15/5/16

Η θεωρία της δημοκρατίας στο έργο του Σβώλου

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Οι μελέτες του κορυφαίου Έλληνα συνταγματολόγου, Αλέξανδρου Σβώλου, υπήρξαν μεθοδολογικά καινοτόμες για την εποχή τους, καθώς δεν παρέμειναν εγκλωβισμένες στο στενό πλαίσιο της νομικής δογματικής, αλλά προχώρησαν τόσο στην ερμηνεία του Δικαίου υπό το πρίσμα των κοινωνικών επιστημών όσο και στη διατύπωση ριζοσπαστικών προτάσεων για τη μεταρρύθμισή του. Σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του πλούσιου έργου του Σβώλου, την πολιτειολογική, καταγράφεται η πρωτοποριακή, τουλάχιστον για την ελληνική βιβλιογραφία του Μεσοπολέμου, σύζευξη του συνταγματικού δικαίου με την κοινωνιολογία, την πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία.

Δημοκρατική αρχή και πολιτική ελευθερία
Σύμφωνα με τη διεπιστημονική του θεωρία, το μέγιστο αγαθό που κατοχύρωσε η λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος υπήρξε η αυτονομία της πολιτικής κοινότητας, εφόσον «κατέστη δυνατόν ν’ αποδώση μείζονα καρπόν η κατάκτησις τους πολιτικής εξουσίας υπό διαρκώς ευρυτέρων μαζών και να εξυψωθή εμπράκτως περισσότερον το επίπεδον της ατομικής και της ομαδικής ελευθερίας».[1] Ο Σβώλος στέκεται με ιδιαίτερη έμφαση στην τελευταία αυτή έννοια, την ομαδική ελευθερία, ή καλύτερα τις επιμέρους ομαδικές ελευθερίες, οι οποίες μέσα από τη συγκρουσιακή τους σχέση συνδιαμορφώνουν τελικά την κρατική βούληση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «δεν υπάρχει Λαός ως ‘σύνολον’ ή ‘ενότης’, αλλά…μόνον ομάδες, τάξεις και στρώματα κοινωνικά, αντιτεταγμένα προς άλληλα, απορροφώντα εντός εαυτών τα άτομα, τα οποία…δεν παρίστανται πλέον μεμονωμένα εν τη διαδικασία της παραγωγής της κοινής θελήσεως, αλλά ομαδικώς».[2] Τη θεσμική έκφραση των συλλογικών αυτών θελήσεων –οικονομικών, κοινωνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών– αναλαμβάνουν τα πολιτικά κόμματα, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τους διαμεσολαβητές ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος.  

Το κοινοβούλιο ως πεδίο επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών
Ο θεσμικός ρόλος των κομμάτων δεν εξαντλείται στην εκπροσώπηση των επιμέρους κοινωνικών συμφερόντων,[3] αλλά περιλαμβάνει και τη μεταξύ τους διαπραγμάτευση, ούτως ώστε να διαμορφωθεί τελικά η κρατική βούληση. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, υποστηρίζει ο Σβώλος, τα κόμματα καλούνται κάθε φορά να προβαίνουν στις αναγκαίες υποχωρήσεις, προκειμένου να καταλήγουν στον αναγκαίο «συμβιβασμόν αντίθετων ιδεών».[4] Η έννοια του συμβιβασμού, επομένως, δε συνεπάγεται την εξεύρεση κάποιου είδους αλήθειας ή ορθής λύσης εκ μέρους του αντιπροσωπευτικού σώματος, αλλά ενός κοινού τόπου μεταξύ των πολιτικών αντιπάλων, ο οποίος, μάλιστα, επικαθορίζεται από την κοινοβουλευτική ισχύ του καθενός.
Με δεδομένο, λοιπόν, ότι κάθε απόφαση της Βουλής φέρει εκ των πραγμάτων τη σφραγίδα του πιο ισχυρού κόμματος, ο Σβώλος διατύπωσε κατ’ αρχήν τη θέση ότι «η δημοκρατική ιδέα εταυτίσθη δυναμικώς με την αρχήν της κυριαρχίας της πλειονοψηφίας».[5] Κατά την άποψη του, όμως, ένα δημοκρατικό πολίτευμα οφείλει απαραιτήτως να διατηρεί και ένα σκληρό πυρήνα φιλελευθερισμού, ο οποίος θα αποτυπώνεται στη συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μειοψηφιών.[6] Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή η έννοια της δημοκρατίας αποσπασθεί από εκείνη της ελευθερίας, δε θα μπορεί να γίνεται πλέον λόγος για σεβασμό της πολιτικής αυτονομίας όλων των πολιτών, αλλά μόνο της ισχυρότερης ομάδας. Πιο συγκεκριμένα, ο Σβώλος υποστήριξε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία οφείλει να εγγυάται το σεβασμό των ατομικών ελευθεριών, όπως αυτές της έκφρασης, του συνέρχεσθαι και του τύπου, ούτως ώστε να διασφαλίζει σε κάθε πολιτική δύναμη, ανεξαρτήτως της ισχύος της, τη δυνατότητα να πείθει τους πολίτες για τις θέσεις της και, συνεπώς, να διεκδικεί την κατάληψη της εξουσίας.  
Με γνώμονα την καταστατική του θέση ότι ο τρόπος λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού πρέπει να κατατείνει στη μέγιστη δυνατή διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας του δήμου, ο Σβώλος υποστήριξε την καθιέρωση της απλής αναλογικής. Κατά την άποψή του, το εκλογικό αυτό σύστημα διέθετε ένα διττό συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς από τη μία πλευρά εγγυάτο τη διακυβέρνηση της χώρας από την πραγματική πλειοψηφία των πολιτικών θελήσεων που ενυπήρχαν στο εσωτερικό της, ενώ από την άλλη καθιστούσε δυσχερή τη συγκρότηση μονοκομματικών κυβερνήσεων και ενίσχυε τη λογική των συμβιβασμών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «είναι αναμφίβολον ότι τόσον πληρεστέρα είναι η επαλήθευσις της δημοκρατικής αρχής και τόσον σοβαρωτέρα η κατοχύρωσις των μειοψηφιών, όσον περισσότερος χώρος αφήνεται, δια του εκλογικού συστήματος, εις την εκδήλωσιν της θελήσεως αυτών».[7]   
 
Ο σχετικισμός ως φιλοσοφικό θεμέλιο της δημοκρατίας
Από τη στιγμή που ο Σβώλος δεν αντιλαμβανόταν τη δημοκρατική αντιπαράθεση ως μια προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, αλλά ως μια διαρκή μάχη ασυμφιλίωτων συμφερόντων και αντιτιθέμενων ιδεών για την κατάκτηση της εξουσίας, δε μπορούσε παρά να αναγνωρίσει σχετική μόνο αξία σε κάθε πολιτικό σχέδιο ή πρόγραμμα. Κατά την άποψή του, «η δημοκρατία αποτελεί την πλέον ίσως χαρακτηριστικήν έκφρασιν της σχετικότητος, η οποία ενυπάρχει εις την φύσιν των εκ της εμπειρίας μας σχηματιζομένων αξιών»,[8] ενώ, αντιθέτως, «η απόλυτος αλήθεια υπάρχει μόνον εις την θέλησιν του δικτάτορος…είναι καθαρώς θεϊκής καταγωγής, εξ ου και αντίκειται οξύτατα προς την ερευνητική τάσιν του ανθρώπινου πνεύματος».[9] Απέναντι, δηλαδή, στη δογματική αντίληψη περί μίας αλήθειας και ενός ορθού πολιτικού προγράμματος, που διακηρύσσει κάθε αυταρχικό πολίτευμα, ο κοινοβουλευτισμός οφείλει να αντιπαρατάσσει τον πολυθεϊσμό των αξιών, την αβεβαιότητα και τη διαρκή αναζήτηση.
Με βάση αυτές τις προκείμενες ο Σβώλος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελεί από τη φύση της ένα ανοιχτό πολίτευμα, στο οποίο ο εκάστοτε συσχετισμός των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων μπορεί να προσδώσει και ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Με τα δικά του λόγια, «η δημοκρατία αποτελεί σχήμα, εντός του οποίου η κοινωνική ουσία είναι το μεταβλητόν στοιχείον».[10] Εφόσον, λοιπόν, η πολιτική δημοκρατία μπορεί θεωρητικά να χωρέσει την πραγμάτωση πολλών διαφορετικών ιδανικών και σχεδίων, δεν αποκλείει εκ προοιμίου τη συνάντησή της με την κοινωνική δημοκρατία, όπως την οραματιζόταν ο Σβώλος. Μια τέτοιου είδους μετάβαση, όμως, θα αποτελούσε βήμα εμπλουτισμού και εμβάθυνσης της δημοκρατίας μόνο υπό μια προϋπόθεση: εάν θεμέλιο και του νέου πολιτειακού τύπου αποτελούσε η πολιτική ελευθερία, υπό την έννοια του σεβασμού της αυτονομίας του συνόλου των πολιτών.                  
Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι δρ Συνταγματικού Δικαίου


[1] Σβώλος Αλ., «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», στο Προβλήματα του έθνους και της Δημοκρατίας, Αθήνα, 1972, σελ. 78, 135.
[2] Σβώλος Αλ., Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήνα-Κομοτηνή, 2008, σελ. 86.
[3] Σύμφωνα με τη χαρακτηριστική φράση του Σβώλου, «η αντιπροσωπεία της αληθούς ολότητος κατ’ ανάγκην θα είναι…εκπροσώπησις των πολλαπλών κοινοτήτων των συμφερόντων». Βλ. σχετικά, Σβώλος Αλ., Το νέον Σύνταγμα, σελ. 132.
[4] όπ. π. σελ. 137.
[5] όπ. π., σελ. 323.
[6] Στο πλαίσιο του εναρκτήριου λόγου του ως τακτικού καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στις 30 Μαρτίου 1929, ο Σβώλος ανέφερε: «το Δίκαιον αυτής [της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας]…προσπαθεί εξ άλλου ν’ ασφαλίση…ισορροπίαν τινά των πολιτικών θελήσεων, ειδικώτερον προς προστασίαν της ελευθερίας και προς επαλήθευσιν του “κατά μέρος άρχεσθαι” των πολιτών». Βλ. σχετικά, Σβώλος Αλ., «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», σελ. 133-134.
[7] όπ. π., σελ. 116.
[8] Σβώλος Αλ., Το νέον Σύνταγμα, σελ. 119.
[9] Σβώλος Αλ., «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», σελ. 135-136.
[10] Σβώλος Αλ., Το νέον Σύνταγμα, σελ. 119.

Δεν υπάρχουν σχόλια: