18/6/16

Θουκυδίδης, εξουσία και ιστορία

ΤΟΥ ΜΑΣΣΙΜΟ ΚΑΤΣΟΥΛΟ

Κατερίνα Kότσαλα, Τhunder thunder, λάδι σε plexi glass, 103x290 εκ., από την ομαδική έκθεση με τίτλο Fields of Vision που πραγματοποιείται στη γκαλερί Έκφραση- Γιάννα Γραμματοπούλου (Βαλαωρίτου 9Α, Αθήνα). Μέχρι 2/7


ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΚΑΝΦΟΡΑ, Θουκυδίδου. Το ψέμα, η ενοχή, η εξορία, εκδόσεις Laterza 2016, σελ.V-VI + 351

O Θουκυδίδης του Λουτσιάνο Κάνφορα είναι ο “τελευταίος σταθμός” μιας μακρόχρονης αναζήτησης που, ξεκινώντας το 1976 με το βιβλίο Ο συνεχιζόμενος Θουκυδίδης, έδωσε σημαντικότατες προσφορές στην Thukydesforschung.
Σε περίπου 350 πυκνές σελίδες, ο Κάνφορα δημιουργεί ένα φιλολογικά πλούσιο και συναρπαστικό δοκίμιο, όπου, βήμα το βήμα, αναπαρασταίνει τη βιογραφία και το έργο του Θουκυδίδη, πλέκοντας έναν καρποφόρο διάλογο με τους κορυφαίους μελετητές του Αθηναίου ιστοριογράφου (Ed. Schwartz, U. von Wilamowitz και K. J. Dover, εν πρώτοις). 
Ο Θουκυδίδης, υιός του Ολόρου, ήταν απόγονος μίας από τις πλουσιότερες και έγκριτες οικογένειες της Αθήνας, που είχε μέλη της τον Μιλτιάδη, τον Κίμωνα και τον Θουκυδίδη του Μελεσία, εξοστρακισθέντα το 443 π. Χ. από τον Περικλή. Ο μέγιστός του πλούτος ήταν αποτέλεσμα της εργολαβίας (όχι της ιδιοκτησίας, όπως λέγεται συχνά) των χρυσορυχείων του όρους Παγγαίου, χάρις στα οποία η Αθήνα εισέπραττε ετησίως τεράστια κέρδη, θεμελιώδη για τον ιμπεριαλισμό της. Οι οικογενειακοί δεσμοί με τους πρίγκιπες που βασίλευαν στην περιοχή εκείνη, περιφερειακή μεν, αλλά σημαντική στην πολιτική σκακιέρα της εποχής, δίνανε στον Θουκυδίδη έντονο κύρος και τη δυνατότητα να επηρεάσει τις αποφάσεις των αρχόντων ενός τόπου που, ήδη κρίσιμος για την Αθήνα, έγινε, με την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, αναγκαίος για δύο λόγους: α) για την προστασία των χρυσορυχείων και των δασών απ’ όπου προέρχονταν τα ξύλα για τα ναυπηγεία (“ξύλα ναυπηγήσιμα”), β) για τον έλεγχο των ανήσυχων πόλεων της Δηλιο-Αττικής Συμμαχίας.
Γι’ αυτό τον λόγο, το 425 π. Χ., ο Θουκυδίδης εξελέγη από την Βουλή στρατηγός και απεστάλη, με τον συνάδελφό του τον Εύκλη, στην Θάσο, προκειμένου να ελέγξει, από το νησί, την αντίπερα ακτή της Θράκης. Ο δε Εύκλης ανέλαβε την ευθύνη να φυλάξει την Αμφίπολη, πόλη ιδρυθείσα επίτηδες για να σταθεροποιηθεί η αθηναϊκή κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή και να εξασφαλιστούν τα χρυσορυχεία.

Η αποστολή φαινόταν ήσυχη. Όμως τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, λόγω της αστραπιαίας και αναπάντεχης εκστρατείας του σπαρτιάτη Βρασίδα που, με καινοφανή στρατηγική, οδήγησε τη στρατιά μακριά από την Πελοπόννησο, με σκοπό να χτυπήσει την ηγεμονία της Αθήνας κατευθείαν στις πηγές του πλούτου της. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης ιστορεί λεπτομερώς τι συνέβη: πληροφορηθείς ότι οι εν Αμφιπόλει ήταν έτοιμοι να παραδοθούν στον Βρασίδα, ο Θουκυδίδης αποπλέει αμέσως από την Θάσο με τα επτά πλοία που είχε εκεί. Η Αμφίπολη απέχει από το νησί “ημίσεος ημέρας πλουν”. Ο Θουκυδίδης δεν πρόλαβε να σώσει την πόλη (που, εν τω μεταξύ, είχε παραδοθεί στον Βρασίδα), αλλά έσωσε την Ηιόνα, το λιμάνι της Αμφίπολης, χάριν στη γρήγορη αντίδρασή του: “ει γαρ μη εβοήθησαν αι νήες διά τάχους, άμα εω αν είχετο”, υπογραμμίζει, υπό τον διπλό ρόλο του συγγραφέα και του δρώντος. Ο Θουκυδίδης, άρα, έκανε καλά την δουλειά του, αφού είχε σταματήσει τον έως τότε αήττητο Βρασίδα, πριν να καταληφθεί και το κρισιμότατο λιμάνι.
Όμως, σύμφωνα με αρχαίες πηγές, ο Θουκυδίδης καταδικάστηκε σε εξορία από τους Αθηναίους, με πρωτοβουλία του δημαγωγού Κλέωνος, “εχθρού των πλουσίων” (έτσι υπέθεσαν ο W. Roescher και ο G. Grote), λόγω της πτώσης της Αμφίπολης. Η υπόθεση αυτή έγινε “fabula recepta” και σε αυτήν εστιάζει ο Κάνφορα την προσοχή του.
Εν πρώτοις, για ποιο λόγο  -ρωτάει ο Κάνφορα- ο Θουκυδίδης, που διηγείται ανοιχτά όλα τα ”αμφιπολικά”, χωρίς να ελαχιστοποιήσει ούτε την ανήσυχη αντίδραση των Αθηναίων στην είδηση της πτώσης στα χέρια του Βρασίδα (“ες μέγα δέος κατέστησαν”), αποσιωπά τις σκληρές συνέπειες που το γεγονός θα είχε στην ζωή του; Όχι μόνο, όντως, δεν μιλάει για την εξορία, αλλά ούτε για καμμιά απόφαση των Αθηναίων εις το βάρος του ή του Ευκλέους. Η πρώτη και μόνη αναφορά στην υποτιθέμενη εξορία βρίσκεται  στο Ε΄ βιβλίο (Ε 26), στο λεγόμενο “δεύτερο προοίμιο”, όπου κάποιος μιλάει για την εξορία του. Και γιατί – δεύτερο ερώτημα- ο Θουκυδίδης θα έπρεπε να καταδικαστεί από τους Αθηναίους, αφού: α ) ο Εύκλης ήταν ο στρατηγός που έπρεπε να φυλάξει την Αμφίπολη (“φύλακας του χωρίου” τον λέει ο Θουκυδίδης), β) ο ίδιος ο Θουκυδίδης είχε σώσει την Ηιόνα και γ) ο Θουκυδίδης έμεινε ακόμα για πολύ χρόνο στην περιοχή; Να μη λησμονήσουμε ότι, ενώ ο Εύκλης ήταν μέσα στην πόλη που παραδόθηκε στον Βρασίδα, ο Θουκυδίδης ήταν μακριά, στην Θάσο, και δεν πρόλαβε, λόγω της απόστασης, να βοηθήσει τον Εύκλεα.
Η έρευνα ξεκινάει από τον τόπο της εξορίας. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, ο Θουκυδίδης, στα χρόνια της υποτιθέμενης εξορίας του, ζούσε στην Πελοπόννησο, ή στην Ιταλία, ή στην Θράκη (στην Σκαπτή Ύλη). Από εκείνες τις περιοχές θα συνέλλεγε υλικό και πληροφορίες απαραίτητες για να συντάξει το έργο του. Απ’ αυτό έπονται, όμως, δύο απίστευτες συνέπειες: 1) ότι ο Θουκυδίδης θα είχε στη δούλεψή του μια ομάδα πιστών πληροφοριοδοτών, 2) ότι κατά την διάρκεια της εξορίας του όχι μόνο θα ζούσε σε περιοχή υπό αθηναϊκή ηγεμονία (κάτι παράνομο) αλλά θα συνέχιζε να εισπράττει τα χρήματα από τα χρυσωρυχεία του Αθηναϊκού Κράτους (κάτι απίστευτο).
Και ακόμα: πώς είναι δυνατό, αναρωτιέται ο Κάνφορα, ο Θουκυδίδης, που έμεινε 20 χρόνια μακριά από τη Αθήνα (σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία του Ε 26) να ξέρει με τόση ακρίβεια τι συμβαίνει στην Αθήνα της περιόδου 426-05, σαν ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων;
Να πάρουμε λίγα παραδείγματα, από τα πολλά που θέτει ο Κάνφορα:
1) ο Θουκυδίδης ξέρει πολλές λεπτομέρειες, ως και τις ψυχολογικές αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, περί της αριστοκρατικής συνομωσίας του 411 π. Χ.  (μόνον ένας αυτόπτης μάρτυρας, και με στενές επαφές με τις ολιγαρχικές εταιρίες, μπορούσε να πληροφορηθεί τόσο βαθιά). 2) Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει ότι ο απολογητικός λόγος του αρχηγού των πραξικοπηματιών του 411, του Αντιφώντος, ήταν “η άριστα  [απολογία] των μέχρι μου”. Αυτό σημαίνει ότι ο Θουκυδίδης ήταν παρών στην Αθήνα και άκουσε προσωπικά την απολογία του Αντιφώντος: η έκφραση “των μέχρι μου” δεν σημαίνει απλά “στην εποχή μου”, αλλά δείχνει προσωπική εμπειρία. Άλλωστε η παρουσία του Θουκυδίδη στην Αθήνα το 411 επιβεβαιώνεται από την μετάφραση ενός αποσπάσματος του Αριστοτέλη (137 Rose = 125 Gigon) από τον Κικέρωνα στον Brutus (47). Ο Κικέρωνας γράφει: “se audiente scripsit Thycidides”, δηλ. “αυτού του ιδίου ακούοντος, έγραψε ο Θουκυδίδης”. Και ο Αριστοτέλης είχε πληροφορίες βεβαιότερες των δικών μας και πολλών άλλων αρχαίων πηγών.
Πώς φτιάχτηκε, άρα, ο μύθος της εξορίας; Εδώ, η παράδοση του Θουκυδίδη εμπλέκεται με εκείνη του Ξενοφώντος. Το κρίσιμο σημείο είναι το Ε 26, το “δεύτερο προοίμιο”:
“Γέγραφε δε και ταύτα ο αυτός Θουκυδίδης Αθηναίος εξής, ως έκαστα εγένετο, κατά θέρη και χειμώνας, μέχρι ου την τε αρχήν κατέπαυσαν των Αθηναίων Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι, και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον. Έτη δε ες τούτο τα ξύμπαντα εγένετο τω πολέμω επτά και είκοσι […] και ξυνέβη μοι φεύγειν την εμαυτού έτη είκοσι μετά την ες Άμφίπολιν στρατηγίαν”.
Το προοίμιο αυτό είχε προκαλέσει ήδη τις αντιρρήσεις του Ed. Schwartz, που το θεωρούσε έργο ενός “κατασκευαστή”, όχι του συγγραφέα, χωρίς, όμως, ν΄ αμφισβητήσει την αλήθεια της εξορίας.
Ο Κάνφορα υποβάλλει το προοίμιο σε πυκνή ανάλυση, απ’ την οποία αναφαίνονται πολλά στοιχεία που δεν στέκουν. Ας δούμε εν συνόψει μερικά:
1. Ο Θουκυδίδης είχε ήδη σφραγίσει το έργο με την υπογραφή του στην αρχή (“Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε”, Α, 1) και δεν είχε ανάγκη να την επαναλάβει τώρα, σε ανώνυμο σημείο.
2. Το προοίμιο είναι κολλάζ φράσεων του Ξενοφώντος.
3. Ο Θουκυδίδης δεν θα παρέλειπε ποτέ, σε νέο προοίμιο όπου υπογραμμίζει ότι τα πρώτα δέκα χρόνια πολέμου (που τελείωσε με την Ειρήνη του Νικία, το 421 π. Χ.) και τα υπόλοιπα δεκαέξι χρόνια ήταν ο ίδιος πόλεμος κι όχι δύο διαφορετικοί, να μιλήσει για το σπουδαιότερο γεγονός αυτής της φάσης: την καταστροφική εκστρατεία του αθηναϊκού στόλου στην Σικελία, το 415-13 π. Χ., στην οποία αφιερώνει το εκτενές Ζ βιβλίο.
4. Αν η εξορία διαρκούσε είκοσι χρόνια (424-20), σημαίνει ότι η καταδίκη δεν ακυρώθηκε ούτε από την αμνηστία του 411 με την εφήμερη αριστοκρατική κυβέρνηση των Τετρακοσίων, με τους οποίους ο συγγραφέας είχε άριστες σχέσεις. Ή, αλλιώς: γιατί, ούτε σε μια καλή, γι’ αυτόν, πολιτική συγκυρία δεν επέστρεψε στην Αθήνα;
Όντως, ισχυρίζεται ο Κάνφορα (παλιά του υπόθεση), το προοίμιο δεν εγράφη από τον Θουκυδίδη αλλά από τον Ξενοφώντα. Αυτός εξορίστηκε είκοσι χρόνια μετά τον εμφύλιο και μετά την αμνηστία του 401, απ’ την οποία ο ίππαρχος Ξενοφών έμεινε έξω, μαζί με άλλους στενούς συνεργάτες των Τριάκοντα. Έτσι έφυγε εκουσίως, προλαβαίνοντας την σίγουρη καταδίκη, κι έγινε μισθοφόρος του Πέρση βασιλέα Κύρου.
Μένουν ακόμα ανοιχτά κάποια ερωτήματα: α) πώς, γιατί, και από ποιόν το δεύτερο προοίμιο εντάχθηκε στο έργο του Θουκυδίδη; β) πώς εξηγείται η φράση  “μετά την ες Άμφίπολιν στρατηγίαν” απ΄ την οποία ξεκίνησε όλο το ζήτημα;
Στην πρώτη μεν ερώτηση ο Κάνφορα απαντάει ότι το προοίμιο εντάχθηκε από τον Ξενοφώντα, όπως μαρτυρεί ο Διογένης ο Λαέρτιος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ξενοφών, έστω κι αν είχε την δυνατότητα να εκδώσει λαθραία [δυνάμενος υφελέσθαι] τα ατελή του Θουκυδίδη, δεν το έκανε, αλλά τα εξέδωσε ως “παραλειπόμενα του Θουκυδίδου”. Ισχυρισμός που βρίσκει επιβεβαίωση στον Διόνυσο της Αλικαρνασσού, που λέει ότι ο Θουκυδίδης άφησε, λόγω του θανάτου του, ατελές το έργο του. Κι ως “παραλειπόμενα του Θουκυδίδου” κυκλοφορούσαν επί πολύ, μέχρι που η παράδοση χάλασε και τα “ατελή”, δηλ. η ιστορική διήγηση από το 411 έως το 404 (από το τέλος του πραξικοπήματος των ολιγαρχικών έως το τέλος του πολέμου,) που ο Θουκυδίδης άφησε ακατέργαστη κι ανέκδοτη, θεωρήθηκαν το πρώτο μέρος των Ελληνικών του Ξενοφώντος, που αρχίζουν με ένα απίστευτο και ανεξήγητο “Μετά δε ταύτα”, σημείο ότι κάτι σίγουρα έχει χαθεί πριν.
Με ποιόν τρόπο τα παραλειπόμενα έφτασαν στα χέρια του Ξενοφώντος δεν το ξέρουμε, και ο ίδιος ο Κάνφορα κάνει εικασίες, αλλά να μην ξεχνάμε ότι ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών ανήκαν στους ίδιους αριστοκρατικούς κύκλους και συμμερίζονταν την ίδια απέχθεια για την δημοκρατία.
Στην δεύτερη δε ερώτηση, ο Κάνφορα απαντάει με την φιλολογική μέθοδο, παρατηρώντας πώς μια οικογένεια χειρογράφων μαρτυρεί “η μάχη ες την αμφίπολιν”, (δηλ. “αμφί την πόλιν”) παραλλαγή που, κατά την γνώμη του, δείχνει με ανώδυνο τρόπο τον “εμφύλιο” του 403, επειδή  “την πόλη” σημαίνει (εδώ και αλλού) Αθήνα, και ο εμφύλιος, όταν οι δημοκράτες, υπό την ηγεσία του Θρασύβουλου νίκησαν τη στρατιά των Τριάκοντα και επέστρεψαν στην Αθήνα, έγινε “για την πόλιν”, για την κατάκτηση της Αθήνας, ή της Ακρόπολης. Το συμπέρασμα είναι τώρα φανερό: ο γράφων τον δεύτερο προοίμιο, ο Ξενοφών, μιλάει για την βιογραφία του και ισχυρίζεται ότι, λόγω του εμφυλίου (“η μάχη ες την αμφί πόλιν”), όπου είχε ηγετικό ρόλο (την στρατηγεία)  και καταδικάστηκε σε εξορία (στην Πελοπόννησο) και εξόριστος έμεινε είκοσι χρόνια.
Η σύντομη αυτή σύνοψη δεν αντιστοιχεί στην πολυπλοκότητα και την οξύτητα του βιβλίου, που ξεκινάει σαν βιογραφική αναπαράσταση και γίνεται εν τη οδώ εξαιρετικό μάθημα ιστοριογραφίας και φιλολογικής μεθόδου, αφού πρόκειται, όπως όλα τα σπουδαία βιβλία, να προκαλέσει έντονες κριτικές και συζητήσεις και, ελπίζουμε, νέες έρευνες και νέες προοπτικές για να διαλευκανθεί έως το βάθος η συναρπαστική αυτή ιστορία.

Ο Μάσσιμο Κατσούλο είναι κλασικός φιλόλογος και μεταφραστής 

Δεν υπάρχουν σχόλια: