24/12/16

Ζ του Βασιλικού και Ζ του Γαβρά

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Βασίλη Βασιλικού: Ζ, φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος, από τις εκδόσεις Gutenberg

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΓΑΘΟΥ

Το μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, μυθοπλαστική επεξεργασία ενός γεγονότος που συγκλονίζει την πολιτική ζωή της Ελλάδας τον Μάιο του 1963, της δολοφονίας του αριστερού βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από παρακρατικούς κύκλους, πρωτοδημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό Ο Ταχυδρόμος το 1966 και αμέσως μετά κυκλοφορεί σε αυτοτελή τόμο από τις εκδόσεις Θεμέλιο, όταν τα γεγονότα είναι εξαιρετικά νωπά στη συλλογική μνήμη και αρχίζει η δίκη των κατηγορουμένων για τη δολοφονία. Το 1967 το βιβλίο απαγορεύεται στην Ελλάδα από το χουντικό καθεστώς, αλλά γρήγορα αρχίζει να μεταφράζεται στη μία γλώσσα μετά την άλλη. Το 1969 μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον Κώστα Γαβρά, ως γαλλοαλγερινή παραγωγή, με σενάριο του Jorge Semprun, φωτογραφία του Raoul Coutard, μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και πρωταγωνιστές τους Jean-Louis Trintignant, Yves Montand, Jacques Perrin και Ειρήνη Παπά. Η ταινία σημειώνει θριαμβευτική επιτυχία σε όλο τον κόσμο, δίνοντας νέα ώθηση στις πωλήσεις του βιβλίου και φέρνοντας τον Βασιλικό, τον Γαβρά και τη χουντοκρατούμενη Ελλάδα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.
Το Ζ του Γαβρά ανήκει στην κατηγορία της κινηματογραφικής μεταφοράς λογοτεχνικού έργου που αποκαλείται σχόλιο, όπου το πρωτότυπο μεταβάλλεται σε κάποια σημεία, χωρίς, όμως, να απομακρύνεται από τους βασικούς άξονες του βιβλίου. Ο σεναριογράφος Jorge Semprun, απηχώντας και τη θέση του Γαβρά, εξηγεί σχετικά με τις προθέσεις τους να διεθνοποιήσουν την ιστορία που αφηγείται το βιβλίο του Βασιλικού: «Δεν θέλαμε να κάνουμε μια αναπαράσταση της υπόθεσης, αλλά να πάρουμε μια αφορμή για να καταγγείλουμε ορισμένα πράγματα σε παγκόσμια κλίμακα. Ιδού πώς: Παρουσιάζοντας τα πρόσωπα του έργου όχι τυπικά και “ανεκδοτολογικά” ελληνικά–τοπικά αλλά πιο ανοιχτά, δίνοντας στην ταινία μια δυνατότητα να λειτουργήσει σε όλον τον κόσμο»[1].

Τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τη φόρμα του δραματοποιημένου ντοκουμέντου και κινούνται στα όρια μεταξύ ιστορίας και μυθοπλασίας, με αποτέλεσμα οι κριτικοί και των δύο έργων να δυσκολεύονται να τα κατατάξουν σε ένα συγκεκριμένο είδος. Ο Τάσος Βουρνάς[2], ο Βασίλης Ραφαηλίδης[3], ο  Απόστολος Σαχίνης[4] αναρωτιούνται εάν το βιβλίο του Βασιλικού είναι μυθιστόρημα ή ντοκουμέντο, ενώ η Marguerite Duras το χαρακτηρίζει «μια μεγαλοπρεπή, μοντέρνα, εξαντλητική αφήγηση της πολιτικής αλήθειας»[5]. Ο ίδιος ο συγγραφέας το εντάσσει στην κατηγορία του μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος (non-fiction novel) που αρχίζει με το Εν ψυχρώ του Truman Capote[6]. Την ίδια δυσκολία ειδολογικής κατάταξης συναντούμε και στις κριτικές της ταινίας του Γαβρά: άλλοι μιλούν για «μαχόμενη» περιπέτεια που προτρέπει στην αρετή[7], άλλοι για πολιτικό δράμα που δημιούργησε το «σύνδρομο Κώστα Γαβρά»[8], άλλοι θεωρούν την ταινία «ταυτόχρονα μια μανιασμένη πολιτική κραυγή και ένα λαμπρό θρίλερ γεμάτο σασπένς»[9].
Πέρα από τις μεταξύ τους συγκλίσεις (έντονος αντιμοναρχικός χαρακτήρας, προβολή της μορφής του θαρραλέου, έντιμου ανακριτή, τονισμός της συμβολής των δημοσιογράφων στην εξιχνίαση της δολοφονίας) και αποκλίσεις (εξοβελισμός των λυρικών μερών του μυθιστορήματος και συρρίκνωση του ρόλου της χήρας στην κινηματογραφική εκδοχή), τόσο το βιβλίο όσο και το φιλμ γίνονται εξαιρετικά δημοφιλή σε όλον τον κόσμο. Το Ζ του Βασιλικού μεταφράζεται στα γαλλικά από τον Pierre Comberousse για λογαριασμό του εκδοτικού οίκου Gallimard το 1966, και μέσα στην επόμενη τριετία (1967-1970) κυκλοφορούν μεταφράσεις του σε άλλες δεκαοκτώ χώρες, από τις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Δυτική Γερμανία και την Ιταλία ώς τη Σοβιετική Ένωση, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία και την Ιαπωνία· το γεγονός ότι δέκα από αυτές τις μεταφράσεις εκδίδονται μετά την εμφάνιση της ταινίας είναι μια ένδειξη ότι ο εμπορικός και καλλιτεχνικός θρίαμβος της ταινίας, που διαπρέπει στο Φεστιβάλ Καννών και στα Όσκαρ, σίγουρα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διεθνή εκδοτική επιτυχία και την πρόσληψη του βιβλίου. Παράλληλα, τα γεγονότα του Μάη του 1968 στο Παρίσι είναι ακόμη νωπά όταν γυρίζεται και προβάλλεται η ταινία και, κατά κάποιο τρόπο, συντελούν στην επιτυχία της. Εξάλλου, την ίδια περίοδο είναι πρόσφατη η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, ο πόλεμος του Βιετνάμ, οι εξεγέρσεις στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Υπάρχει ένα παγκόσμιο αίτημα να χτυπηθεί ο ολοκληρωτισμός σε όλες του τις μορφές και το φιλειρηνικό κίνημα είναι ισχυρότερο από ποτέ. Το Ζ των Βασιλικού-Γαβρά βρίσκεται ξαφνικά να εκφράζει όλα τα παραπάνω· δεν είναι τυχαίο ότι κριτικοί εντοπίζουν αναλογίες της δολοφονίας του Λαμπράκη, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο και στο φιλμ, με άλλα πολιτικά εγκλήματα που συνταράσσουν τον κόσμο κατά τη δεκαετία 1960-1970, όπως αυτά των αδελφών Kennedy, του Ben Barka, του Lumumba, του Delgado, του Martin Luther King, του Malcolm X, αλλά και με τις παλαιότερες σταλινικές εκκαθαρίσεις.
Παρά την προσπάθεια του Γαβρά να διεθνοποιήσει το βιβλίο του Βασιλικού, η ταινία τελικά γίνεται σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα των Ελλήνων και η ιστορία του Ζ-Λαμπράκη, ενός Έλληνα γιατρού και ειρηνιστή, χρησιμοποιείται ως όπλο ενάντια στη χούντα. Εάν το μυθιστόρημα συλλαμβάνει επιτυχώς το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα και εκφράζει τη λαϊκή βούληση για εξάλειψη της πολιτικής και στρατιωτικής διαφθοράς και για απονομή δικαιοσύνης, το φιλμ κατορθώνει να συλλάβει την έννοια της ύβρεως την οποία συχνά διαπράττουν οι φορείς της εξουσίας και να προσφέρει μια πανοραμική εικόνα των συνθηκών που οδηγούν σε ένα στρατιωτικό καθεστώς. Ωστόσο, αν και ο ενημερωμένος θεατής του 1969 γνωρίζει ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ελλάδα, η ταινία δεν χάνει ποτέ τον παγκόσμιο, πανανθρώπινο χαρακτήρα της. Το γεγονός ότι ελάχιστοι χαρακτήρες αποκαλούνται με όνομα και ο τόπος δεν είναι αυστηρά προσδιορισμένος αποδεικνύονται σοφή επιλογή: ενδεχομένως, αν χρησιμοποιούνταν τα πραγματικά ονόματα προσώπων και τοποθεσιών, η ταινία θα αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως καθαυτό Ιστορία παρά ως καταγγελία του ολοκληρωτισμού.
Και οι δύο δημιουργίες έχουν καταξιωθεί στη συλλογική συνείδηση και αποτελούν σημεία αναφοράς στη λογοτεχνική και κινηματογραφική ιστορία σε διεθνές επίπεδο· παράλληλα και τα δύο διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης σχετικά με τη δικτατορία των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, χωρίς να χάνουν την οικουμενική τους διάσταση ως καταγγελίες της κατάχρησης εξουσίας. Τόσο το μυθιστόρημα όσο και η ταινία αποτελούν κορυφαίες στιγμές –αλλά και κρίσιμες καμπές– στην πορεία τόσο του Βασιλικού όσο και του Γαβρά και, ως γνήσια έργα τέχνης, δεν θα πάψουν ποτέ να συγκινούν, να κερδίζουν νέους αναγνώστες και θεατές, και να βρίσκονται σε διαρκή διάλογο, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με άλλες μορφές τέχνης, όπως το θέατρο, για να θυμηθούμε την έξοχη θεατρική μεταφορά της Έφης Θεοδώρου, που παρουσιάστηκε to 2012 στο Εθνικό Θέατρο. 

Ο Θανάσης Αγάθος διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ

[1] Κώστας Πάρλας, «Ο Κ. Γαβράς διευκρινίζει: ‘Παγκόσμια ταινία το Ζ και όχι τοπική αναπαράσταση’», εφημ. Το Βήμα της Κυριακής, 15-12-1974, σ. 5.
[2] Τάσος Βουρνάς, «Προσφορά στη μάχη του δημοκρατικού στοχασμού εναντίον της βίας. Φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος», εφημ. Η Αυγή, 14-12-1966, σ. 4.
[3] Β. Α. Ραφαηλίδης, «Το βιβλίο. Βασίλη Βασιλικού, ‘Ζ. Φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος’», εφημ. Δημοκρατική Αλλαγή, 21-1-1967, σ. 2.
[4] Απόστολος Σαχίνης, «Τα Γράμματα. Ένα χρονικό της εποχής μας», εφημ. Έθνος, 1-3-1967, σ. 2.
[5] Marguerite Duras, «Les hardes de Salonique», Le Nouvel Observateur 156 (8-11-1967), σ. 46-47: 46.
[6] Ο ίδιος ο Βασιλικός αναγνωρίζει τις οφειλές του στον Truman Capote: «Βρήκα το κλειδί της αφήγησης της δολοφονίας του Λαμπράκη μόλις διάβασα το ‘Εν ψυχρώ’ του Τρούμαν Καπότε το 1966» (Βασίλης K. Καλαμαράς, «Λογοτεχνικά και ερωτικά χρεόγραφα», εφημ. Ελευθεροτυπία, 11-4-2009).
[7] Jean-Louis Bory, «Z. La majuscule de l’histoire», Le Nouvel Observateur 226 (10-3-1969), σ. 44-45: 44.
[8] James Monaco, «The Costa-Gavras Syndrome», Cineaste, τόμ. 7, αρ. 2, 1976, σ. 18-21, 51, 20.
[9] Roger Ebert, «Z. Film review», Chicago Sun–Times, 30-12-1969.

Κατερίνα Ζαφειροπούλου, Inhabitants No4, 2016, έπιπλα, ρητίνη και εποξικό χρώμα

Δεν υπάρχουν σχόλια: