4/9/16

Έχω ένα όνειρο...

Εριφύλη Δουκέλη, Playful Diversion, gelatin c-print, 2016


..είπε ο ερημίτης απευθυνόμενος σ’ αυτούς που αγάπησε. Στις σκιές και στα μεσημέρια τα καιόμενα του Αυγούστου. Ένα όνειρο που δεν θα λησμονεί αυτούς που φύγαν, ούτε εκείνους που σε στρατί δύσκολο περπάτησαν. Ένα όνειρο που σμιλεύτηκε στα βράχια του Σουνίου και στις ερημιές της εθνικής οδού. Το φθινόπωρο αυτό να μην έχει άλλες προσβολές της αισθητικής μας από την παραπαίουσα  αντιπολίτευση. Ότι πολύ σημαδεύτηκαν οι καιροί από την αθλιότητα.
Έχω ένα όνειρο είπε ο ερημίτης στον αέρα που ερχόταν απ’ το Αιγαίο, για ένα ταξίδι που θα ’χει συντρόφους τον Μαΐστρο, τον Λεβάντε, τον Σορόκο και την Τραμουντάνα. Που θα ’χει ακόμη αυτός ο αγνωστικιστής τα 4 Ευαγγέλια να του δείχνουν την πορεία, κι αυτός να μην την ακολουθεί. Να σεργιανά στις ανοχύρωτες πόλεις του κόσμου και να μπαίνει επισκέπτης των αγίων τόπων, κρατώντας από τα χέρια ένα παιδί της Παλαιστίνης κι ένα παιδί του Ισραήλ, να γέρνει το βλέμμα στην Αγία Νάπα και να βλέπει ένα παιδί των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων να παίζουν μπάλα κάτω από μια σημαία, αν οι σημαίες σημαίνουν. Να παίρνει μέρος σε μια συνέλευση στο Ντιγιαρμπακίρ όπου όλες οι φυλές και οι εθνότητες της Τουρκίας μιλάνε και δεν πυροβολούν.
Ναι, ξέρει ότι το όνειρο αυτό μένει όνειρο, αλλά μέσα του υπάρχει η σπορά μιας ελπίδας ανέσπερης. Γιατί έτσι έμαθε στους δρόμους της οργής. Πως η ελπίδα υπάρχει εκεί που δεν την περιμένεις.
–Ιερομόναχε Διονύσιε, τι προσδοκάς, ποια ψυχική ηρεμία αναζητάς, ρώτησε ο ερημίτης μία από τις αγαπημένες του σκιές. Δεν υπάρχουν στη ζωή λευκές σελίδες, σκέφτηκε. Γεμάτες είναι, όλες.

Έστρεψε το βλέμμα του στην Αίγινα. Έχω ένα όνειρο, είπε, όχι άλλες σελίδες γεμάτες λάσπη. Αλλά ούτε γι’ αυτό ήταν σίγουρος. Το όνειρό του ήταν ένας δρόμος μοναχικός, ένας δρόμος στενός, που δεν χωρούσε κάποιον άλλο. Ένα δρόμο που δεν ήξερε πού οδηγεί, αλλά είχε μάθει σε τέτοιους δρόμους από τη μοναστική ζωή.
Στα στερνά του Αυγούστου έβλεπε τις σκιές του να μακραίνουν και να χάνονται. Ένοιωθε πως ο χρόνος του πια λιγόστευε. Πως οι μέρες και οι ώρες σημαίνουν πια, δεν είναι κομμάτια στο σωρό. Και αφού σημαίνουν, οφείλει, σκέφτηκε, να αποδώσει τον σεβασμό που τους πρέπει. Αυτό κανείς μόνος του το κάνει. Αυτή τη σπουδή.
"Μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος και ο μικρός". Δεν ήξερε αν τούτος ο στίχος έλεγε όλη την αλήθεια. Στο τέλος της μέρας, μάλλον δεν είναι έτσι. Άλλωστε, αυτός ήταν ένας ερημίτης, το πώς ζουν οι κοσμικοί, λίγες φορές στ’ αλήθεια το ’χε σκεφτεί. Τα δικά του όνειρα ήταν σπάνια και σύντομα. Ποτέ δεν τα πίστευε. Μόνο κάτι ρωγμές ανεπαίσθητες δημιουργούσαν, και μάλιστα τόσο ανεπαίσθητες που η ζωή του δεν άλλαζε καθόλου εξαιτίας τους. Αυτό που στ’ αλήθεια εκτιμούσε ήταν η πράξη, ή καλύτερα ο λόγος που γινόταν πράξη, που γινόταν σάρκα. Γιατί μόνο έτσι μπορούσε να θεραπεύει τις πληγές. Γι’ αυτό το όνειρο τούτο τον βασάνιζε. Ήταν κάτι ξένο, κάτι ανοίκειο.
Ξαναγύρισε στο κονάκι του, ένα κονάκι πια άδειο. Δεν υπήρχε εκεί ούτε ο Αλβανός φίλος του ούτε η αγαπημένη του φίλη. Δεν ήξερε καν αν θα τους ξανάβλεπε. Είχαν πάρει δικούς τους δρόμους και ίσως κάποτε συναντιόντουσαν πάλι. Έτσι είναι τα ανθρώπινα, σκέφτηκε. Έστειλε το όνειρό του στο διάολο και άναψε ένα τσιγάρο αγναντεύοντας την θάλασσα. Το μόνο σταθερό σημείο της ζωής του. Χαμογέλασε, ουκέτι καιρός σκέφτηκε, ουκέτι καιρός.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ  

Δεν υπάρχουν σχόλια: