12/4/14

Θεμελιώδεις αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Οι ανθρώπινες κοινότητες αποτελούν κοινωνικά κύτταρα με πρωτογενή εξουσία, η οποία εκφράζεται μέσα από συμμετοχικές δομές αυτοδιεύθυνσης των τοπικών υποθέσεων.
Η κατοχή πρωτογενούς εξουσίας διαφοροποιεί ποιοτικά την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση από τις αντιπροσωπευτικές δομές δημοκρατίας και συνεπώς αυτή η ιδιότητά της θα πρέπει να είναι αναπαλλοτρίωτη. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται και τον ρητό νομικό ή και συνταγματικό ακόμη προσδιορισμό της  χωρικής κλίμακας στην οποία αναπτύσσεται η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση ώστε να εκφράζονται με πολιτικά αυθεντικό τρόπο αυτές οι πρωτογενείς εξουσίες.
Η αυτοδιοίκηση σε όλες τις βαθμίδες δομείται θεσμικά με τρόπο τέτοιο που να αναδεικνύεται η αξία της συλλογικής ευθύνης αντί της προσωποκεντρικής εξουσίας.
Η πρωτογενής εξουσία της κοινότητας επί των αιρετών επισφραγίζεται με το δικαίωμά της να τους ανακαλεί μέσω δημοψηφισματικών διαδικασιών (recall referenda).
Οι συμμετοχικοί θεσμοί αποτελούν θεμελιώδες γνώρισμα της αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και κατά συνέπεια αποτελούν αναπόσπαστο και δομικό συστατικό μέρος της θεσμικής και πολιτικής τους λειτουργίας. Οι θεσμοί αυτοί συμπεριλαμβάνουν τις λαϊκές συνελεύσεις και τα τοπικά δημοψηφίσματα, αλλά και ενδιάμεσους θεσμούς πολιτικής καινοτομίας, όπως η τοπική λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, η πλατιά τοπική διαβούλευση και ο θεσμός των διερευνητικών επιτροπών.
Ενεργοποίηση και αξιοποίηση της δυνατότητας που χορηγεί το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος για την, κατόπιν εξουσιοδότησης προς την αυτοδιοίκηση, έκδοση κανονιστικών πράξεων που αφορούν θέματα τοπικού ενδιαφέροντος. Η δυνατότητα αυτή μπορεί κάλλιστα να συνδυασθεί με το θεσμό της τοπικής λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Μητέρα και παιδί, 1943, επιχρωματισμένος 
γύψος, 42 × 14,5 × 15,5 εκ.
Συλλογή ΜΙΕΤ
Η δομή της αυτοδιοίκησης θα πρέπει να σέβεται και να αντανακλά με πολιτικά ορθολογικό τρόπο τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ πόλης και υπαίθρου (η οποία από τον «Καποδίστρια» και μετά έχει χαθεί εντελώς). Απόρροια αυτού είναι ότι ο πρώτος βαθμός αυτοδιοίκησης θα πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με τα φυσικά χαρακτηριστικά τού χώρου στον οποίο αφορά.
Ο δεύτερος (ή και τρίτος - αν υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση) βαθμός αυτοδιοίκησης δεν συνιστά πολιτική βαθμίδα με πρωτογενή εξουσία και παρεμβάλλεται ανάμεσα στην τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική εξουσία προκειμένου να επιτυγχάνονται οι απαραίτητοι εξορθολογισμοί στο γενικότερο επίπεδο της χωρικής διάρθρωσης του κράτους.
Οι βαθμίδες αυτοδιοίκησης συναρθρώνονται δομικά με τις κεντρικές πολιτικές κατά το σχεδιασμό της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Ο επιμερισμός των ρόλων και των ευθυνών γίνεται στη βάση της αρχής της επικουρικότητας. Οι βαθμίδες αυτοδιοίκησης αποτελούν οργανικά υποκείμενα του χωρικού προγραμματισμού.
Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι σαφής, εύληπτη και σταθερή, και να μην μπορεί να μεταβληθεί με την έκδοση απλών υπουργικών αποφάσεων. Επίσης, οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της αυτοδιοίκησης θα πρέπει να ορισθούν, να διακριθούν και να κατοχυρωθούν πλήρως με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο.
Το φορολογικό σύστημα και η δημοσιονομική πολιτική περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο μέρος κι ένα πολιτικό συμβόλαιο μεταξύ κεντρικού κράτους και αυτοδιοίκησης σχετικά με τον επιμερισμό εσόδων και δαπανών ανάμεσα στις διάφορες χωρικές κλίμακες. Η αυτοδιοίκηση επωμίζεται την αποστολή του απρόσκοπτου και κοινωνικά δίκαιου εφοδιασμού της κοινότητας με τοπικά δημόσια αγαθά. Τα θεμελιώδη, στρατηγικού χαρακτήρα, δημόσια αγαθά (παιδεία, υγεία κ.λ.π.) παρέχονται από το κεντρικό κράτος ή τις αποκεντρωμένες δομές του.
Νόμος κατοχυρώνει ότι για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην αυτοδιοίκηση πρέπει να προηγείται η μεταφορά των απαιτούμενων χρηματοδοτικών πόρων.[1] Οι ανώτατες ελεγκτικές αρχές (π.χ. Ελεγκτικό Συνέδριο) ασκούν δικαίωμα αρνησικυρίας για κάθε αρμοδιότητα που το κεντρικό κράτος μεταβιβάζει στην αυτοδιοίκηση σε περίπτωση που δεν μεταβιβάζει ταυτόχρονα και τους πόρους που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση της επίδικης αρμοδιότητας.
Ένα τμήμα του τοπικού προϋπολογισμού στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ (μικρό στην αρχή, μεγαλύτερο αργότερα) αποδίδεται στην κοινότητα και καταρτίζεται με αμιγώς συμμετοχικές διαδικασίες. Η αναλυτική εκτέλεση του ετήσιου τοπικού προϋπολογισμού δημοσιεύεται στο διαδίκτυο και υποβάλλεται σε απολογιστικό κοινωνικό έλεγχο.
Το κεντρικό κράτος είναι υποχρεωμένο να στηρίζει και να ενισχύει τους οργανισμούς που σκοπό έχουν την παροχή τεχνογνωσίας και τη γενικότερη ερευνητική στήριξη της αυτοδιοίκησης.

Από τις επεξεργασίες  της επιτροπής για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, της Ομάδας Εργασίας για το «Πολιτικό Σύστημα και την αναθεώρηση του Συντάγματος», που με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε την Άνοιξη του 2013

[1] Με τρόπο που να συνάδει με τη σχετική Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης (Council of Europe Conference of Ministers responsible for Local and Regional Government, Committee of Ministers Recommendation to member States on the funding of new local competences, CM/Rec(2011)11)

Δεν υπάρχουν σχόλια: