11/6/17

Ο Όμηρος και το αλφάβητο

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΟΥΖΗ

Η μετωνυμική αναφορικότητα των γραμμάτων

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια συνιστούν συστήματα πολλαπλών κωδίκων. Σύμφωνα με τον John Miles Foley o πρωταρχικός μεταξύ αυτών είναι η τεχνητή γλώσσα τους, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο ιδίωμα ή επίπεδο ύφους (register), καθώς υφίσταται αποκλειστικά για την ανάπτυξη του έπους. Το συγκεκριμένο ιδίωμα, που διακρίνεται από τους αρχαϊσμούς και από τη διαλεκτική ανάμειξη, ανάγεται λοιπόν στο μέσο της σύνθεσης αλλά και της πρόσληψης των ομηρικών ποιημάτων, και ο επικός κόσμος προβάλλεται χάρη σε αυτό το μοναδικό και ειδικά διαμορφωμένο γλωσσικό όργανο. Τον δεύτερο κώδικα, κατά τον Foley, αποτελεί μία χαρακτηριστική τάξη «λέξεων», όπως τις ονομάζει, εννοώντας τις μονάδες ποιητικής έκφρασης, οι οποίες διαβαθμισμένες σε κλιμακούμενα προς τα άνω επίπεδα συγκροτούν τα έπη: οι λογότυποι (formulae), τα λογοτυπικά συστήματα (formulaic systems), οι τυπικές σκηνές (typical scenes) και τα αφηγηματικά σχήματα (story-patterns). Aυτές οι μονάδες ενεργοποιούν την παραδοσιακή αναφορικότητα (traditional referentiality). Πρόκειται για μία μετωνυμική (pars pro toto) σχέση της κάθε «λέξης» με την επική παράδοση. Για παράδειγμα, με τον λογότυπο πόδας ωκύς Αχιλλεύς καθιερώνεται ένας σύνδεσμος με τις αναρίθμητες, στην προφορική παράδοση, ξεχωριστές στιγμές της ύπαρξης και της δράσης του Αχιλλέα. Η ταυτότητα του ήρωα αποκαθίσταται στην ολότητά της, η οποία κωδικοποιείται μέσω του συγκεκριμένου λογότυπου. Ο τελευταίος, συνεπώς, ανήκει σε μία γνωστική κατηγορία, ώστε βρίσκεται σε ανταπόκριση με ένα εξωκειμενικό σύνολο συμφραζομένων, το οποίο του προσδίδει πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που αποκτά από την κατάσταση με την οποία σχετίζεται σε ένα δεδομένο κειμενικό σημείο. Ως συνέπεια, η κατάσταση που περιγράφεται στο σημείο όπου εντοπίζεται ο λογότυπος πόδας ωκύς Αχιλλεύς μπορεί ακόμη και να συνιστά μαζί του μία αντίθεση, λόγου χάρη στους στίχους 348-364 της Α ραψωδίας της Ιλιάδας, στους οποίους ο ήρωας, μετά την απομάκρυνση της Βρισηίδας από τη σκηνή του, κάθεται θλιμμένος στην αμμουδιά. Με τον ίδιο τρόπο το διευρυμένο και καθιερωμένο νόημα που απορρέει από την παράδοση ενυπάρχει στις γνωστικές κατηγορίες των τυπικών σκηνών και των αφηγηματικών σχημάτων. Δηλαδή, σύμφωνα με τον Foley, η παραδοσιακή αναφορικότητα αντιπροσωπεύει ένα σύστημα που θεμελιώνεται στα διάφορα είδη των «λέξεων», στις οποίες κωδικοποιείται μετωνυμικά ο επικός κόσμος, για να αποδοθεί στη συνέχεια καθ’ ολοκληρίαν με τη διαδικασία της πρόσληψης[1].

Ο Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του Ο Όμηρος και το αλφάβητο ανακαλύπτει και χρησιμοποιεί για την ανάλυση έναν επιπλέον κώδικα τον οποίο ονομάζει «ακροφωνικό». Εν προκειμένω, τα γράμματα του αλφάβητου, με τα οποία επιτιτλίζονται οι ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, επιτελούν μία διακεκριμένη λειτουργία: Το γράμμα της κάθε ραψωδίας συνδέεται με λέξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο πλαίσιό της, έχουν το συγκεκριμένο γράμμα ως αρκτικό και παραπέμπουν σε θέματα, σε επικά πρόσωπα, σε αντικείμενα και σε έννοιες, που επέχουν σημαίνοντα ρόλο στην υπόθεση, αλλά παράλληλα δημιουργούν ανταποκρίσεις με σύνολη την επική διάσταση. Έτσι στην Ιλιάδα στην Α ραψωδία, εκτός από τα ονόματα Αγαμέμνων και Αχιλλεύς των βασικών προσώπων που με τη διαμάχη τους προωθούν την πλοκή, συναντώνται θεματικές λέξεις, όπως ο άτιμος (ο θετικός βαθμός του επιθέτου βρίσκεται στην Ιλιάδα μόνο εδώ, στον στίχο 171, και σημαίνει την προσβολή την οποία υπέστη ο Αχιλλέας με την αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα), τα άποινα (τα οποία στην Α ραψωδία αναφέρονται αποκλειστικά στα λύτρα για την εξώνηση της Χρυσηίδας από τον πατέρα της, τον Χρύση), η αγορή (η συνέλευση των Αχαιών, την οποία, εξαιτίας του λοιμού, συγκαλεί ο Αχιλλέας και κατά την οποία προκαλείται η ρήξη του με τον Αγαμέμνονα), ο Απόλλων (του οποίου η οργή, για την άρνηση του Αγαμέμνονα να δεχθεί τα λύτρα του Χρύση και να του επιστρέψει τη θυγατέρα του, επιφέρει στους Έλληνες τον λοιμό), η Αθήνη (η Αθηνά, η οποία αποσοβεί τον κίνδυνο να σκοτώσει ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα κατά τη συνέλευση). Επιπρόσθετα στην Α της Ιλιάδας, στον στίχο 91, εισάγεται η φράση άριστος Αχαιών, που στη συνέχεια του έπους προσδιορίζει διάφορους αρχηγούς, αλλά κυρίως τον Αχιλλέα και, τέλος, εντοπίζεται μόνο στη συγκεκριμένη ραψωδία ο τύπος αποαιρείσθαι (αφαιρείσθαι), ο οποίος παραπέμπει στην αρπαγή της Βρισηίδας. Αναλόγως στην ιλιαδική Β ραψωδία συναντάται για πρώτη φορά η λέξη βουλή με τη σημασία της συνέλευσης των αρχόντων σε αντίθεση με την αγορήν, τη συνέλευση όλου του στρατεύματος η οποία εισάγεται στην Α (ο Αγαμέμνονας, μετά τη ψευδή υπόσχεση του Δία, μέσω του ονείρου που του έστειλε, ότι θα αλώσει την Τροία, συγκαλεί συνέλευση των αρχηγών, όπου ανακοινώνει και τη δοκιμασία στην οποία θέλει να υποβάλλει τους στρατιώτες, παρακινώντας τους να εγκαταλείψουν την εκστρατεία [Διάπειρα]). Επίσης στη Β γνωρίζει επίδοση ο βασιλεύς σε αντιδιαστολή προς τον σύστοιχό του άνακτα, με αποτέλεσμα η δεύτερη λέξη, παρότι χρησιμοποιείται και εδώ, να χαρακτηρίζει με τις εμφανίσεις της περισσότερο την Α ραψωδία. Η επίδοση επιτυγχάνεται μέσω κυρίως της σκηνής της επέμβασης του Οδυσσέα κατά τη Διάπειραν, ο οποίος, προσπαθώντας να αναχαιτίσει τη διεγερμένη από τον Αγαμέμνονα επιθυμία των Ελλήνων να αποπλεύσουν από την Τροία, υπογραμμίζει την αποκλειστικότητα της βασιλικής εξουσίας (Β 204-205: … εις κοίρανος έστω / εις βασιλεύς…) και λίγο αργότερα τιμωρεί τον Θερσίτη που την αμφισβητεί. Τέλος, ο κατάλογος, στη Β ραψωδία, των πλοίων των Αχαιών που συνέρευσαν στην Τροία ξεκινά με τον στόλο των Βοιωτών (γι’ αυτό ο κατάλογος ονομαζόταν στην αρχαιότητα «Βοιωτία» ή «Βοιώτεια»)[2].
Πέρα όμως από το γεγονός ότι ο Νάνος Βαλαωρίτης, με την ανάλυση, εν προκειμένω, των ιλιαδικών ραψωδιών Α και Β βάσει του ακροφωνικού κώδικα, οδηγείται στο συμπέρασμα μίας αλφαβητικής, σε ικανό ποσοστό, κατανομής του υλικού και διάρθρωσης των σκηνών που δομούν την αφήγηση, καταλήγει περαιτέρω στη θέση ότι οι προηγούμενες θεματικές λέξεις εμπίπτουν στο πλαίσιο μίας αλφαβητικής λημματολόγησης ηρώων, θεών, περιοχών, πραγμάτων, θεσμών, αξιών και σχέσεων, οι οποίες απαρτίζουν τον επικό κόσμο. Η συγκεκριμένη θέση θυμίζει την προσέγγιση από τον Eric A. Havelock των ομηρικών ποιημάτων ως φυλετικών εγκυκλοπαιδειών (tribal encyclopaediae), ως δηλαδή μέσων συστηματικής συγκέντρωσης από τους Έλληνες των στοιχείων της κουλτούρας τους, ή την ανάλογη και προδρομική αντιμετώπιση από τον Giambattista Vico της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ως των δύο μεγάλων θησαυροφυλάκιων των ηθών της Ελλάδας κατά την απώτατη αρχαιότητά της. Εντούτοις, η θεωρία του Νάνου Βαλαωρίτη πλησιάζει εγγύτερα σε αυτή του John Miles Foley, που παρουσιάστηκε πιο πάνω, καθώς σύμφωνα και με τις δύο οι ομηρικές συνθέσεις δεν σχετίζονται τόσο με μία πραγματικότητα η οποία κάποτε υφίστατο, αλλά κυρίως με έναν κόσμο ο οποίος ενυπάρχει αποκλειστικά στο κείμενό τους. Συνεπώς, το ακροφωνικό σύστημα βρίσκεται σε στενή επαφή με την παραδοσιακή αναφορικότητα του Foley, εφόσον εντός των ορίων του ενεργοποιείται ένας κώδικας, που στηρίζεται στη μετωνυμική σύνδεση των θεματικών, σε αυτή την περίπτωση, λέξεων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας με την επική διάσταση, η οποία συνιστά τα απώτερα, εξωκειμενικά και ταυτοχρόνως συμφυή με το κείμενο συμφραζόμενα των δύο ποιημάτων.

Ο Παναγιώτης Βούζης είναι υπ. διδάκτωρ αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και ποιητής

[1] Βλ. Foley J. M., Immanent Art: From Structure to Meaning in Traditional Oral Epic, Indiana University Press, Bloomington, Indiana 1991, 135-189 και «Η προφορική παράδοση και οι επιπτώσεις της» στο Powell B. – Morris I., Α New Companion to Homer: Εγχειρίδιο ομηρικών σπουδών, μετάφραση Φ. Πέτικα, Μ. Σκέμπης, Μ. Μουρατίδης, επιμέλεια Α. Ρεγκάκος, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2009, 181-215.  
[2]  Τα συγκεκριμένα παραδείγματα θεματικών λέξεων έχουν σταχυολογηθεί στο αδημοσίευτο άρθρο του Νάνου Βαλαωρίτη “Homer the Possible Inventor of Literary Narrative Devices”.

 Γιώργος Λάππας, Happy Man

1 σχόλιο:

Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης είπε...

Ερωτήματα κυρίως.
Είχα διαβάσει ότι ο χωρισμός σε ραψωδίες δεν είναι του Ομήρου, αλλά κατοπινός. Αληθεύει;
Ξέρω για την ύπαρξη -για την ώρα-
ελληνικών αλφαβήτων (Α και Β γραμμική) του δεκάτου και πριν αιώνων, γράμματα για τα οποία δεν ξέρουμε την σειρά τους. Αυτό χρησιμοποιούσε ο Όμηρος; (γιατί βεβαίως θα επέζησε μετά από αυτά που έχουμε, της Πύλου). Πότε εισήχθη του φοινικικό αλφάβητο (τα γοινικήια γράμματα), ώστε να τα είχε υπόψη του ο Όμηρος; Δεν μοιάζουν όλα αυτά με μυστικιστική αριθμολογία;