5/2/11

Υποδεχόμενοι τον Αλέξανδρο Νεχαμά

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΟΥΛΟΥ

[Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Πρίνστον. Δίδαξε Φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Πίτσμπουργκ και της Πενσυλβάνια και σήμερα είναι καθηγητής Φιλοσοφίας, Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Στις 26 Ιανουαρίου ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Εδώ δημοσιεύουμε το κείμενο της προσφώνησής του από τον Παναγιώτη Πούλο, καθώς κι ένα εκτενές απόσπασμα από την ομιλία του Αλέξανδρου Νεχαμά.]



Θα αναφερθώ σε τέσσερις σταθμούς στην τροχιά που διαγράφει η στοχαστική πορεία του Αλέξανδρου Νεχαμά, αναφορά απαραίτητη για να κατανοήσουμε τη συνέχεια και τη συνοχή που διέπει τη σκέψη του. Οι τέσσερις αυτοί σταθμοί όχι μόνο πλαισιώνονται από μια πολυάριθμη και μεγάλης εμβέλειας σειρά άρθρων, αλλά και συνοδεύονται από μια πολύπλευρη συγγραφική, διδακτική, μεταφραστική και εκδοτική δραστηριότητα, η οποία έχει τύχει διεθνούς αναγνώρισης.


Θα ήταν ίσως ορθότερο, μιλώντας για τις πρώτες φάσεις αυτής της τροχιάς, να χρησιμοποιήσουμε το σχήμα μιας ελλείψεως με τις δύο εστίες της: αφ’ ενός, ένα σύνολο μελετών και μεταφράσεων (1975-1995) με αντικείμενο τις ηθικές, μεθοδολογικές, μεταφυσικές, επιστημολογικές, αισθητικές και συγγραφικές όψεις του πλατωνικού έργου, που ένα επιλεγμένο τμήμα του εκδίδεται το 1999 στη συναγωγή άρθρων με τίτλο Αρετές της αυθεντικότητας. Δοκίμια για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, συναγωγή αφιερωμένη στη μνήμη του δασκάλου του Γρηγόρη Βλαστού. Αφ’ ετέρου, μια απόπειρα φιλοσοφικής προσέγγισης του συνόλου του νιτσεϊκού έργου, που οδηγεί στην έκδοση, το 1985, του κλασικού πλέον βιβλίου υπό τον τίτλο Nietzsche. Life as Literature (μτφρ. Αναστασία Παπακωνσταντίνου - Αρχοντή Κόρκα, επιμ. Κώστας Λιβιεράτος, εκδ. Αλεξάνδρεια). Θα παρατηρήσουμε απλά εδώ πως, αφ’ ενός, οι λέξεις «αρετή» και «αυθεντικότητα», αφ’ ετέρου, οι λέξεις «ζωή» και «λογοτεχνία», κάνουν την εμφάνισή τους στους τίτλους αυτών των δύο βιβλίων.

Η συναγωγή των άρθρων για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη αποτυπώνει ανάγλυφα τη μαθητεία του Νεχαμά πλάι στον μεγάλο λόγιο και στοχαστή του πλατωνισμού, στον οποίο αναγνωρίζει, άλλωστε, ότι οφείλει το «γνωστικό του υπόβαθρο». Ο Νεχαμάς σημειώνει, εξάλλου, στον Πρόλογο της μελέτης του για τον Νίτσε, ότι υποχρεώθηκε να εφαρμόζει στα κείμενα του Νίτσε τις ίδιες μεθόδους ανάγνωσης τις οποίες είχε διδαχθεί και συνέχιζε να εφαρμόζει στα κείμενα του Πλάτωνα ή των προσωκρατικών. Όμως, παράλληλα, κι ενώ ετοιμάζει τη μελέτη του για τον Νίτσε, ο Νεχαμάς στρέφει το ενδιαφέρον του στη λογοτεχνική θεωρία, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα στη Γαλλία της δεκαετίας του 60, με άξονα, την επιστροφή του στοχαστικού συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ στο επίκεντρο του θεωρητικού ενδιαφέροντος (με τους Μπλανσώ, Μπαρτ, Ντελέζ, Φουκώ, Ζενέτ, μεταξύ άλλων).

Η λέξη «τέχνη» κάνει την εμφάνισή της στον τίτλο του επόμενου βιβλίου του, την Tέχνη του βίου. Σωκρατικοί στοχασμοί από τον Πλάτωνα στον Φουκώ, που εκδίδεται το 1998 (μτφρ. Βασιλική Σπυροπούλου, επιμ. Στέλιος Βιρβιδάκης, εκδ. Νεφέλη). Το βιβλίο αποτελεί απόπειρα να γεφυρωθεί η απόσταση που χωρίζει τις δύο εστίες της ελλείψεως, με το ζήτημα του πώς διαχέεται η εικόνα του Σωκράτη από τον Πλάτωνα μέχρι τον Φουκώ να βρίσκεται στο επίκεντρο της αναζήτησης. Η ανεπανάληπτη εικόνα του Σωκράτη αναδύεται εδώ σαν μόνιμη πρόκληση και πρόσκληση για να οικοδομούμε όσο το δυνατόν καλύτερα τη ζωή μας, φιλοσοφώντας. Παρ’ όλο που η μελέτη αυτή είναι δυνατόν να ενταχθεί στη γενικότερη επικρατούσα τάση αποκατάστασης της φιλοσοφίας των ελληνιστικών χρόνων, της ελληνο-ρωμαϊκής περιόδου, της Ύστερης Αρχαιότητας, αλλά και της πρώιμης περιόδου της νεότερης φιλοσοφίας, η ιδιαιτερότητά της συνίσταται στο ότι σκιαγραφεί μια, ας μου επιτραπεί ο όρος, κυβιστική αποκατάσταση της ιστορίας του σωκρατισμού.

Αν ο πρώτος σταθμός στη διαδρομή του φιλοσόφου υπήρξε κατά κάποιον τρόπο καρτεσιανός, με την κατοχύρωση της μεθόδου, του γνωστικού υπόβαθρου που επιτρέπει την προσέγγιση των φιλοσοφικών κειμένων με την απαιτούμενη φιλολογική και φιλοσοφική αυστηρότητα, αν ο δεύτερος συνίσταται στη δοκιμασία της μεθόδου απέναντι σε κάτι άγνωστο και ποικιλοτρόπως προκλητικό, στη σκέψη του Νίτσε, ο τρίτος σταθμός έχει να κάνει με ενός είδους διακρίβωση μιας εικασίας, μιας υπόθεσης εργασίας σχετικά με την ιστορική και πολιτισμική διαστρωμάτωση των διακυβευμάτων που θέτει το δίπολο Πλάτων-Νίτσε, με τη σκιαγράφηση των λοξοδρομήσεων, των παρεκκλίσεων που γνωρίζει το πολιτισμικό γίγνεσθαι της φιλοσοφίας, έτσι όπως δεν παύει να το σφυρηλατεί, ηθελημένα στη διάσταση του εν τω γενάσθαι, η σωκρατική χειρονομία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξέταση της τέχνης του βίου σχετίζεται με ένα παράδοξο, καθώς συμπλέκεται, κάθε φορά, τόσο με την οικοδόμηση μιας και μοναδικής ζωής όσο και με τη διερεύνηση του δημόσιου ρόλου τον οποίο καλείται να παίζει η φιλοσοφία.

Είναι λοιπόν καιρός να επικεντρώσω την προσοχή μου στον τέταρτο σταθμό, στο τελευταίο μέχρι στιγμής βιβλίο του Αλέξανδρου Νεχαμά, το Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, που εκδόθηκε το 2007 και έχουμε την τύχη να διαβάζουμε την ελληνική εκδοχή του από τις εκδόσεις Νεφέλη στην πολύ προσεκτική και επιμελημένη μετάφραση της Ελένης Φιλιππάκη.

Ο έμπειρος, ώριμος πια, ακαδημαϊκός δάσκαλος εμφανίζεται εδώ για πρώτη φορά σε πρώτο πρόσωπο, συνοψίζοντας με αριστουργηματικό τρόπο την προηγούμενη διαδρομή του και συγχρόνως υπερβαίνοντάς την, καθώς μας προτείνει μια μετάθεση της έννοιας της Αισθητικής, η οποία αναδύεται στο σημείο όπου διασταυρώνονται οι αιτιάσεις των εικόνων, των λέξεων και των επιχειρημάτων, μια Αισθητική που αναφέρεται ταυτόχρονα στις εικαστικές τέχνες, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, όπως αυτές συμπλέκονται στη ζωή μας.

Ο συγγραφέας κατορθώνει εδώ κάτι σπάνιο: αποφεύγοντας, όσο το δυνατόν, την τεχνική ορολογία, αναφέρεται, με οικονομία μέσων, σε βασικά κείμενα που συγκροτούν ταυτόχρονα τις παραδόσεις της φιλοσοφίας, της θεωρίας και της κριτικής της τέχνης και της λογοτεχνίας, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί με γόνιμο τρόπο το προσεκτικά συγκροτημένο από τον ίδιο σώμα των τεκμηρίων και κριτικών άρθρων που συνοδεύουν την εμφάνιση και την πορεία μέσα στο χρόνο ενός συγκεκριμένου έργου τέχνης (εν προκειμένω, της Ολυμπίας του Μανέ).

Το αποτέλεσμα είναι πως, με τον επιδέξιο χειρισμό των δύο αυτών παραμέτρων, αναδεικνύεται μια νέα εννοιολόγηση της Αισθητικής, σύμφωνα με την οποία το κύριο μέλημά μας απέναντι στην τέχνη δεν είναι τόσο η συγκρότηση ενός υποσυνόλου χαρακτηριστικών γνωρισμάτων –των αποκαλούμενων «αισθητικών»- που καλείται να παίξει ρυθμιστικό ρόλο στην καθολική αποδοχή ορισμένων έργων τέχνης, δεν είναι τόσο η εκφορά μιας ετυμηγορίας ή μιας καλαισθητικής κρίσης όσο η επίγνωση ότι η επαφή ή η συνάντησή μας με γόνιμα για μας έργα τέχνης μάς επιτρέπει να οικοδομήσουμε κριτικά τη ζωή μας στη μοναδικότητά της, σχηματίζοντας συνάμα, και δυνάμει, νέες μορφές συλλογικότητας.

Η Αισθητική του Νεχαμά εκκινεί από τη ρήση του Σωκράτη στο πλατωνικό Συμπόσιο που εκλαμβάνει το Ωραίο ως γνωσιακό μοχλό για την οικοδόμηση μιας ζωής άξιας να τη ζει κανείς. Ταυτόχρονα, αποδίδει τη δέουσα φιλοσοφική εμβέλεια στην ενεργητική μετοχή που εμφανίζεται στον τίτλο του μυθιστορήματος του Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, με την έννοια ότι η ζήτησις της αληθείας αποτελεί ατέρμονη, δηλαδή έγχρονη διαδικασία που συγκροτεί την ίδια την οικοδόμηση της ζωής μας, και για την οποία οι κάθε λογής ετυμηγορίες απλώς ακυρώνουν τις δυνατότητες που της προσδίδει το Ωραίο ως δύναμη πύκνωσης και αέναου εμπλουτισμού και μετασχηματισμού της.
Θα ισχυριζόμουν ότι από τα προηγούμενα απορρέουν τρία βασικά διακυβεύματα: Πρώτον, η απόπειρα ενός νέου συσχετισμού (πέραν του Πλάτωνα και του Νίτσε) μεταξύ ηθικών και αισθητικών ζητημάτων, μεταξύ τέχνης και ζωής, παίρνοντας παράλληλα υπόψη την ασυμμετρία που διέπει τις σχέσεις τους. Οι ηθικές και οι αισθητικές αξίες είναι ανεξάρτητα πράγματα, με διαφορετική στοχοθεσία, στο βαθμό που οι δεύτερες, δηλαδή οι αισθητικές, εστιάζουν σε κάτι κατ’ εξοχήν εξω-ηθικό, στη μοναδικότητα του ύφους ενός καλλιτέχνη. Δεύτερον, η εμπεριστατωμένη κριτική στις υπέρμετρες αξιώσεις της παράδοσης της Αισθητικής, της Ιστορίας και της Κριτικής της Τέχνης, όπως αυτή παγιώνεται από τα μέσα του 18ου έως τον εικοστό αιώνα, με την παράλληλη και σταδιακή απώθηση της κατηγορίας του Ωραίου την περίοδο του Μοντερνισμού, μια κατηγορία που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής του πλατωνικού Συμποσίου. Τρίτον, η απόπειρα διακρίβωσης των υποθέσεων εργασίας μέσω της μελέτης ενός συγκεκριμένου έργου τέχνης, ενός γυναικείου προσώπου αποτυπωμένου σε ένα πίνακα ζωγραφικής, το οποίο βασάνισε τον συγγραφέα τουλάχιστον για τρία χρόνια. Ας μου επιτραπεί να αναφερθώ με τη σειρά μου σε κάτι παρόμοιο αν όχι ταυτόσημο με την περίπτωση της Ολυμπίας, που με βασάνισε για τουλάχιστον τριάντα χρόνια, δηλαδή τη θέση και τη λειτουργία της ερωτικής σχέσης του αφηγητή με την Αλμπερτίν στο πλαίσιο της γενικότερης οικονομίας που διέπει το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Μέσω της ανάγνωσης του βιβλίου του Νεχαμά και με την ολοκλήρωση της δικής μου μεταφραστικής προσπάθειας αναφορικά με το πιο απαιτητικό ίσως κομμάτι του μυθιστορήματος, της Αλμπερτίν αγνοούμενης, κατάλαβα επιτέλους ότι πρόκειται για μια λειτουργία ενσάρκωσης. Η φιλική ή ερωτική σχέση που μας συνδέει με τα πρόσωπα ή με τα έργα τέχνης διαπερνά τη ζωή μας, κι έτσι το φιλικά ή ερωτικά διακείμενο πρόσωπο, όπως και το φίλιο έργο τέχνης, ενσαρκώνεται, ενσωματώνεται ή προσωποποιείται, γίνεται κεντίδι του μυαλού μας.

Ο Παναγιώτης Πούλος διδάσκει Φιλοσοφία και Αισθητική στην ΑΣΚΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια: