19/2/17

Τζον Μπέρτζερ: Ανεπίδοτα αισθήματα αντί μνημοσύνου

ΤΗΣ ΛΙΛΥΣ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ο λόγος που το μυθιστόρημα είναι τόσο σημαντικό είναι ότι το μυθιστόρημα καταπιάνεται με ερωτήματα με τα οποία  δεν μπορεί να ασχοληθεί καμία άλλη λογοτεχνική φόρμα: ερωτήματα για το άτομο που εργάζεται για να διαμορφώσει τη μοίρα του. ερωτήματα για το πώς χρησιμοποιούμε τη ζωή μας…
Tζον Μπέρτζερ

Πολλές «τυχαίες» συναντήσεις σύντομα αποδεικνύονται καθοριστικές. 
Αγγλία, Νιουκάσλ, 1980.  Πρωτοετής φοιτήτρια μαθαίνει μέσω μιας τηλεοπτικής εκπομπής ότι το BBC είχε παλαιότερα προβάλει μια σειρά με τον τίτλο Ways of Seeing (στα ελληνικά έχει έκτοτε μεταφραστεί ως Η εικόνα και το βλέμμα).  Τις επόμενες ημέρες ψάχνει σε βιβλιοπωλείο για το ομώνυμο βιβλίο που είχε εκδοθεί μετά τη σειρά.  Τι έκπληξη!  Το βιβλίο περιέχει επτά δοκίμια, τα τέσσερα «κανονικά» και τα τρία οπτικά.  Η ιδέα αλλά και η πραγμάτωση ενός οπτικού δοκιμίου τη συναρπάζει.
Αγγλία, Νόριτς, 1989.  Μεταπτυχιακή φοιτήτρια της λογοτεχνίας ανακαλύπτει έκπληκτη πως το μυθιστόρημα που είχε κερδίσει το 1972 το βραβείο Booker και έχει ήδη αρχίσει  να διαβάζει ως απαιτούμενο για το μάθημα «Ιστορία και αφήγηση στο μυθιστόρημα του 19ου και του 20ού αιώνα» είναι έργο του ίδιου συγγραφέα με το Ways of Seeing.  Πρόκειται και πάλι για τυχαία αναγνώριση: μέσω μιας φωτογραφίας του συγγραφέα σε κάποιον πίνακα ανακοινώσεων -μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι επρόκειτο περί συνωνυμίας.  Το περιστατικό αυτό μοιάζει να σχολιάζεται από ένα άλλο βιβλίο του ιδίου συγγραφέα And Μy Heart, Our Faces Brief as Photos (Και η καρδιά μου, τα πρόσωπά μας, σύντομες εμφανίσεις σαν φωτογραφικά στιγμιότυπα.)

Aρχικά ο ενθουσιασμός της φοιτήτριας αποτυπώνεται σε μια εργασία που συγκρίνει την Τες ντ’ Άμπερβιλ του Τόμας Χάρντυ και το G. του Τζον Μπέρτζερ.  Όσο περισσότερο όμως έρχεται σε επαφή με το πολυποίκιλο έργο του δημιουργού (δοκίμια, θεατρικά, μυθιστορήματα, ποιήματα, άρθρα) ο ενθουσιασμός της  εντείνεται.  Αποτέλεσμα η διατριβή «Αφηγηματικότητα και σεξουαλικότητα στο G. του Τζον Μπέρτζερ».  Στο ενδιάμεσο διάστημα η ίδια συγκίνηση έχει προλάβει να αποτυπωθεί με έντονο μαρκαδόρο σε ένα κομμάτι χαρτί που, εν είδει αφίσας, κοσμεί τον τοίχο πάνω από το γραφείο της μαζί με ένα κολάζ από εικόνες του Μάρκες, του Τσε, τζαζ μουσικών, σκηνών του δρόμου, προσωπικών φωτογραφιών.  Το αυτοσχέδιο σλόγκαν στον τοίχο γράφει: Its a fucking fine day to croak!, (Είναι μια εξαιρετικά όμορφη μέρα για να τα τινάξεις!), λόγια του αφηγητή του G. που συνοδεύουν μια εξαιρετική περιγραφή μάχης χαρακωμάτων στον Μεγάλο Πόλεμο.  Κι αν στα χαρακώματα ο άνθρωπος έχει ακόμη την πικρή ικανότητα να ξεχωρίζει τη λιακάδα, όλες οι άλλες στιγμές του, έστω και οι λιγότερο δραματικές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις προσωπικές του αδυναμίες και τη ματαιότητα της αντίστασής του στον θάνατο.  Ενδιαμέσως η ζωή κυλά όπως σ’ εκείνο  τον «αέναο χορό» στο Σταντεάτρ της Τεργέστης στα 1915: Το βαλς είναι ένας κύκλος όπου οι κορδέλες των συναισθημάτων τεντώνονται και χαλαρώνουν.  Η μουσική λύνει τους φιόγκους –και τους δένει ξανά.
Αθήνα, 1992.  Ο Τζον Μπέρτζερ έχει έρθει στην πόλη με τη σύζυγό του με αφορμή την έκδοση του βραβευμένου μυθιστορήματός του από τον βραχύβιο εκδοτικό οίκο «Άγρωστις».  Ναι, έχει την όψη αγρότη αποκτηθείσα στο γαλλικό χωριό που κατοικεί τα τελευταία χρόνια κάνοντας αγροτικές εργασίες ενώ ταυτοχρόνως εξακολουθεί να συνεργάζεται με γαλλικά και αγγλικά έντυπα και να κάνει παρεμβάσεις στην πολιτιστική αλλά και πολιτική ζωή του πλανήτη.  Ο «Γάλλος» αγρότης με το έντονα μπεκετικό βλέμμα, εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα από την οδό Αθηνάς και την Αγίας Ειρήνης, από τους μικροπωλητές με τους βίους αγίων και τα τάματα.  Εκεί χτυπά η καρδιά της πόλης, διαπιστώνει.  Ο μοτοσικλετιστής με το δερμάτινο που φωτογραφίζεται κάπου στα γαλλικά βουνά με τη νεοαποχτηθείσα σε προχωρημένη ηλικία μηχανή του, ο ηλικιωμένος που μαζί με τη σύζυγο σουλατσάρει με εφηβική ανησυχία στα ηλιόλουστα στενά υποβαθμισμένης περιοχής της ανοιξιάτικης Αθήνας, ο παγκοσμίως γνωστός ιστορικός τέχνης, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, πεζογράφος… Που συναντιούνται όλα αυτά;
Στο μυθιστόρημα G. (Το ταξίδι, είναι ο ελληνικός του υπότιτλος) όλες οι ικανότητες και ιδιότητες του δημιουργού του συνδυάζονται με απαράμιλλη μαεστρία.  Η μοναδική του ικανότητα αφήγησης (storyteller αυτοαποκαλείται) συνδυάζει την Ιστορία με τις ατομικές ιστορίες, την περιπλάνηση, το μόχθο διαμόρφωσης της ατομικότητας και τη σχέση της με τον κοινωνικό περίγυρο, την προσωπική ανάμνηση με την ιστορική μνήμη, το τσιτάτο με την εκτενή περιγραφή, το σκίτσο με το ποίημα, την αποτύπωση της δυναμικής του πλήθους με τη λεπτομέρεια της ατομικής προσέγγισης του σώματος του αγαπημένου.  Ο ιστορικός τέχνης και ζωγράφος ασκείται στην εικαστική περιγραφή φύσης και μαχών, ο δοκιμιογράφος στη διερώτηση των βασικών θεμάτων της ζωής, ο πεζογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων στην εξάσκηση του ελεύθερου άμεσου λόγου, στην παρεμβολή προσωπικών περιστατικών και απόψεων, στη συγχρονική συγγραφή της ιστορίας μιας εποχής και της σημερινής εποχής.  Ο συγγραφέας. «παίζει» με ευχέρεια με την ταυτοσημία του πρώτου γράμματος του ονόματος του πρωταγωνιστή του με τον Ντον Τζιοβάνι, τον αεροπόρο Τζίο Τσαβές που διέσχισε τις Άλπεις, τον Γαριβάλδη (μερικές μόνο από τις αναφορές του), -ονόματα που στη λατινική τους γραφή ξεκινούν όλα με G-, αγκαλιάζει θερμά τις αμφιθυμίες του πρωταγωνιστή του και των γυναικών που τον περιβάλλουν, πραγματώνοντας την αρχική του σύλληψη στο Ways of Seeing: οι άντρες δρουν και οι γυναίκες εμφανίζονται.  Οι άντρες κοιτάζουν τις γυναίκες.  Οι γυναίκες κοιτάζουν τους εαυτούς τους να τις βλέπουν.  Την ίδια στιγμή όμως κατανοεί πως:
Ό, τι γράφεις είναι σχηματικό, είσαι ο πιο σχηματικός απ’ όλους τους συγγραφείς.  Αυτά που γράφεις μοιάζουν με θεώρημα.
Όχι πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο.
Ποιο σημείο;
Πέρα από το σημείο που ανοίγει η αυλαία.
Οι κριτικοί προσπαθούν ακόμα να ερμηνεύσουν το G. και μία από τις προταθείσες ερμηνείες είναι ότι πρόκειται για κυβιστικό μυθιστόρημα. Το παρακάτω απόσπασμα ενδεχομάνως εξυπηρετεί αυτή την εξήγηση:
Ποιον περπατούσαμε;
Ήμουν ένα μπούτι που ήθελε στο μπούτι το άλλο πόδι.
Ο ήχος των πιο τρυφερών λόγων μου ήταν στον πισινό σου.
Οι φτέρνες μου βρίσκονταν στους αντίχειρές μου.
Τα καπούλια μου ήταν στις παλάμες σου.
Κρυβόμουν σε μια άκρη του στόματός σου.  Μ’ έψαχνες εκεί πέρα με τη γλώσσα σου.  Δεν υπήρχε τίποτα για να βρεις…
Η περιπλάνηση είναι μοντέρνα, η αναγωγή στο αρχειακό υλικό μεταμοντέρνα.  Τι σημασία όμως έχει η κατάταξη όταν περιγράφεται μια εργατική εξέγερση στο Μιλάνο (σε πλήρη αντιστοιχία με τον γαλλικό Μάη), ο πόλεμος των Μπόερς, μια μάχη στα οδοφράγματα του 1ου Παγκόσμιου;

Γράψε οτιδήποτε.  Αλήθεια ή ψέμα δεν έχει σημασία.  Μίλα όμως, μίλα με τρυφερότητα, γιατί αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις για να βοηθήσει λιγάκι.  Φτιάξε ένα οδόφραγμα από λέξεις, τι σημαίνουν δεν έχει σημασία  Μίλα ώστε να μπορέσει να αντιληφθεί την παρουσία σου.  Μίλα ώστε να ξέρει πως είσαι εκεί, χωρίς να αισθάνεσαι τον πόνο του.  Πες οτιδήποτε, γιατί ο πόνος του είναι εντονότερος από κάθε διαχωρισμό που μπορείς να κάνεις ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.  Επίδεσέ τον με τα λόγια της φωνής σου, όπως οι άλλοι επιδένουν τις πληγές του.  Ναι.  Εδώ και τώρα.  Ο πόνος θα πάψει.

Δεν υπάρχει δικαστής να κρίνει.

Η βαθιά πολιτική σκέψη του Μπέρτζερ, κάποτε διδακτική συχνότερα όμως στοχαστική, εμπλέκεται δυναμικά στα δοκίμιά του γι’ αυτό κι έχουν χαρακτηριστεί σαν ένα υβριδικό λογοτεχνικό είδος.  Τα περισσότερα έχουν υπόθεση, πλοκή, ανατροπές σαν τα αστυνομικά τσέπης, συνιστούν ένα μπέρδεμα της γλωσσικής με την εικαστική τεχνοτροπία.  Και ίσως, παρά τα πάμπολλα γραπτά του Μπέρτζερ κανένα, με τη μορφή δοκιμίου, να μην έχει προκαλέσει τέτοια αίσθηση όσο το «Τσε» (Γκεβάρα) που δημοσιεύτηκε το 1967 μετά τη δολοφονία του επαναστάτη.  Ο Μπέρτζερ, κι εδώ πρόκειται για τον εικαστικό καλλιτέχνη και κριτικό Μπέρτζερ, αντιλαμβάνεται αμέσως τις αναλογίες ανάμεσα στον πίνακα του Ρέμπραντ «Μάθημα ανατομίας του καθηγητή Tulp» ή μ’ έναν πίνακα του Μαντένια που αναπαριστά τον νεκρό Ιησού και την εικόνα του νεκρού Γκεβάρα που προβάλλεται από τα ΜΜΕ, και εξηγεί γιατί ο παραδειγματισμός δια του νεκρού δεν θα λειτουργήσει με τον τρόπο που θα ήθελαν οι εμπνευστές του.  Το λάθος, διατείνεται, πολλών σχολιαστών για τον θάνατο του Γκεβάρα ήταν πως υπέθεταν πως αντιπροσώπευε μόνο τη στρατιωτική ικανότητα ή μια συγκεκριμένη επαναστατική τακτική… Είναι όμως βέβαιο ότι ο Γκεβάρα αντιπροσώπευε και θα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ότι οι λεπτομέρειες των σχεδίων του.  Αντιπροσώπευε μια απόφαση, ένα συμπέρασμα.  Περιττό να ειπωθεί πως ολόκληρο το άρθρο αυτό πρέπει κάποια στιγμή να δημοσιευτεί στα ελληνικά  όπως και τόσα άλλα δοκίμια ή άρθρα του γιατί κι αυτά όπως και το «Η εικόνα και το Βλέμμα», συνιστούν τρόπους σκέψης διαφορετικούς απ’ αυτούς που μας έχει συνηθίσει ο περιβάλλων μικρόκοσμός μας.
Κόσμος 2/1/2017. Δυσοίωνος προβλέπεται και ο νέος χρόνος.  Πέφτει το μάτι μου σε μια ανάρτηση στο f/b. Το ψάχνω.  Είναι αλήθεια, πέθανε ο Τζον. Εμβρόντητη.  Η λογική επισημαίνει ότι ήταν πια ενενήντα. Άσχετο! Τέτοιοι άνθρωποι (όπως κι ο Σωτήρης Δημητρίου το καλοκαίρι) δεν δικαιούνται να πεθαίνουν.  Οφείλουν να παραμένουν φάροι αναφτοί για την ανθρωπότητα.  Δεν μπορώ να γράψω, δεν μπορώ να συλλαβίσω. Μου παίρνει μια βδομάδα να βγάλω τα βιβλία του από το ράφι της βιβλιοθήκης, να τα φωτογραφήσω «τιμής ένεκεν».  Τα βιβλία που χρόνια τώρα καταλαμβάνουν μισό ράφι (το άλλο μισό έχει Σαίξπηρ).  Παράξενες οι ταξινομήσεις της καρδιάς.  To youtube, το google γεμάτα αναρτήσεις, φιλμάκια, ντοκιμαντέρ, πληροφορίες για τα τελευταία χρόνια σου στα περίχωρα του Παρισιού, στοιχεία πιο πολλά απ’ όσα μπορώ να αντέξω.
Σου οφείλω πολλά μα προπαντός το credo σου πως ο συγγραφέας πρέπει να είναι στοχαστικός και ανατρεπτικός, ερωτικός και πολιτικός.  Από αυτή την απρόσμενη «συνάντησή» μας έχω πληροφορηθεί όσα κι ο Άμλετ από το φάντασμα του πατέρα του ή ο Ντον Τζιοβάνι από το άγαλμα.  Τόσο βαθιά έχει εντυπωθεί ή σμιλευτεί στην καθημερινή μνήμη μου αυτό το «τυχαίο» συναπάντημα.  

Η Λίλυ Εξαρχοπούλου είναι συγγραφέας

Κωνσταντίνος Βαβυλουσάκης, Teddy the bear, 2009, λάδι σε καμβά, 120 x 120 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: