27/2/22

Θεωρία θεάτρου

Του Κωνσταντίνου Μπούρα*

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Ναρκοπέδια της ανάγνωσης. Όψεις της αναγνωστικής περιπέτειας στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τη θεατρική παράσταση, εκδόσεις ύψιλον, σελ. 304

Ήδη από τον τίτλο καταδεικνύεται η λειτουργική δυσχέρεια, ακόμα και για τον «επαρκή αναγνώστη», να προσπελάσει τα πολύπλοκα και πολύπλευρα φιλοσοφικά νοήματα που γεννάει η πολιτισμική κρίση. Ο καιρός μας, βαθιά μεταιχμιακός, ριζικά μεταβατικός, θρέφει προφήτες και ψευδοπροφήτες. Τα φαινόμενα πληθαίνουν στην επιφάνεια της υπερβολικής σαπουνόφουσκας, με αποτέλεσμα να απαιτείται καθημερινή εξάσκηση των κριτικών μας ικανοτήτων, προκειμένου να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της εποχής μας. Αυτό δείχνει, κατά τη γνώμη μου, το εξαιρετικά καλογραμμένο κεφάλαιο του βιβλίου, «Η Συλλογική μνήμη ως καρνάβαλος και η αποκαθήλωση της ελληνικότητας στο ελληνικό κινηματογράφο» (στις σελίδες 111-131).
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάλυση για την μη γραμμική αλλά βιωματική διαχείριση του χρόνου: «Πρόκειται για μια ισχυρή τάση στο πλαίσιο της αποκαλούμενης νέας Ιστορίας, η οποία ‘πασχίζει να δημιουργήσει μια επιστημονική ιστορία στη βάση της συλλογικής μνήμης’ με βασική μέριμνα ανάμεσα σε άλλα, ‘την αποκήρυξη μιας γραμμικής χρονικότητας (temporalité) προς όφελος των πολλαπλών βιωμένων χρόνων στα επίπεδα όπου το ατομικό ριζώνει μέσα στο κοινωνικό και το συλλογικό’. Κατά συνέπεια, η κοινότητα είναι σε θέση να συλλάβει τη χρονικότητα της ίδιας της ύπαρξής της και να συνθέσει τη συλλογική της μνήμη πέρα από τα στερεότυπα όταν μπορεί να μετατραπεί σε ακροατή παραλλήλων, ακόμα και αλληλοαναιρούμενων αφηγήσεων […] Ο κινηματογράφος ως τέχνη και της αφήγησης αλλά κυρίως ως υλικό αναμνήσεων μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά προς την κατεύθυνση αυτή» (σ. 129-131).
Οι θεωρίες της Αφήγησης, που πολλαπλασιάστηκαν πληθωρικά από τις πρώτες χρονιές του εικοστού πρώτου αιώνα και συνδέουν το storytelling με τον δημόσιο λόγο, ακόμα και με την διοικητική πρακτική, οδηγούν σε έναν επαναπροσδιορισμό όλων των παραστατικών και μη μορφών Τέχνης, σε μια επαναξιολόγηση τής κοινωνικής τους λειτουργικότητας. Οι τεχνικές τής Αφήγησης διδάσκονται πλέον όχι μόνο σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής αλλά και σε μεταπτυχιακό επίπεδο της Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, πρωτοποριακού τομέα στις Σχολές Management.
Ας αναφερθούμε τώρα σε μια πραγματική εξαιρετική παρατήρηση πάνω στην υποκριτική τέχνη τού μεγαθήριου που λεγόταν Θανάσης Βέγγος. Διαβάζουμε στο υποκεφάλαιο «Ο κλόουν» (σσ. 177-182) του κεφαλαίου «Το πορτρέτο στον ελληνικό κινηματογράφο»: «Θα ήταν λάθος να προσπαθήσει να συνδέσει κανείς, βάσει κριτηρίων νοηματικής συνάφειας, την έκφραση του προσώπου του Βέγγου κατά τη διάρκεια του τρεχαλητού του με τα αφηγηματικά συμφραζόμενα της κάθε σκηνής. Το πρόσωπό του δεν προσαρμόζεται στις απαιτήσεις ενός προαποφασισμένου ντεκουπάζ ώστε να υιοθετεί κάθε φορά την έκφραση που εξυπηρετεί καλύτερα την αφηγηματική ροή και την κατανόηση των ψυχολογικών προθέσεων του ήρωα από τον θεατή. Λειτουργεί αυθαίρετα, ακολουθώντας την ενστικτώδη λύση που προτείνει κάθε φορά ο ηθοποιός» (σ. 179). Εύστοχη παρατήρηση, από έναν ιδιοφυή μελετητή που δικαιώνει και τον τίτλο του διδάκτορα και το αξίωμα του πανεπιστημιακού δασκάλου.
Και προχωράμε σε αυτήν την αναγκαστικά δειγματοληπτική σύντομη κριτική αποτίμηση ενός έργου σημαντικού για την θεωρία του κινηματογράφου.
Στο πραγματικά εξαιρετικά καλογραμμένο και τεκμηριωμένο κεφάλαιο με τίτλο «Ιδεολογία και σωματικότητα: Ζοέλ Πομμερά, Κύκλοι/Ιστορίες, μια μετά-κειμενική περιγραφή» διαβάζουμε στις σελίδες 238-239: «Στο έργο Κύκλοι/Ιστορίες αναζητήθηκαν αναφορές στις ρίζες της παράδοσης του σωματικού θεάτρου. Λάβαμε ασφαλώς υπόψη μας ότι το ερώτημα σχετικά με την αρμονική ή μη σχέση των εκφραστικών μερών του ηθοποιού μεταξύ τους τέθηκε για πρώτη φορά από τον Βσέβολοντ Μέγιερχολντ και έκτοτε έχει κεντρική θέση στις θεατρικές σκηνοθετικές αναζητήσεις. Πρόκειται για μια πολύ παλιά συζήτηση, της οποίας αναζητήσαμε τις πιο πρόσφατες εκδοχές για να στηρίξουμε τη μεθοδολογία της συγκεκριμένης πρόβας. Τελικά, αποφασίστηκε να εργαστούμε συνδυάζοντας στοιχεία από το Viewpoints, με τη μέθοδο δουλειάς του σύγχρονου Ιάπωνα δραματουργού και σκηνοθέτη Τοκίσι Οκάντα. Επηρεασμένη άμεσα από τις μεταμοντέρνες αναζητήσεις της τέχνης του χορού, όπου, μετά την δεκαετία του 1960, κερδίζουν έδαφος έννοιες όπως η εσωτερική παρόρμηση και η σωματική αλληλεπίδραση, η μέθοδος των Viewpoints αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για τον επαγγελματία ηθοποιό. Η Μπόγκαρτ προτείνει και επεξεργάζεται συνολικά εννέα Viewpoints τα οποία καθορίζουν τη σκηνική παρουσία του ηθοποιού σε σχέση με τον χρόνο και τον χώρο (τέμπο, διάρκεια, επανάληψη, κινητική/αισθητηριακή ανταπόκριση, σχήμα, χειρονομία, αρχιτεκτονική του χώρου, αποστάσεις, τοπογραφία). Ο σκηνοθέτης που εργάζεται με βάση αυτή τη μέθοδο καλείται να ‘διαβάζει’ κάτω από τη φόρμα μιας δράσης το νοηματικό, αισθητικό, συναισθηματικό ή ψυχολογικό περιεχόμενο και να κρατά τα απολύτως απαραίτητα για τη σκηνή που επεξεργάζεται. Δεύτερη μεθοδολογική αναφορά της συγκεκριμένης παράστασης υπήρξε η ερευνητική δουλειά και η αισθητική πρόταση του Οκάντα, ο οποίος ανήκει σε μία γενιά σκηνοθετών που δραστηριοποιούνται στην Ιαπωνία από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Κατά την περίοδο αυτήν, εποχή οικονομικής ύφεσης, οι εργασιακές σχέσεις στην Ιαπωνία διαταράσσονται έντονα, καθώς ο αριθμός των απολύσεων και των ανέργων αυξάνεται ραγδαία, ενώ γενικεύεται το φαινόμενο της μερικής απασχόλησης. Ο Οκάντα επιλέγει να συνδέσει αυτήν τη συνθήκη αλλοτρίωσης με τη σωματικότητα. Στα έργα και τις παραστάσεις του οι ηθοποιοί δουλεύουν πάνω σε υποκριτικούς κώδικες, οι οποίοι διαχωρίζουν και ‘αποξενώνουν’ την κίνηση από την εκφορά του λόγου. Αυτά τα δύο μέσα δεν συνομιλούν πλέον στο σώμα του ηθοποιού. Αποτελούν δύο παράλληλες, ‘ξένες’ μεταξύ τους και συχνά αντιφατικές λειτουργίες. Παρακολουθώντας την δουλειά του Οκάντα, αναρωτηθήκαμε με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στοιχεία τής πρότασής του, να συνδυαστούν με τα Viewpoints και να συνθέσουν στην παράσταση Κύκλοι/Ιστορίες μία ιδιόμορφη σκηνική γλώσσα, μία σαφή αλλά και ποιητική σωματική φόρμα για το δίπολο αφέντης-υπηρετικό προσωπικό».
Όπως βλέπουμε από τα εκτενή παραθέματα, πρόκειται για μια συνθετική κριτική εργασία που προτείνει και δεν περιορίζεται στην ανατομικού τύπου αξιολόγηση πολιτιστικών φαινομένων του παρελθόντος. Ο Γιάννης Λεοντάρης γράφει για το τώρα και το μετά, το μετά της μετανεωτερικής θολότητάς μας.

*Ο Κωνσταντίνος Μπούρας είναι επισκέπτης καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ

Χριστίνα Κάλμπαρη, Σκηνή IV, 2021, ακρυλικό σε καμβά, 130 x 100 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: