14/5/11

Ένας «πρόδρομος» σεισμός στην Ιαπωνία

ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΚΑΤΣΑΛΟΥΛΗ

GREGORY CLANCEY, Earthquake Nation: The Cultural Politics of Japanese Seismicity, 1868-1930, University of California Press

Στο βραβευμένο με το βραβείο της κοινότητας των ιστορικών της τεχνολογίας (SHOT) βιβλίο του, o ιστορικός της επιστήμης και της τεχνολογίας και καθηγητής στο National University of Singapore Gregory Clancey, αναφέρεται στις πολιτισμικές και πολιτικές προεκτάσεις που μπορεί να έχει μία φυσική καταστροφή. Δείχνει, με υποδειγματικό τρόπο ότι, η αναγνώριση ενός προβλήματος, στην προκείμενη περίπτωση της σεισμικότητας, οδήγησε στην αναδιοργάνωση επιστημονικών πεδίων, θεσμών και επαγγελματικών κλάδων. Η περίοδος που μελετά ο Clancey, από το 1868 έως το 1930, συμπίπτει με μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Ιαπωνίας μέσω της άφιξης ξένων ειδικών, κυρίως Βρετανών. Κομβικό σημείο της αφήγησης αποτελεί ένας από τους καταστροφικότερους σεισμούς που έχει συμβεί στην Ιαπωνία, αυτός του 1891, στην πεδιάδα Νόμπι, ο οποίος αναφερόταν για πολλά χρόνια ως ο Μεγάλος Σεισμός.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στο Τόκυο ξένοι ειδικοί, με σκοπό τη μεταφορά της δυτικής γνώσης στους Ιάπωνες. Εκτός από τις γνώσεις τους, στις αποσκευές τους υπήρχαν και τα στερεότυπα που είχαν για τους ίδιους αλλά και τους Ιάπωνες. Οι Δυτικοί εμφανίζονταν ως ορθολογιστές που ήταν σε θέση να ελέγξουν το φυσικό περιβάλλον μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, σε αντίθεση με τους ανορθολογιστές και φαταλιστές Ιάπωνες, οι οποίοι είχαν μεν έφεση στις τέχνες αλλά ήταν ανίσχυροι μπροστά στις δυνάμεις της φύσης. Για τους Βρετανούς αρχιτέκτονες, η διαφορά αυτή αποκτούσε υλική υπόσταση γύρω από το δίπολο ξύλο-πέτρα. Οι ξύλινες ιαπωνικές κατασκευές ήταν όμορφες αλλά αποτελούσαν το ιδανικό παράδειγμα για το πώς δεν θα έπρεπε να χτίζονται τα κτίρια σε μια σεισμογενή χώρα. Η πρόοδος και η εξέλιξη επέβαλαν υποτίθεται την ανοικοδόμηση της χώρας με σύγχρονα υλικά, όπως η πέτρα (η οποία ήταν πρακτικά άγνωστη στην Ιαπωνία) και το σίδερο. Ο μεγάλος σεισμός του 1891 ήρθε να κλονίσει εκτός από τη χώρα και τις βεβαιότητες που υπήρχαν στους ξένους ειδικούς αλλά και την ιαπωνική ελίτ, σχετικά με την πρόοδο. Οι μεγαλύτερες καταστροφές καταγράφηκαν σε δημόσιες κατασκευές, όπως κυβερνητικά κτίρια και γέφυρες, οι οποίες είχαν κτιστεί με βάση τα δυτικά πρότυπα, παρά σε ξύλινες. Μια τυπική εικόνα σε ζωγραφικούς πίνακες της εποχής απεικόνιζε τεράστιες παγόδες να στέκονται αλώβητες από το σεισμό, σε αντιδιαστολή με τα ερείπια των πέτρινων καμινάδων των εργοστασίων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αβεβαιότητας και ρευστότητας σχετικά με την επιστημονική γνώση και τους θεσμούς της, οι διάφορες επιστημονικές και επαγγελματικές ομάδες προσπαθούν να οριοθετήσουν το χώρο ευθύνης τους, σε σχέση με την εξήγηση του φαινομένου του σεισμού και την αντιμετώπιση των συνεπειών του. Θορυβημένοι από την αποτυχία του προγράμματός τους, οι Βρετανοί αρχιτέκτονες ισχυρίζονταν ότι υπεύθυνοι για αυτή ήταν οι ντόπιοι τεχνίτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αποδώσουν στην πράξη τα πλεονεκτήματα της ανώτερης δυτικής επιστήμης και τεχνολογίας. Ο αντίλογος δεν ερχόταν από Ιάπωνες αλλά από ομάδα Βρετανών επιστημόνων, με επικεφαλής το γεωλόγο John Milne, «πατέρα» της σύγχρονης σεισμολογίας. Παρατηρώντας την ιαπωνική επικράτεια, ο Milne διαπίστωσε ότι τα ξύλινα κτίρια είχαν συμπεριφερθεί καλύτερα από τα πέτρινα κατά το μεγάλο σεισμό. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν σοφό, κατά τη γνώμη του, να απορριφθεί συνολικά η εμπειρία των ντόπιων. Διεκδικώντας καθεστώς αυθεντίας για μια συγκεκριμένη εκδοχή της νεοεμφανιζόμενης επιστήμης, θεωρούσε ότι αυτή θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του σεισμικού φαινομένου.
Φαινόταν ότι η σεισμολογία αποτελούσε ένα επιστημονικό πεδίο στο οποίο η Ιαπωνία θα μπορούσε να είναι πρωταγωνίστρια παγκοσμίως. Η προοπτική δημιουργίας μιας εθνικής επιστήμης συνδυασμένη με μια έξαρση του ιαπωνικού εθνικισμού, έκαναν τη σεισμολογία ένα πολύ καλά χρηματοδοτούμενο επιστημονικό πεδίο με σημαντικές ευκαιρίες για ερευνητική καριέρα. Η Ιαπωνία είναι το πρώτο μέρος στον κόσμο στο οποίο δημιουργείται έδρα σεισμολογίας και δίνονται ειδικά σχετικά πτυχία, παρότι οι ρίζες αυτή της επιστήμης βρίσκονται στην Ευρώπη. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της σεισμολογίας έπαιξε και η εμφάνιση του σεισμογράφου ο οποίος άλλαξε το χαρακτήρα της. Με τη μελέτη των σεισμών ασχολούνταν στην Ευρώπη μηχανικοί, οι οποίοι παρατηρώντας τις ζημιές που προκαλούσε ένας σεισμός προσδιόριζαν τα χαρακτηριστικά του, όπως το μέγεθος και η κατεύθυνση διάδοσής του. Τα καινούρια όργανα έδιναν στους επιστήμονες τη δυνατότητα να συλλέγουν και να επεξεργάζονται δεδομένα καθιστώντας τη σεισμολογία μια σύγχρονη επιστήμη, στα πρότυπα της φυσικής.
Η αφήγηση του Clancey έχει χώρο και για τους Ιάπωνες πρωταγωνιστές της ιστορίας. Οι δυτικών αντιλήψεων αρχιτέκτονες ήθελαν απεγνωσμένα να δημιουργήσουν και να υπερασπίσουν μία διακριτή επαγγελματική ταυτότητα σε σχέση με τους παραδοσιακούς αρχιτέκτονες-ξυλουργούς (ντάικου), οι οποίοι εξέφραζαν το παλιό που έπρεπε να αντικατασταθεί. Κομβικής σημασίας σε αυτή τους την προσπάθεια ήταν η ανάδειξη της στενής σύνδεσής τους τόσο με την επιστημονική γνώση όσο και τα υλικά που χαρακτήριζαν τους Δυτικούς. Σε αντίθεση με αυτούς όμως, δεν μπορούσαν να διαχωριστούν εντελώς από το παρελθόν του έθνους τους αλλά και από το φυσικό τους περιβάλλον. Αυτό είχε ως συνέπεια έναν συνεχή και επίπονο αγώνα των Ιαπώνων αρχιτεκτόνων να αποκτήσουν το δικό τους, διακριτό χαρακτήρα. Οι σεισμολόγοι, από την άλλη, κατάφεραν σταδιακά να δημιουργήσουν τη δική τους αυθεντία, η οποία ήταν παγκόσμια. Σε αντίθεση με τους αρχιτέκτονες, οι οποίοι απευθύνονταν στο εσωτερικό, οι σεισμολόγοι ξεπέρασαν τα όρια της χώρας τους. Η πληρέστερη μελέτη, για παράδειγμα, σχετικά με τον καταστροφικό σεισμό του Σαν Φρανσίσκο το 1906, συντάχθηκε από τον Omori Fusakichi, επικεφαλής του ιαπωνικού ερευνητικού προγράμματος. Μέσα από τις προόδους της επιστήμης και της τεχνολογίας στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, φαινόταν ότι οι Ιάπωνες είχαν κερδίσει επάξια τον τίτλο του έθνους που είχε μάθει να ζει με τους σεισμούς. Ο σεισμός του 1923 που ισοπέδωσε το Τόκυο ήλθε να διαψεύσει για άλλη μια φορά αυτή τη βεβαιότητα με τον πλέον δραματικό τρόπο.

Ηρακλής Κατσαλούλης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Ε.Κ.Π.Α.


Πένυ Κωνσταντίνου- Σύνθεση

Δεν υπάρχουν σχόλια: