν αναπόφευκτα υποπίπτει σε (λογικές) διαλληλίες και στενεύει ή υπερβαίνει το εύρος της έννοιας. Αναφέρω ένα παράδειγμα από το λεξικό λογοτεχνικών όρων της Οξφόρδης: Lyric: Any fairly short poem expressing the personal mood, feeling or meditation of a single speaker. Στηριγμένος στον όρο «ποίημα» ο ορισμός είναι είτε κυκλικός, καθότι για να ορίσεις το ποίημα χρειάζεσαι την έννοια της ποίησης· είτε υπερβολικά ευρύς, σε περίπτωση που ο όρος «ποίημα» εννοεί απλώς την ένστιχη οργάνωση του λόγου και περιλαμβάνει –όπως ενίοτε ακόμα στα αγγλικά και γερμανικά– επιπλέον και τα «narrative» ή «dramatic poems». Ορισμοί τέτοιου τύπου είναι στην καλύτερη περίπτωση ονοματικοί, όχι αναλυτικοί, δηλαδή στοχεύουν σε μια διασάφηση του γλωσσικού περιεχομένου της έννοιας, μέσω των βασικών χαρακτηριστικών που της προσδίδονται ευρέως.
Η ποίηση, με τη σημερινή σημασία, είναι ιδιάζουσα περίπτωση έννοιας:
1. Τα κειμενικά είδη που δηλώνει, επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια –στη δική μας γλωσσική παράδοση, από την εμφάνιση των πρώτων γνωστών κειμένων που αποκαλούμε, με τη σημερινή σημασία, ποίηση– δεν είχαν οδηγήσει τη γλώσσα στη δημιουργία μιας υπερκείμενης έννοιας που να συσχετίζει τα κείμενα ως τέτοια μεταξύ τους. (Ας προστεθεί επεξηγηματικά ότι το κριτήριο της συνοδείας του λόγου από κάποιο μουσικό όργανο ή μελωδία είναι εξωκειμενικό, καθώς υπερβαίνει τον ορίζοντα μετρικών, ρυθμικών ή άλλων προσωδιακών γεγονότων.) Η έννοια –όχι η λέξη– της ποίησης είναι πρόσφατη. Το γεγονός ότι δεν μας χρειάστηκε επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια (μέχρι τον 18ο αιώνα), παρόλο που τα επιμέρους είδη πέρασαν από το κόσκινο του Αριστοτέλη, των Στωικών, των Νεοπλατωνικών κ.ά., αν και δεν υπονομεύει την επικοινωνιακή (π.χ. την οργανωτική, εκδοτική και αναγνωστική) χρησιμότητά της, θορυβεί ως προς το οντολογικό και γνωσιολογικό της στάτους, καθώς οδηγεί στην υποψία ότι αποτελεί συμπίληση ετερόκλιτων κειμενικών δυνατοτήτων, δηλαδή ποιημάτων που δεν μοιράζονται ένα κοινό γνώρισμα – και άρα ότι δεν αποτυπώνει πραγματικά κειμενικά ευρήματα.
2. Οι προσπάθειες να προσδιοριστεί η φύση ή ουσιώδης ιδιότητά της (αριστοτελικά: τὸ τί ἦν εἶναι) είναι πασιφανώς ιστορικά προσδιορισμένες και γι’ αυτό περιορισμένης αξίας. Απορρέουν δε κατά κανόνα από ευρύτερα συστήματα αισθητικής, είναι δηλαδή καρποί φιλοσοφικής συστηματοποίησης ευρύτερων πεδίων-φαινομένων, εν πολλοίς εξωλογοτεχνικών. Η δε εκάστοτε επικρατούσα οπτική/ορισμός είναι ενδεικτική της πολιτισμικής στιγμής: καθρεφτίζει τα ερωτήματα και ενδιαφέροντα μιας εποχής της ιστορίας των ιδεών. Έτσι, δεν έχει νόημα να ρωτάει κανείς «τι είναι η ποίηση;», αλλά η ερώτηση είναι πάντα: «τι ήταν/είναι η ποίηση τότε/τώρα;».
Οι ορισμοί που δόθηκαν –συλλήψεις του εκάστοτε Zeitgeist/πνεύματος της εποχής, ίσως πειστικές εν τω καιρώ τους ως ερμηνείες κειμένων που συναριθμούμε στην ποίηση– μοιάζουν εκ των υστέρων επουσιώδεις ή επιτακτικοί, δηλαδή είτε εστιάζουν σε δευτερεύοντα χαρακτηριστικά, είτε ορίζουν καταχρηστικά με μεγάλο βαθμό διάθλασης και μυωπίας προς τα λογοτεχνικά κείμενα που εκπροσωπούν και υποτίθεται πως περιγράφουν. Η εντύπωση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε μεταθέσεις ή μεταπτώσεις της αντίληψης για την ποίηση, παρόλο που οι τεκτονικές μετακινήσεις της γραφής εντός κάθε γένους –ούτε τελολογικές ούτε θεωρητικά προβλέψιμες– οδηγούν κατά καιρούς σε κατολισθήσεις στη θεωρία. Πρωτίστως οφείλεται στη γενικότερη μετακίνηση του θεωρητικού πλαισίου-συγκειμένου στην ιστορία των ιδεών, που κάνει κάθε προηγούμενο Παράδειγμα/Υπόδειγμα ή τρόπο πρόσβασης (στην εννοιολόγηση) της ποίησης να μοιάζει ακατάλληλος: περιορισμένος-μονομερής, επιπόλαιος ή αυθαίρετος. Καθώς μεταχρωματίζεται ο ορίζοντας προσλαμβανουσών και ο φακός των ενδιαφερόντων μας, αλλάζει και ο τρόπος που ερμηνεύουμε τα κειμενικά φαινόμενα. Το εκάστοτε νέο Παράδειγμα ή Υπόδειγμα επιδρά καθοριστικά κατά την ανάγνωση, την ανάλυση, ακόμα και την αυθόρμητη αξιολόγηση των κειμένων, καθώς, λίγο-πολύ ασυνείδητα, κρίνονται με βάση ένα ιδεοτυπικό πρότυπο. Εντέλει, λοιπόν, τα κείμενα διαβάζονται στα πλαίσια ενός ορίζοντα αναγνωστικών προσδοκιών ως εύστοχα ή παράταιρα δείγματα ενός συγκεκριμένου τύπου. Στις σημαντικές αποκλίσεις των «παραδειγματικών» προτύπων των διαφόρων αναγνωστικών κοινοτήτων οφείλονται –εν μέρει– και οι αγεφύρωτες αποκλίσεις των αξιολογικών μας κρίσεων.
3. Οι μετακινήσεις στον καθορισμό του ουσιώδους –τάχα– γνωρίσματος, δηλαδή εκείνου που επιτρέπει να αντιληφθούμε ένα κείμενο ως ποίηση, επέφεραν την ενσωμάτωση νέων κειμενικών τύπων, χωρίς την αποβολή παλαιότερων ιστορικών ειδών. Το παράδοξο αυτό δείχνει ότι οι διευρύνσεις ήταν πάντα προσθετικές και οι ορισμοί ατελείς: ένα μη ρητό μέρος επιτρέπει σε παλαιότερες κειμενικές μορφές να παραμένουν ανεφεσίβλητα στο σώμα της ποίησης, χωρίς να απειλούνται από οντολογικές αποκαθαιρέσεις και επακόλουθους εξοβελισμούς. Έτσι, παραμένουν ποίηση, κι ας μην είναι βάσει του εκάστοτε νέου Παραδείγματος ή Υποδείγματος, και του αντίστοιχου ρητού ορισμού που αναφέρεται συνήθως σε ένα μόνο κειμενικό γνώρισμα. Για την ακρίβεια, παραμένουν ποίηση επειδή η ποίηση (ως γένος) μοιάζει να είναι πάντα το σύνολο των κατά καιρούς ορισμών της (με την έννοια του εκάστοτε κομβικού γνωρίσματος).
Τουτέστιν, η ίδια η γενολογική έννοια, με υπόρρητο, μάλλον ανεπίγνωστο κι ανεξέταστο τρόπο, διαρκώς διευρύνεται καθώς αλλάζουν οι αισθητικές-θεωρητικές ή οι συγγραφικές τάσεις που αξιώνονται ένταξη στους κόλπους της – γεγονός που καθιστά την πρόκληση του ορισμού της όλο και πιο απαιτητική ή ουτοπική. Το ίδιο γεγονός μοιάζει να εξηγεί την αμυντική-«συντηρητική» στάση πολλών, φιλολόγων και αναγνωστών, απέναντι στις συνεχείς ιστορικές διευρύνσεις ή υπερχειλίσεις της έννοιας, που δοκιμάζουν τις αντοχές της ως συνεκτικής κατασκευής.
Θα τελειώσω, αυτή τη σειρά κειμένων, την επόμενη Κυριακή

*Ο Αλέξιος Μάινας είναι ποιητής

Δεν υπάρχουν σχόλια: