12/6/10

Οι σταλινικές διώξεις των Ποντίων

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ

Η πλέον πρόσφατη κριτική προς το σταλινισμό και η ανάδειξη των σταλινικών διώξεων εμφανίζεται στο δημόσιο λόγο παράλληλα με την εμφάνιση της ριζοσπαστικής τάσης στον ποντιακό χώρο στα μέσα της δεκαετίας του ‘80. Στην τρίτη προκήρυξη της «Αργώς» (Καλλιθέα Αττικής), το φθινόπωρο του 1986, που τιτλοφορείται «Να συγκροτήσουμε ξανά τις μνήμες μας» υπάρχει η πρώτη δημόσια αναφορά στο ζήτημα των σταλινικών διώξεων: «…Με την έξοδό μας το 1922, ένα μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων του Πόντου κατέφυγε στην ΕΣΣΔ. Αυτό το κομμάτι είναι ο μεγάλος μας άγνωστος. Μέχρι το 1937 δημιούργησε στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας μια Σοβιετική Ελλάδα. Σήμερα όμως ζει σκορπισμένο στην ΕΣΣΔ, έχοντας υποστεί διωγμούς και εξορίες την Σταλινική περίοδο. Καθήκον μας να απαιτήσουμε: Αποκατάσταση των Σοβιετικών δικαιωμάτων για τους Πόντιους της ΕΣΣΔ όπως ήταν μέχρι το 1937...»
Στη συνέχεια, το αίτημα για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του σοβιετικού ελληνισμού και την καταδίκη των σταλινικών διωγμών θα υπάρχει συνεχώς. Στο Β’ Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη το 1988 -με την παρουσία για πρώτη φορά και εκπροσώπων των Ελλήνων της ΕΣΣΔ, οι οποίοι ήδη είχαν αξιοποιήσει τα περιθώρια της περεστρόικα και είχαν οργανώσει τους πρώτους συλλόγους- τέθηκε το ζήτημα των σταλινικών διώξεων. Εφεξής, για την πρώτη εκείνη ριζοσπαστική ομάδα που κίνησε τη διαδικασία, πλάι στο αίτημα για την αναγνώριση της γενοκτονίας θα υπάρχει και το ζήτημα της αναγνώρισης των σταλινικών διώξεων. Το επίκεντρο θα βρίσκεται στην Καλλιθέα Αττικής και κοινωνική βάση θα έχει κυρίως νέους τόσο απ΄ την τρίτη γενιά των Ποντίων προσφύγων του ’22, όσο και απ’ τους πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Από το 1987 καθιερώθηκαν ετήσιες εκδηλώσεις για τις σταλινικές διώξεις. Συμβολική ημερομηνία επελέγη η 13η Ιουνίου. Με αφορμή τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων, έγιναν μεγάλες εκδηλώσεις στην Καλλιθέα Αττικής. Στις εκδηλώσεις που έγιναν τον Απρίλιο του ‘90 στο Ευρωκοινοβούλιο στο Στρασβούργο μοιράστηκαν κείμενα στους ευρωβουλευτές που γνωστοποιούσαν το ιστορικό εκείνο γεγονός.
Σημαντική στιγμή των προσπαθειών για πληροφόρηση των πολιτών και πρωτίστως των ελλαδιτών Ποντίων θα είναι η θεσμοθέτηση απ’ το 4ο Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο μιας Ημέρας Μνήμης. Ομόφωνα έγινε αποδεκτή η «ανακήρυξη της 13ης Ιουνίου ως Ημέρας Μνήμης για τα θύματα των σταλινικών διώξεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση, εφ’ όσον τη μέρα αυτή, το 1949, πραγματοποιήθηκε η βίαιη εκτόπιση των ποντιακών πληθυσμών από τον Καύκασο στην Κεντρική Ασία».
Η στάση των στελεχών του ΚΚΕ καθ’ όλη αυτή την περίοδο ήταν σε γενικές γραμμές αμυντική και απολογητική προς το σταλινισμό. Λίγες ήταν οι περιπτώσεις που αντιπαρατέθηκαν δημόσια με τους Πόντιους απ’ την ΕΣΣΔ. Σε μια τέτοια συνάντηση που εξέφρασαν δημόσια την απαξιωτική τους θέση εισέπραξαν τη δημόσια κατακραυγή. Υπήρξαν καταγγελίες εργαζόμενων Ποντίων, ότι σε τομείς που έλεγχε το ΚΚΕ απολύθηκαν από τη θέση τους, εξ αιτίας των απόψεών τους για τις σταλινικές διώξεις. Συνεχής ήταν η προσπάθεια σε τοπικό επίπεδο να συκοφαντηθούν οι Πόντιοι από την ΕΣΣΔ. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει η αναφορά του επικεφαλής της δημοτικής παράταξης του ΚΚΕ στο Δήμο της Καλλιθέας, όταν συζητήθηκε η έκδοση ψηφίσματος για την καταπίεση που δέχονταν οι Έλληνες της Γεωργίας, και ειδικά της περιοχής της Τσάλκας, από την εθνικιστική κυβέρνηση του Σαακασβίλι. Καταψηφίζοντας την πρόταση για έκφραση αλληλεγγύης και χωρίς να υπάρχει τέτοιο θέμα συζήτησης δήλωσε ότι «οι περιβόητες εκκαθαρίσεις του Στάλιν κατά των Ελλήνων Ποντίων…» οφείλονταν στο ότι «Η Σοβιετική Ένωση και η εξουσία της υπό την αρχηγία του γραμματέα της του Στάλιν, τιμώρησε όσους μήδισαν, όσους δηλαδή πήγαν με τους Γερμανούς», προκαλώντας τη σφοδρή αντίδραση των προσφυγικής καταγωγής δημοτικών συμβούλων.
Η υιοθέτηση μιας επιθετικότερης στάσης από το ΚΚΕ θα αρχίσει κατά τη διάρκεια της περιόδου της προσυνεδριακής διαδικασίας για το 18ο Συνέδριο, με τη δημοσίευση ενός κειμένου που αιτιολογούσε τις σταλινικές διώξεις. Έντονη ήταν η προσυνεδριακή συζήτηση, στην οποία από προσφυγικής πλευράς επισημάνθηκαν οι συνέπειες σε περίπτωση αποκατάστασης του Στάλιν. Τελικά, με το 18ο Συνέδριό του, το ΚΚΕ αναίρεσε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς όλη του την πορεία από την 6η Ολομέλεια. Σύμφωνα με τις νέες προσεγγίσεις, κατά τη σταλινική εποχή τα πάντα έβαιναν καλώς στη Σοβιετική Ένωση. Καμιά μνεία για την αυθαιρεσία της εξουσίας, για τη δικτατορία μιας προσωποκεντρικής εξουσιαστικής μηχανής, για την πολιτιστική γενοκτονία των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των σοβιετικών Ελλήνων. [...]
Η αποκατάσταση του Στάλιν και των σταλινικών πρακτικών ξανάφερε αυτά τα ζητήματα στην πολιτική καθημερινότητα. Η διαμόρφωση ενός σκληρού ιδεολογικού πυρήνα αναφοράς για τα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ διεύρυνε τη ρήξη εντός της κοινωνίας μας. Αναπόφευκτη ήταν στη συνέχεια η ιδεολογική σύγκρουση με κοινωνικούς χώρους, όπως είναι οι Πόντιοι, οι οποίοι είχαν προ πολλού καταδικάσει τις σταλινικές διώξεις. Η ιδεολογική βάση για τη νέα αντίληψη θα συγκροτηθεί με βάση ένα βιβλίο, απ’ το οποίο οι πιστοί οπαδοί θα αντλούν τα απαραίτητα εφόδια ώστε να αντιπαρατίθενται αποτελεσματικά σε όσους μιλούν για σταλινικές διώξεις (1). Η γενικότερη γραμμή αντιμετώπισης της κριτικής που επέλεξε το ΚΚΕ είναι συνωμοσιολογικής υφής. Ο χαρακτηρισμός όλων όσων αναφέρονται στις σταλινικές πρακτικές ως αντικομμουνιστών, καθώς και η επιθετικότητα των αναφορών θα έχει ως στόχο την τρομοκράτησή τους και την εξαφάνιση κάθε σχετικής παρέμβασης. Στον ποντιακό χώρο αυτή η γραμμή εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση: «Το φαινόμενο της εργολαβίας του αντισοβιετισμού και του αντικομμουνισμού έχει ιστορία 90 χρόνων…. Στην Ελλάδα ο αντισοβιετισμός, ο αντικομμουνισμός και η σταλινολογία πορεύτηκαν καλά οργανωμένα από το υπερατλαντικό κέντρο του καπιταλισμού…».
Οι Πόντιοι δεν είναι το μόνο «θύμα» αυτής της νέας επιθετικής στροφής του ΚΚΕ. Ο Βελουχιώτης, μαζί με τους Πολωνούς αξιωματικούς που εκτελέστηκαν στο Κατίν, θα βρεθούν επίσης κι αυτοί στο στόχαστρο αποκάθαρσης της ιστορίας του ΚΚΕ και της Σοβιετικής Ένωσης από τους ίδιους συγγραφείς. Έστω και με τη χρήση αμφίβολων και προκατειλημμένων πηγών, ακόμα και ακροδεξιών. Η χρήση των Furr και Mukhin είναι ελάχιστης σημασίας μπροστά τη χρήση της νεοναζιστικής προπαγάνδας για την υποτιθέμενη «συμμετοχή ελληνοποντίων εθελοντών στο ναζιστικό στρατό» κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εντεταλμένοι συγγραφείς, όπως ο Αν. Γκίκας, προσπαθώντας να θεμελιώσουν τα «αντεπαναστικά εγκλήματα» του σοβιετικού ελληνισμού, ώστε να δικαιολογηθούν στη συνέχεια οι βίαιες και μαζικές εκτοπίσεις του ελληνικού πληθυσμού μετά το τέλος του πολέμου στην Κεντρική Ασία, κατασκευάζουν ένα σύστημα όπου την προδοσία ακολουθεί η δίκαιη τιμωρία. Δικαιολογούν τις βίαιες εκτοπίσεις στην Κεντρική Ασία, ενώ για τις διώξεις του ’37-38 επικαλούνται την υπόθεση ότι οι αυτόνομες εθνικές περιοχές, τα εθνικά σχολεία, οι εθνικοί θεσμοί ενίσχυαν τον εθνικισμό. Αποκρύπτεται βεβαίως ότι όλοι οι θεσμοί, τα σχολεία, οι εφημερίδες οι αυτόνομες περιοχές και η «εθνική» ηγεσία των σοβιετικών Ελλήνων ήταν μέρος της σοβιετικής συγκρότησης και, όπως συνάγεται από τα έγγραφα και τα κείμενά τους, ήταν βαθύτατα διαποτισμένοι από τη γενική σταλινική «θεολογία». Στα απολογητικά κείμενα, όπως αυτό του Γκίκα, δεν θίγονται καθόλου ζητήματα, όπως της απαγόρευσης της ελληνικής γλώσσας και της καταστροφής του σοβιετικού ελληνικού πολιτισμού από το σταλινισμό.
Χαρακτηριστικό της μεθοδολογίας που ακολουθείται είναι ότι, ενώ μια ρωσόφωνη εφημερίδα της Αθήνας, η Athinski Courier, αποτελεί μία από τις βασικές πηγές, εν τούτοις άρθρα που περιέχουν πληροφορίες που απορρίπτουν το προκατασκευασμένο σχήμα δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν. Έτσι, δεν αναφέρεται η δημοσιευμένη στην Athinski Courier απάντηση του στρατηγού Pavliuk, υπευθύνου της μυστικής αστυνομίας MVS Ukraini, διαδόχου της KGB, ο οποίος σε ερώτηση του βουλευτή της Βουλής της Κριμαίας Al. Volkof, εάν υπήρχαν Έλληνες συνεργάτες των στρατευμάτων Κατοχής, απαντά στα ρωσικά και στα ουκρανικά: «Στους Καταλόγους συνεργατών των κατακτητών 1941-1944 της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας δεν υπάρχει κανείς Έλληνας». Ο Γκίκας, μελετώντας το ζήτημα των μαζικών εκτοπίσεων, τις οποίες αποκαλεί «μετεγκαταστάσεις», εφευρίσκει ή κατασκευάζει Πόντιους συνεργάτες των Γερμανών. Ένας από αυτούς ήταν ο Κωσταντίνος Κρωμιάδης (Константин Григориевич Кромияди). Όμως το μόνο που είναι γνωστό για τον Κρωμιάδη, από κάπως αντικειμενικότερη πηγή, είναι ότι επρόκειτο για Κερκυραίο.

Το κείμενο, με τίτλο “«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (μια σύγκρουση για τις σταλινικές διώξεις)“ από τη μελέτη “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”, συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδόσεις Ταξιδευτής.

Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός

(1) Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007. Στο βιβλίο αυτό κάθε παρουσίαση της ιστορίας των Ελλήνων της ΕΣΔ που εμπεριέχει αναφορά στο σταλινισμό και στις διώξεις που πραγματοποίησε, βρίσκεται απλώς και μόνο στο πλαίσιο της «αντικομμουνιστικής προπαγάνδας».

Δεν υπάρχουν σχόλια: