4/10/15

Πιέτρο Ινγκράο

Ένας κομμουνιστής που ήθελε το φεγγάρι, Αδάμαστο, εύθραυστο/ πως το φωνάζεις στον κόσμο/ λουλούδι ποτισμένο στο βιολετί/ που στον άνεμο τρέμοντας/ ξεδιπλώνεις το έμβλημά σου.

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ



Για τούτον τον εκατοντάχρονο μαχητή της σκληροτράχηλης εκείνης γενιάς κομουνιστών που γέννησε ο Μεγάλος αντιφασιστικός πόλεμος -όπως τότε τον ονομάζανε, πριν τον καταγράψουμε επίσημα, με το ουδέτερο αριθμητικό Δεύτερος- η γραφή ετούτη .
Ορθότερα, η αναστοχαστική λειτουργία, που την ώρα της απώλειάς του δημιουργεί αυθόρμητα ο λόγος του, διαβάζοντας, ξανά κείμενά του, από το Μάζες και Εξουσία των εκδόσεων «Θεμέλιο», μέχρι τις τακτικές παρεμβάσεις του στην Αυγή και την Εποχή, τις πρόσφατες συζητήσεις του με πανεπιστημιακούς για το κείμενο του Εσέλ Αγανακτήστε, και την αυτοβιογραφία του, όπου αναδεικνύονται οι βαθύτερες αντιλήψεις του για τη ζωή, το αμείωτο πάθος του για την πολιτική «ως χρέος για μένα όχι για τους άλλους, Βέβαια … χωρίς τους άλλους εγώ δεν υπάρχω, ούτε καν θα είχα γεννηθεί . Η εσωτερική αυτή ώθηση εκφράστηκε με την ένταξή μου στο κομμουνιστικό κίνημα», από τα χρόνια της Αντίστασης μέχρι τούτη την Άνοιξη . Κι όμως :
«Σε αντίθεση από το πώς με περιγράφουν συχνά, δεν είμαι ένας οραματιστής ουτοπιστής, αφοσιωμένος στην κομμουνιστική ιδέα. Η πολιτική μ’ ενδιέφερε από την άποψη της διαμόρφωσής της … δίνω ίσως υπερβολική προσοχή στις τακτικές της διαδρομές… Ακόμη και η δημοκρατική εξουσία και οι δημοκρατικοί κανόνες, υπό την έννοια της εγγύησης για τον καθένα και για όλους, παραμένουν μια εγγύηση ξένη προς εμένα, αν δεν μπορώ να αναρωτηθώ γι’ αυτήν, αν δεν μπορώ να την αμφισβητήσω. Για μένα, πολιτική είναι εγώ και οι άλλοι να είμαστε μαζί, για να επηρεάσουμε, έστω και κατά ελάχιστο, τις ανθρώπινες υποθέσεις. Έξω απ’ αυτή τη συλλογική δράση, δεν θα ήμουν ικανός να κάνω πολιτική. Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι θα με ενδιέφερε. Στην πραγματικότητα εντάχθηκα ολόκληρος μέσα στην πολιτική. Όμως δεν υπήρξα μόνο αυτό. Άρα είμαι διχασμένος ανάμεσα στο να είμαι μέσα στην πολιτική από κάθε άποψη και στη συνειδητή άρνηση της αποδοχής του μέτρου της, της λογικής της

Πρόκειται για ένα λόγο βαθιά πολιτικό -με την πιο πλατιά έννοια του όρου-, απλό, γεμάτο αμεσότητα, μα και συναισθηματική τρυφερότητα, παρά την σκληράδα της κατατομής του προσώπου του. Λόγο κριτικό και συνεχώς αμφισβητησιακό, που βίωσα και προσωπικά ως εισηγητής μαζί του για την έννοια του Κόμματος στο Συνέδριο για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Μαρξ, που οργάνωσε το Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών του ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ στα 1983, στο Συνέδριο για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Μαρξ, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Παντείου. Στην πρώτη και μόνη επίσκεψή του στη χώρα μας, παρά την έγνοια του γι’ αυτήν, από τον καιρό του εμφυλίου, του παρακρατικού κράτους της Δεξιάς, της Δικτατορίας, τις προσπάθειες οικοδόμησης του ανανεωτικού κομμουνιστικού κινήματος με το ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ μέχρι πρόσφατα με το ενωτικό μας εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ.
Λόγο διαλεκτικό και αδογμάτιστο -συστατικό στοιχείο αυτού που ονομάστηκε αριστερός ευρωκομουνισμός- που γεννά αυτή την αναστοχαστική λειτουργία, η οποία δένει θαρρώ με την ανάγκη να βλέπουμε συνεχώς και κριτικά όχι μόνο την πορεία του κινήματος αλλά και της ζωή μας: στάσεις, πράξεις, παραλείψεις -ατομικές και συλλογικές- του χθες και του σήμερα. Ως απαραίτητο στοιχείο αντιμετώπισης της κυρίαρχης, σε διεθνές, και όχι μόνο τοπικό επίπεδο, νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής βαρβαρότητας, εξάρθρωσης κάθε στοιχείου κοινωνικού συμβολαίου που συνείχε τους κοινωνικούς μας σχηματισμούς στα χρόνια της νεωτερικότητας. Ιδιαίτερα λοιπόν απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, που θέλει να εμφανίζει την, άπιαστη πάντα, Αλήθεια ως δεδομένη και μονοδιάστατη, στα πλαίσια μιας μονοθεϊστικής θεολογικού τύπου νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ιδεολογίας, με θρησκόληπτους αποστόλους και οπαδούς, ο Ινγκράο ορθώνει, μία και μόνη έννοια την ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ .
Αυτή η λέξη/έννοια, η οποία συνέχει την σκέψη του και στο εσωκομματικό πεδίο, απ’ το πρώτο κι όλας συνέδριο του ΚΚΙ μετά τον θάνατο του Τολιάτι, ως «κριτήριο για την πράξη, ως ένα άλλο μέτρο του ρεαλισμού στην πολιτική …», τείνουμε να λησμονήσουμε ότι αποτελεί την πηγή κάθε εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, κάθε κριτικού στοχασμού, κάθε εφεύρεσης, σύγκρουσης, εξέγερσης, επανάστασης επιστημονικής ή πολιτικής. Αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του ενεργού πολίτη. Δηλαδή του Διανοούμενου με την κλασσική έννοια του όρου. Όχι όμως, όπως τονίζει, ως απλή ατομική ευθύνη, «που δεν μπορεί [βέβαια] να την απαρνηθεί κανείς», μα που «δεν αρκεί … Πρέπει να οικοδομήσουμε μια κοινά αποδεκτή ενεργή σχέση, είναι ανάγκη να οικοδομηθεί ένα πολιτικό υποκείμενο. Φυσικά [και πάλι εδώ ρητή η δημιουργική του αμφιβολία] πρέπει να καταλάβουμε καλά, να μελετήσουμε ποιο θα μπορούσε να είναι, τι μορφή θα πρέπει να λάβει, να κατανοήσουμε με ποιους τρόπους, λίγο-λίγο θα μπορέσει να υλοποιηθεί αυτή η ανάγκη. Μετά μπορείς να την ονομάσεις κίνημα ή κόμμα ή όπως αλλιώς». Αυτό βέβαια δεν τον οδηγεί στο να αρνηθεί την διάσταση της αγανάκτησης και την προσωπική του ικανότητα να συνεχίζει να αγανακτεί, μια «που δεν μπορούμε να προτείνουμε την οικοδόμηση μιας κοινά αποδεκτής σχέσης χωρίς μια κίνηση αγανάκτησης».
Θέση που τον οδηγεί όμως, όπως ελπίζω και εμάς μαζί του, στην εσωτερική ανάγκη να σταθούμε και να αναστοχαζόμαστε την δική του / δική μας πορεία. Ως αριστερών πολιτών που, όπως λέει, προσλαμβάνουμε την πολιτική ένταξη ως πάθος γιατί, ακριβώς όπως αυτός, συνταρασσόμαστε από τα πάθη της ζωής, μας αρέσουν πολλά και ετερόκλητα πράγματα, δρούμε πολιτικά, αρνούμενοι την ίδια ώρα συνειδητά το μέτρο της πολιτικής και την λογική της. Που πολλές φορές μας έτυχε να αναρωτηθούμε, μέσα σε άχαρες και ατέλειωτες εσωκομματικές διαδικασίες, όπως εκείνος, «τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά», και όμως συνεχίσαμε και συνεχίζουμε να έχουμε ενεργή σχέση με όλα αυτά, όσο αναζητάμε ένα αύριο χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, χωρίς κανενός είδους αλλοτριωτικές σχέσεις .
«Έμαθα [έλεγε στον εορτασμό των 90 του χρόνων] σ’ αυτόν τον αιώνα, το ανείπωτο του ανθρώπου, του καθενός από μας, και της σχέσης με τον άλλο, που δεν μπορέσαμε ποτέ να αντιληφθούμε σε βάθος. Ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί, ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου. Σας παρακαλώ μην επιτρέψετε να διαγράψει ο άνθρωπος αυτό το ερώτημα». Και αυτό το ερώτημα, συμπληρώνει αργότερα, αποτελεί «τη ρίζα του πάθους μου που ακόμη αντέχει. Αυτό το ερώτημα τροφοδότησε την πρακτική της αμφιβολίας μου και ταυτόχρονα με ώθησε στην καθημερινή εμπλοκή μου στα πολιτικά ζητήματα»!
«Το να αμφιβάλλω δεν υπήρξε για μένα σημείο αδυναμίας, αναποφασιστικότητας. Αντίθετα υπήρξε μια εποικοδομητική προδιάθεση». Αλήθεια, ας αναλογιστούμε πόσο μια τέτοιου είδους προδιάθεση οδηγεί τα βήματά μας σε προσωπικές, και κυρίως πολιτικές αποφάσεις, και ας διακηρύσσουμε στα λόγια και τα γραπτά μας ότι δεν είμαστε δογματικοί μαρξιστές ; Ας αναλογιστούμε πόσες αλήθεια φορές «Διεκδικήσαμε [όπως γράφει] τα δικαιώματα ελευθερίας στους χώρους εργασίας, στους χώρους κοινωνικής ζωής, αλλά όχι στην οργάνωση και στην πρακτική του πολιτικού υποκειμένου, όπου αντίθετα οι απαιτήσεις του αρραγούς και της αντοχής υπερίσχυαν πάντοτε»
Πόσες φορές δεν δράσαμε αντιλαμβανόμενοι την πολιτική σαν μια απλή τεχνική του εφικτού και όχι σαν το καθήκον του ανέφικτου μια που όπως τονίζει «μόνο όταν σκέφτεσαι το ανέφικτο έχεις το μέτρο αυτού που θέλεις να αλλάξεις». Πόσο αντιλαμβανόμαστε την Δημοκρατία ως προσωπικό αξιακό στοιχείο της ίδιας της υπόστασης μας ως ανθρώπων; Όχι από μια ηθικολογική άποψη αλλά από την βαθιά συναίσθηση ενός αέναα ανοικτού και πάντα συγκρουσιακού στοιχείου ελευθερίας και δικαιοσύνης, ως ζωντανής πηγής απ’ όπου μπορείς να διορθώσεις κάθε ατέλεια των κοινωνικών θεσμών, ως ενεργό ανεμπόδιστη δραστήρια πολιτική ζωή, όσο γίνεται πιο πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού, από το οποίο όπως τόνιζε η Ρόζα Λούξεμπουργκ «εξαρτάται κάθε τι που διδάσκει, εξυγιαίνει ξεκαθαρίζει την πολιτική ελευθερία…» Χωρίς μεταξύ μας ειδικά μεγέθη, ηγετών, καθοδηγητών κ.λ.π αλλά και χωρίς την υποτίμηση της συντροφικότητας των μελών, όποια θέση και αν κατέχουν μέσα στο κόμμα παρά τις συνήθεις κομματικές φρασεολογίες/ρητορείες .
Και εδώ έρχομαι στο σημαντικότερο για μένα στοιχείο που μας καταθέτει ως παρακαταθήκη ο Ιγκράο, προσπαθώντας να απαντήσει στο λεπτό ζήτημα της σχέσης μεταξύ προσωπικής δημιουργίας και πλουραλιστικής, συλλογικής δράσης, θεωρώντας «ότι η πολιτική μπορεί να αναγεννηθεί, να βρει μια νέα εξάπλωση, αν εκφράζει τις ανάγκες ενός προσωπικού βιώματος που ορίζεται κοινωνικά», μια που τα αισθήματα ενσωματώνουν στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα τα εντελώς απαραίτητα κίνητρα συμμετοχής στις δράσεις που αποσκοπούν στη μεταβολή της δημόσιας σφαίρας Και εδώ είναι που συναντιέται η σκέψη του με την θεωρία των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων.

Αλλά και ακόμη βαθύτερα και δυσκολότερα Πόσο μάθαμε, εκτός από το να μιλάμε, να σιωπούμε για να ακούσουμε; Πρόκειται για την πραγμάτωση της πράξης της ΣΙΩΠΗΣ ως μια εσωτερική σκέψη, ως σταμάτημα για να ακούσεις, Και εδώ έρχεται η ποίησή του να αναγνώσει αυτή την σιωπή «χωρίς κραυγές και φασαρίες ως πρακτική της αμφιβολίας». Μέσα από την ποίησή του επιχειρεί να δώσει όλη την πολυμορφία της ανθρώπινης εμπειρίας, «τον συνδυασμό του περιεχομένου της λέξης, του μετρικού της τονισμού, της υπαινικτικής της υφής που λέει και δεν λέει». Προσθέτοντας «την συγκίνηση που μου έδινε πάντα ο μουσικός τονισμός, το χαμήλωμα της έντασης». Ως μέτρο τελικά της περηφάνιας της προσδοκίας που δεν τον, δεν μας, εγκαταλείπει, μια που «πρέπει να έχουμε ως στόχο να αλλάξουμε τον κόσμο δηλαδή να αλλάξουμε τους εαυτούς μας»

Δεν υπάρχουν σχόλια: