1/12/12

Οι ξεναγοί και η αμετροέπεια του λόγου

Με αφορμή ένα πρόσφατο κείμενο-καταπέλτη για τους ξεναγούς που υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους (Στ. Κασιμάτης, Η Καθημερινή, 16/11/2012), με απασχολεί το προφανές: πού ανήκει αυτό το είδος του γραπτού λόγου που εξαρτάται από δίπολα υποτίμησης-ανατίμησης, ενώ διέπεται από έναν σκηνικό ενεστώτα, προορισμένο να δυναμιτίσει την πληροφοριακή συνθήκη της γραφής;
Φαίνεται πως η διάκριση σε ικανούς και ανίκανους γίνεται «ελέω θεού»· όπου θεός είναι αυτός που δεν υπάρχει, ήτοι η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, το κεφάλαιο. Γράφοντας μέσα από την πυριτιδαποθήκη, ο μάχιμος, που γράφει ως αν ήταν απόστολος του θεού, διαιρεί ανθρώπους σε ικανούς και ανίκανους, ενώ δεν διστάζει να θέσει τα όρια αυτής της διαιρετικής διάκρισης: οι ικανοί δεν πρέπει να φοβούνται. Δηλαδή, εν τέλει, ο φόβος δεν είναι πραγματικός. Το κείμενο τον υποκαθιστά με τη φοβία, το φανταστικό φόβο, στο όνομα του οποίου στηρίζεται, εξάλλου, και η αρχή της όλης αφήγησης. Το εν λόγω κείμενο επικαλείται «έναν δόλιο και μοχθηρό Ταλιμπάν που αγοράζει ένα πτυχίο αρχαιολογίας»...

Δεν με παραξενεύει ο τρόπος με τον οποίο τα κείμενα αυξάνονται, αν και δεν είναι βέβαιο ότι και ο χρόνος των ανθρώπων, που δαπανάται για τα κείμενα, αυξάνεται ανάλογα. Με παραξενεύει, ωστόσο, η ευκολία, με την οποία ένα δημόσιο κείμενο -εφόσον απευθύνεται στους πολίτες- επιτίθεται σε μία μερίδα τους, πόσο μάλλον όταν έχουν αφιερώσει χρόνο και χρήμα για να τελειώσουν μία και δύο σχολές. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ένας πολίτης δεν τυγχάνει απλώς, αλλά έχει με κόπο πετύχει να έχει και τις δύο ιδιότητες, και του αρχαιολόγου και του ξεναγού. Σε αυτόν τον πολίτη, οι αρχές οφείλουν να απαντήσουν πώς σκέφτονται να αναβαθμίσουν τη σχολή ξεναγών, αντί να απορρίπτουν τη συνάντηση μαζί του.
Γιατί, όμως, γινόμαστε αποδέκτες ανάλογων επιθετικών κειμένων; Στην Ανάλυση Λόγου, Θεωρία και Μέθοδος, των Louise Phillips, Marianne W. Jørgensen (εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2009), σύμφωνα με την κριτική ανάλυση του λόγου, τονίζεται ότι «η τάξη του λόγου περικλείει το σύνολο όλων των ειδών και των λόγων που είναι εν χρήσει σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό τομέα. Κυρίως όμως η τάξη του λόγου αποτελεί ένα σύστημα, με την έννοια ότι διαμορφώνει τις επιμέρους περιπτώσεις γλωσσικής χρήσης αλλά και διαμορφώνεται από αυτές».
Δεν είναι, οπότε, περίεργο που η επιθετική ματιά στα γεγονότα προκαλεί και διατηρεί την ενασχόληση μαζί της. Τρόπον τινά, η χρήση της πληροφορίας και η περαιτέρω διαχείρισή της υπαγορεύουν μια σκηνική οικονομία καταναλωτικής ειρωνείας, στην περίπτωση που η σχέση με την κοινωνική πρακτική έχει διαρρηχθεί. Με βάση το πρόταγμα της συγκρουσιακότητας, οι λέξεις και οι εκφράσεις έρχονται για να αναπαράγουν την καταναλωτική θεωρία του ανταγωνισμού: ποιος μπορεί να τρέξει γρηγορότερα, στη σύμπαν της εφήμερης «πληροφορίας»...
Εν κατακλείδι, το ζήτημα είναι ότι η θέαση των άλλων μέσα από μια γυάλα καταναλωτισμού καθιστά επίκαιρο το πρόβλημα της διάκρισης και της αναπόφευκτης κοινωνικής απομόνωσης, αντί να εξάγει μια περισσότερο κριτική ματιά, όπου ο «Ενεστώτας» δεν θα ήταν σκηνικός αλλά Νιτσεϊκός· ένας εσαεί ανολοκλήρωτος παρατατικός, στον οποίο το ταξίδι θα απέφερε διερευνητικά συμπεράσματα και συγχρόνως θα συνεισέφερε κοινωνικά, αντιμετωπίζοντας τους πολίτες ως ισότιμους των δικαιωμάτων τους, αντί να τους υπάγει σε αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις, προσάπτοντας σε κάποιους τη φοβική ιδιότητα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΤΣΑΔΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: