5/3/17

Η ποιητική του κενού, ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη

Του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΩΡΑΙΟΠΟΥΛΟΥ

Κορνήλιος Γραμμένος, Οι 10 Εντολές (λεπτομέρεια), 2014, ξύλο, χρώμα, 21 x 186 x 13 εκ.


Πέτρος Φωκαΐδης- Αλεξάνδρα Χρονάκη (επιμ.) Θέσεις της μνήμης, εκδόσεις Νήσος, σελ. 244

Θα ξεκινήσω την παρουσίαση του κείμενου μου από την προσωπική μου σχέση με το βιβλίο. Είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω μερικές απόψεις με την Αλεξάνδρα Χρονάκη και τον Πέτρο Φωκαίδη όταν μου έστειλαν την εισαγωγή τους γι’ αυτό το βιβλίο, τη στιγμή που δούλευα στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Κύπρου στη Λευκωσία, λίγα μέτρα από την νεκρή ζώνη. Επεξεργαζόμασταν με τις φοιτήτριες και τους φοιτητές την ουδέτερη ζώνη (ένα είδους κενού) ως τόπο άτυπων συναντήσεων ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Ο σκοπός αυτής της επεξεργασίας γίνονταν στη λογική της επινόησης ενδεχόμενων άτυπων θεσμίσεων, στη βάση των οποίων η τέχνη και η αρχιτεκτονική ως ενεργά υποκείμενα θα μπορούσαν να συγκροτήσουν προϋποθέσεις μετα-τραυματικών ποιητικών ρεαλιστικών επινοήσεων. Έτσι οι φοιτήτριες και οι φοιτητές, λόγω των προσωπικών τους εμπειριών, σχεδίαζαν σε πραγματικό χρόνο όντας ταυτόχρονα, από ανθρωπολογική άποψη, υποκείμενα και αντικείμενα αυτού του in situ σχεδιασμού.
Με εξέπληξε, λοιπόν, το περιεχόμενό της προτεινόμενης προσέγγισης, ως εισαγωγής στην επιμέλεια αυτού του βιβλίου, και έτσι εγκαινίασα τον πρώτο διάλογο με αυτό το βιβλίο.
Σήμερα προχωρώ σε ένα δεύτερο διάλογο για το σύνολο της επιμέλειας. Αυτή έχει πραγματοποιηθεί με τόση κατασκευαστική φροντίδα, με όση κανείς σχεδιάζει ένα είδος έργου τέχνης, δηλαδή εμπεριέχει την ύπαρξη του μη προηγούμενου και συγχρόνως το αίνιγμα που πρέπει να απαντήσει κανείς πάντα προσωπικά. Από αυτήν την άποψη θα ήθελα να εξηγηθώ από την αρχή, ότι τόσο από την τελική ανάγνωση της εισαγωγής όσο και από τα ίδια τα κείμενα, έγινα πιο πλούσιος διανοητικά, σε έννοιες, σε απόψεις, σε ένα είδος ορολογίας και μεθοδολογίας γραφής και σχεδιασμού έργων στο πλαίσιο πολλαπλών σύγχρονων γνωστικών περιοχών. Έτσι θα προτιμήσω να διατυπώσω μια σύντομη, πολύ γενική άποψή μου, με βάση τη συνολική προβληματική, χωρίς να επιδοθώ σε επιμέρους σχόλια.

Θα ξεκινήσω από μια έννοια που τη θεωρώ όχι μόνο το κοινό εννοιολογικό ίχνος των θεωρητικών ή ερμηνευτικών κειμένων, αλλά και το κοινό υλικό ίχνος των επιτελεστικών και σχεδιαστικών ποιητικών προτάσεων που παρουσιάζονται στο βιβλίο.
Σχεδόν σε όλα τα τόσο εκλεπτυσμένα για την ανάλυση τους θεωρητικά κείμενα, αλλά και σε όλες τις επιτελεστικές προτάσεις τέχνης και αρχιτεκτονικής, που εμπεριέχει αυτός ο τόμος, ρητά ή άρρητα, γίνεται αναφορά σε μια έννοια. Αυτή δεν είναι ούτε η έννοια της μνήμης ούτε  της λήθης αλλά το ενδιάμεσο κενό τους. Με όρους μετα-οντολογικούς, η έννοια του κενού, εκφρασμένη από τη λογική των μαθηματικών, και ειδικά από τη θεωρία των συνόλων, μπορεί να εκφραστεί ως λογική τομή μεταξύ των στοιχείων που συγκροτούν τη μνήμη και των στοιχείων που συγκροτούν το σύνολο της λήθης. Η λογική τομή μεταξύ των δυο αυτών συνόλων, λοιπόν, με όρους της θεωρίας των συνόλων, είναι το μηδέν, για την ακρίβεια το κενό σύνολο, δηλαδή δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να ανήκει συγχρόνως τόσο στο σύνολο της μνήμης όσο και στο σύνολο της λήθης. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την απόλυτη ετερογένεια με μη μεταφυσικούς όρους. Σε αυτή τη σχέση του κενού συνόλου, του τίποτα, θα έλεγε τόσο ο A. Badiou, αλλά και ο  J. P.Satre, όπως και ο σύγχρονος νιχελιστής R. Brassier, ότι αυτό το κενό, το τίποτα, δεν είναι ακριβώς το μηδέν, αλλά το μη ον τόσο της μνήμης όσο και της λήθης. Αυτό σημαίνει ότι αυτού του είδους το μη oν εμπεριέχει όλες τις ενδεχομενικές εκδοχές ανάμεσα στα δυο σύνολα, τόσο της μνήμης όσο και της λήθης εν δυνάμει, αλλά χωρίς την υλική τους παρουσία δηλαδή την ενεργή υλικότητά τους.
Όμως αυτές οι άπειρες ενδεχομενικές εκδοχές μπορούν να υπάρξουν μέσα στη φόρμα (υλική ή άυλη) αυτού που έρχεται και να συγκροτήσουν όχι ένα απλό σύνολο, αλλά μέρος ενός πεδίου, του πεδίου της ποιητικής (με την έννοια της κατασκευής). Αυτό σημαίνει ότι αυτός ο ενδιάμεσος κενός υπερβατικός χώρος, ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, μπορεί να είναι ένα από τα πεδία της ποιητικής ή καλύτερα της νεοΠοιητικής επιτελεστικότητας, εξειδικευμένο για το μουσείο και τους μνημονικούς τόπους. Είναι σε αυτό το πεδίο, που λειτουργεί η κάθε είδους ποιητική παραγωγή, δηλαδή η κάθε είδους παραγωγή έργων τέχνης. Γιατί η απόλυτη ετερογένεια, δεν προκαλεί μια απλή αναπλήρωση του κενού μεταξύ των στοιχείων της μνήμης και της λήθης, αλλά τη διαλεκτική των συγκρούσεων μεταξύ εκείνων των εσωτερικών δομών, που με τη σειρά τους προκαλούν το συμβάν του έργου, ή με την Xαντεγκεριανή ορολογία του έργου τέχνης, το συμβάν της αλήθειας, ή με όρους μιας μετα-οντολογικής εκδοχής το ενδεχόμενο συμβάν της αλήθειας. Εδώ αυτού του είδους οι συγκρούσεις δεν μπορεί παρά να αφορούν δομές εξουσιαστικές (ηγεμονικές ή μη), ή επικοινωνιακές (ιεραρχημένες ή μη), ή παραγωγικές (του πολιτισμού ή της κατανάλωσης), όλες όμως εκφρασμένες σε μια υλικότητα με σημασίες.
Το μουσείο, λοιπόν, όπως και οι κάθε είδους μνημονικοί τόποι, είναι κατεξοχήν τόποι «φιλοξενίας» του είδους των κενών μνήμης και λήθης, που ανέφερα παραπάνω, εξαιτίας της υλικής θραυματικότητας των ερειπίων του παρελθόντος, δηλαδή είναι τόποι, που συγκροτούνται από τα κενά μιας ποιητικής του μη όντος. Από αυτήν την άποψη, μπορεί να είναι οι τόποι των άπειρων ενδεχομενικών αφηγήσεων των τρόπων ζωής που έρχονται, και όχι αυτών που έφυγαν, άρα τόποι της συνεχούς ρευστότητας.

Από μια τέτοια ματιά μπορούμε να μιλάμε για το θάνατο του μουσείου ως μνημονικής αναπαραστατικής μηχανής του παρελθόντος, δηλαδή ως ακίνητου συνόλου, και αντί αυτού μπορούμε να μιλήσουμε για το μουσείο (όπως και για κάθε είδους μνημονικό τόπο) ως νέου Ποιητικού μηχανισμού, που παράγει τα ενδεχόμενα του παρελθόντος που δεν πραγματοποιήθηκαν, και όχι μόνον, κατασκευάζοντας τα ως αυτό που έρχεται σε συνεχή ροή, ποιητική και όχι καταναλωτική. Αυτό σημαίνει ότι η θέσμιση του Μουσείου αντιμετωπίζεται με τη λογική ενός έργου τέχνης, όποια άποψη κι αν έχουμε για το τι σημαίνει έργο τέχνης. Ασφαλώς από τη μεριά της άποψης που διατυπώθηκε παραπάνω, αυτό σημαίνει ότι το Μουσείο ή οι μνημονικοί τόποι δεν είναι τόποι που υποδέχονται απλώς, σε συνεχή ροή, αφηγηματικά περιεχόμενα, αλλά είναι μια σκηνή του κόσμου, δηλαδή το μουσείο και οι τόποι της μνήμης μπορούν να παράγουν τις ενδεχόμενες σκηνές τρόπων ζωής ως έργων τέχνης, προσδοκώντας να προδιαγράψουν το μέλλον, που η Μαλαμπού περιγράφει ως φόρμα αυτού που έρχεται.
Η ποιητική μεταφορική λειτουργία ανάμεσα στη μνήμη και στην λήθη (από τη μια στην άλλη και αντίστροφα, μη κρατώντας ποτέ ένα στοιχείο κοινό) πραγματοποιείται υλικά, ως φόρμα, με την εν γένει γραφή (γραμματολογικά, θα έλεγε ο Derrida), δηλαδή με τα σύμβολα, την κοινή γραφή, και την εν γένει τέχνη. Η τελευταία υλοποιείται όχι δια της καταγραφής του παρελθόντος αλλά δια της επινοημένης επανεγγραφής μιας άλλης εκδοχής, αυτού που λέμε ένα νέο έργο τέχνης.
Δανείζομαι από άλλα πεδία εφαρμοσμένες εκδοχές μιας τέτοιας προσέγγισης του παρελθόντος: π.χ. από τη λογοτεχνία, και συγκεκριμένα από το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος. Μπορώ να αναφέρω παραδειγματικά την περίπτωση του Αδριανού της M. Yourcenar, στην ποίηση το παράδειγμα του είδους της καβαφικής ποίησης, στο θέατρο τη θεατρική εκδοχή του 1789 της A. Muskin. Αυτά μπορούν να αποτελέσουν, παρόλη την ετερογένεια τους με το Μουσείο και τους μνημονικούς τόπους, διανοητικά παραδείγματα ενός είδους θανάτου της μουσειακής μεταφυσικής και ανάδυσης μιας νεορεαλιστικής οντολογικής προσέγγισης του υλικού πολιτισμού του παρελθόντος.
Αυτού του είδους η ζωντανή επινοητική εκδοχή της ζωής μπορεί  να  αντικαταστήσει το μεταφυσικό θάνατο του μουσείου ή των τόπων μνήμης από την αφηρημένη θεατρική κοσμική εκδοχή μιας επιτελεστικής μηχανής των αποθηκών τους ως εν δυνάμει αρχείου του μη όντος. Ενός αρχείου με μη παρατακτικές καταγραφές, αλλά ως συνδυαστική των εν δυνάμει παραγωγής άπειρων αφηγήσεων. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να δώσει άπειρες εκδοχές από επιτελεστικά κείμενα, ικανά να παράγουν σε συνεχή ροή, υλομορφικά παραστατικά αφηγήματα, αυτού που ο Αρτώ ονόμαζε ωμό θέατρο (χωρίς λόγο), και έτσι να περιγράψουν με υλικό τρόπο την τέχνη της ζωής ως έργο τέχνης που έρχεται.

Ο Φίλιππος Ωραιόπουλος είναι αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: