4/9/16

Η σύνοδος των σκιών

ΔΙΗΓΗΜΑ

Ένας ψηλός φανοστάτης, ο πιο λαμπερός από όλους. Στεκόταν μόνος του στο κέντρο της μεγάλης πλατείας διαχέοντας το φως του σαν μικρός, τεχνητός ήλιος και διαλύοντας το σκοτάδι της νύχτας. Οι άλλοι, οι μικρότεροι φανοστάτες, διάσπαρτοι σε διάφορα σημεία της πλατείας, ήταν σχεδόν σαν δορυφόροι του. Συμπλήρωναν το φως του, μερικές φορές θα μπορούσες να πιστέψεις και ότι απλά το ανακλούσαν.
Δεν ήταν παράξενο λοιπόν ότι αυτός ήταν το σημείο συγκέντρωσης. Κάθε βράδυ, λίγο πριν ή μετά τις δέκα, άρχιζαν να μαζεύονται εκεί, ακριβώς κάτω από τον υψηλό στύλο του. Άλλοτε πιο πολλοί και άλλοτε λιγότεροι, πάντα αρκετοί όμως.
Τους έβλεπε όταν κοίταζε από το παράθυρό του, πίσω από το τζάμι τον χειμώνα και χωρίς να μεσολαβεί αυτό το καλοκαίρι. Γιατί ήταν πάντα εκεί, με δροσιά, κρύο, βροχή, χιόνι τις ελάχιστες φορές που έπεφτε αλλά και με ζέστη ή αφόρητο καύσωνα.
Είχε πάντα την απορία όχι τόσο για το τι έκαναν εκεί αλλά το τι μπορεί να έλεγαν μεταξύ τους. Τι συζητούσαν όλοι αυτοί οι ίσκιοι που συγκεντρώνονταν κάθε βράδυ κάτω από τον φανοστάτη; Τι να έλεγαν καθώς στέκονταν εκεί, σχεδόν απόλυτα ακίνητοι και όρθιοι πάντα, ακούραστοι μέχρι που, λίγο πριν από το πρώτο φως της αυγής, σαν να λάμβαναν το σήμα για να αποχωρήσουν; Και το έκαναν, αργά, πολύ πιο κουρασμένα από όσο όταν μαζεύονταν το βράδυ. Ανανεώνοντας το ραντεβού τους στο ίδιο μέρος και την ίδια ώρα την επόμενη νύχτα, σίγουρα δίχως να χρειάζεται καν να το πουν.
Γιατί δεν απουσίαζαν ποτέ. Πάντα εκεί, συγκεντρωμένοι μεν αλλά ποτέ πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ούτε καν σε παρέες των δύο ή των τριών. Καθένας μόνος του, κοιτάζοντας πάντα  προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, όχι στα πλάγια, ούτε λίγο δεξιά ούτε αριστερά. Και ποτέ πίσω τους, ούτε όταν απομακρύνονταν από τον φανοστάτη μετά από πολλές ώρες. Σαν να φοβόνταν αυτό που θα έβλεπαν ή αντίθετα να έτρεμαν ότι δεν θα αντίκριζαν τίποτα πέραν από το κενό.

Για αυτό ακριβώς και είχε φτάσει να αναρωτιέται αν τελικά έλεγαν ποτέ οτιδήποτε. Μήπως η ακινησία τους συνοδευόταν και από την απόλυτη σιωπή τους; Τόσοι ίσκιοι, ανδρικοί και γυναικείοι,  μαζεμένοι αλλά δίχως τίποτα να πράξουν και τίποτα να πουν. Χωρίς τίποτα για να τους κινητοποιήσει και τίποτα που να τους κάνει να μιλήσουν για αυτό. Μοναδικό τους κίνητρο το να βρεθούν εκεί, κίνητρο με ποιο σκοπό και νόημα όμως; Ή μήπως αυτοσκοπός, απλά το να βρίσκονται εκεί; Μια αυτοεκπληρούμενη πράξη χωρίς λογική και περιεχόμενο, το να συγκεντρώνονται κάτω από τον φανοστάτη και λίγο πριν ξημερώσει να επιστρέφουν εκεί από όπου ξεκίνησαν, πού άραγε;  Ήταν κοινή η αφετηρία τους ή διαφορετική για τον καθένα;
Εκτός και αν το κίνητρο τους δεν ήταν παρά η επιθυμία τους να υπάρξουν, έστω και για το ελάχιστο δυνατό. Αν ήταν αυτό που τους ωθούσε να μαζεύονται κάθε βράδυ κάτω από τον φανοστάτη, το να υπάρχουν χάρη στο φως του πριν γυρίσουν εκεί από όπου ξεκίνησαν. Αναπόφευκτα στο σκοτάδι το οποίο τους είχε γεννήσει δηλαδή – ή μήπως μόνο δραπέτευαν προσωρινά από αυτό γνωρίζοντας όμως πολύ καλά ότι παρέμεναν αιώνιοι δεσμώτες του;
Τελικά μπορεί να ήταν αυτό που τους έκανε να τηρούν απαράβατα το ραντεβού τους στον φανοστάτη. Λίγο πιο συρρικνωμένοι τον χειμώνα, σα να τους επηρέαζε η βροχή και το κρύο και πιο μακριοί το καλοκαίρι, σα να ψήλωναν με την ζέστη. Όταν μάλιστα είχε πανσέληνο και κάνα – δυο νύχτες πριν και μετά από αυτήν γίνονταν ακόμα μακρύτεροι, ψηλόλιγνοι και σχεδόν ατέλειωτοι, σαν να τους έτρεφε το κίτρινο μεν αλλά πιο φυσικό από εκείνο του φανοστάτη φως του φεγγαριού.
Την προσοχή του όμως τραβούσε πάντα ένας συγκεκριμένος από όλους αυτούς τους ίσκιους, Ένας που ίσως μερικές φορές να έφτανε λίγο καθυστερημένος στο ραντεβού στον φανοστάτη αλλά πάντα ήταν από τους τελευταίους οι οποίοι έφευγαν. Πάντοτε επίσης καθόταν ακόμα πιο μακριά από τους άλλους σε σχέση με τους υπόλοιπους. Επιπλέον δεν κοίταζε μόνιμα προς την ίδια κατεύθυνση όπως οι άλλοι αλλά σχεδόν κάθε βράδυ προς διαφορετική, σαν κάτι να αναζητούσε. Στην αρχή δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τον ενδιέφερε τόσο αυτός ο ίσκιος αλλά σιγά – σιγά το κατάλαβε. Του θύμιζε πολύ έντονα κάτι, υπήρχε επάνω του κάτι πάρα πολύ οικείο.
Ακριβώς για αυτό δεν θα μπορούσε να μην παρατηρήσει την απουσία του εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, ειδικά μάλιστα όταν πλησίαζε πανσέληνος. Και την προηγούμενη νύχτα βέβαια είχε καθυστερήσει υπερβολικά να πάει στη σύναξη των ίσκιων, κάτι ασυνήθιστο για αυτόν αλλά τελικά παρευρέθηκε όπως και κάθε άλλη φορά. Η ώρα όμως πλησίαζε έντεκα και μισή χωρίς να έχει φανεί και κάτι του έλεγε ότι δεν θα  συνέβαινε αυτό και σε όλη την διάρκεια της νύχτας. Παράδοξα όμως, όσο και αν τον εξέπλησσε το γεγονός, δεν τον έκανε να ανησυχεί καθόλου για το τι είχε απογίνει ο ίσκιος τον οποίο ξεχώριζε από τους άλλους. Αντίθετα αισθανόταν μια ανακούφιση που γινόταν όλο και πιο έντονη. Μια ανακούφιση που στο τέλος μετατράπηκε σε μια αλλόκοτη ευχαρίστηση και ικανοποίηση, σχεδόν σε μιαν άγρια χαρά.
Γύρισε απότομα την πλάτη του στο παράθυρο και κοίταξε στο εσωτερικό του δωματίου. Στον τοίχο απέναντι του στεκόταν ο τόσο γνωστός του ίσκιος, ο μόνος  που απουσίαζε από την καθημερινή σύνοδο των υπολοίπων στην πλατεία. Καθώς από το παράθυρο έμπαινε αρκετό από το φως της σχεδόν γεμάτης σελήνης ήταν ψηλόλιγνος όσο περίπου και αν βρισκόταν εκεί, έφτανε και στον διπλανό τοίχο από εκείνον στον οποίο βρισκόταν.
Του χαμογέλασε φευγαλέα, πήγε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει πίσω του για να ξέρει ότι θα τον ακολουθούσε, η πιο αχώριστη παρέα του όπως πάντα. Αν και, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για αυτό, ήξερε ότι δεν πήγαινε να συναντήσει έναν άλλον ίσκιο. Εκείνος άλλωστε μόνο παρατηρούσε τη σύνοδο τους στην πλατεία χωρίς ποτέ να συμμετέχει, απλά δεν είχε θέση σε αυτήν.

ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ

Χριστίνα Αντωνιάδη, Μόλυβος, ακρυλικά σε ξύλο, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: