14/8/13

Ο ίσκιος της μάντρας

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥΛΗ

Αλέξανδρος Λάιος, Αναμνηστικός, 2010,
 μάρμαρο, 120 x 80 εκ
Τα παγκάκια είναι φιλόξενα, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους... μοιάζουν με σταθμούς ανεφοδιασμού για τη συνέχιση της πορείας, αύρα για σώματα κουρασμένα με αγχωμένο παρόν και νοσταλγικά περασμένα. Μια ολιγόλεπτη αναπνοή, ένα δροσερό ποτήρι νερό σε ξεραμένα χείλη.
Η ανεκτίμητη αποστολή τους κορυφώνεται τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν ο ήλιος γίνεται διώκτης τύρρανος κάθε οδοιπόρου.
Το ξύλινο παγκάκι απέναντι απ’το μπαλκόνι μου είναι στερεωμένο στην ψηλή μάντρα του σχολείου. Σκιερό στο μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας, το χειμώνα απάνεμο και το καλοκαίρι τα ψηλά δέντρα στέλνουν ψιθυριστό αεράκι με τις φυλλωσιές τους, χαϊδεύοντας σώματα, πρόσωπα και ψυχές...
Παρατηρώ τους επισκέπτες στο παγκάκι, μετρώ κινήσεις χεριών, παρουσιαστικό, ηλικίες, και αυθαίρετα καταγράφω μια βιοπαλαιστική διαδρομή, πότε σαν βαθιά συμπυκνωμένη τραγικότητα, διανθισμένη με μοιρολατρική ελαφράδα, που όλα στην οδύσσειά τους γίνονται δεκτά, σαν ο μόνος δρόμος, αφού ο Θεός έτσι μας έπλασε και όλα τα δάχτυλα ίσα δεν είναι...

Το παγκάκι θέλει κουβέντα και ο διπλανός γίνεται σύντομος εξομολόγος, για λάθη και παραλείψεις πεπραγμένων, για μικροχαρές και σχέδια απραγματοποίητα.
Οι κάτοικοι του παγκακίου βετεράνοι ενός πολέμου μέσα στο ασυνάρτητο πλήθος.
Ο ίσκιος της μάντρας στεγνώνει ιδρωμένα μέτωπα, χαλαρώνει το φούσκωμα στο στήθος, ξεκλειδώνει επιθυμίες και λιγοστεύει τη θλίψη, μοιράζοντάς την με τον διπλανό ή τους διπλανούς. Πηγή έμπνευσης το αεράκι απ’ τα δέντρα. Πώς τα ‘χει κάνει έτσι ο Θεός; Τόσα πάθη, λάθη και βάσανα, και ποιος μπορεί να τα βάλει μαζί του, να διορθώσει τις αδικίες του;
Στο παγκάκι με τον ίσκιο της μάντρας, τρεις γυναίκες περιγράφουν τα δικά τους. Για την άνεργη και χωρισμένη κόρη με τα δυο μικρά, και τι βοήθεια να περισσέψει απ’ την κομμένη σύνταξη; Ο άρρωστος σύζυγος και τ’ ακριβά φάρμακα. “Πώς να προλάβεις τρία σπίτια”, λέει η άλλη, κι όμως δείχνουν να αισθάνονται ευχαριστημένες για το κίνητρο της αλληλεγγύης. Σαν να δικαιώνουν την ύπαρξή τους. Η αλληλεγγύη, ο πιο ανίκητος μέσα τους νομοθέτης.
Στη διπλανή κολώνα της ΔΕΗ, το αγγελτήριο ενός θανάτου∙ το διαβάζουν, ξαφνιάζονται για τον αποβιώσαντα, «καλέ Χριστός και Παναγιά, προχθές τον είδα... ήταν μια χαρά».
Στο παγκάκι του ίσκιου της μάντρας οι διάλογοι ξετυλίγονται σε ήχους ατομικούς, λίγες οι αναφορές στη δράση των συνόλων ή την αιχμαλωσία που επιβάλλουν οι ολιγαρχίες.
Στο μακρύ καλώδιο πάνω απ’ το δρόμο, αγαθά περιστέρια με ανήσυχες κινήσεις βλέπουν και ακούν τα των ανθρώπων, κι ας μην καταλαβαίνουν λέξεις και φράσεις, όπως μετανάστευση, διωγμοί, η ετοιμοθάνατα συνυφάδα, πρόγονοι από Μικρασία και Ήπειρο, σκληρά αφεντικά και κάποιοι τυχεροί που τους ζηλεύεις.
Ύστερα αναφέρονται στον Άγιο Κυπριανό και τα θαύματά του. Μικρή σιωπή απ’ το πέρασμα ενός φορτηγού. Απέναντι στ’ ανοιχτά παράθυρα, η τηλεόραση στέλνει ιαχές, είτε από γήπεδο ή από συλλαλητήρια των εξεγερμένων στις πλατείες.

Το ίδιο βράδυ, μια παρέα εφήβων ξοδεύει την αδρεναλίνη της γύρω, πάνω και δίπλα στο παγκάκι. Κάποιος το κλωτσάει με δύναμη, σαν να του φταίει για τ’ αδιέξοδά του. Αν τους φωνάξω, θα τους πω «παιδιά προσοχή, θα σας χρειαστεί κάποτε το παγκάκι, η αποστολή του είναι να φέρνει κοντά τους ανθρώπους, να διώχνει την αιχμαλωσία της μοναξιάς και να μας κάνει πιο δυνατούς, κι αυτά δεν είναι λόγια κλεμένα από κάποιο σύνθημα, αλλά νόμος μες στου καιρού τα γυρίσματα...» 

Δεν υπάρχουν σχόλια: