26/4/15

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Double, 2012, σινική μελάνη σε χαρτί, 99 x 123 εκ. 


O ερημίτης ταξίδευε μέσα σε μια βάρκα κάπου στη Μεσόγειο. Μαζί του γυναίκες, παιδιά, βρέφη και άντρες. Στο κενό. Πατρίδα τους πια η θάλασσα. Ό,τι είχαν το άφησαν πίσω. Για έναν πόλεμο, για μια βία, για έναν όλεθρο. Για τις ματωμένες σελίδες που κάποια στιγμή προέκυψαν στη ζωή τους. Έβλεπε τα μάτια τους. Άδεια. Η ελπίδα απλώς αχνόφεγγε. Ούτε καν τολμούσε να σκεφτεί πάνω στην απελπισία. Η φρίκη ήταν εδώ, παρούσα, γύρω του έβλεπε κορμιά να επιπλέουν. Μέσα στη βάρκα η σιωπή, η αναμονή ενός επερχόμενου θανάτου. Πώς είναι να ξέρεις ότι αυτό το ταξίδι μπορεί να είναι το τελευταίο σου; Πώς είναι να ξέρεις πως ακόμα και αν ζήσεις απέναντι δεν σε περιμένει πια ο "παράδεισος"; Πώς είναι να ξέρεις πως η Ευρώπη πια δεν είναι αυτό που πίστευες;
Ακόμη και τώρα όμως υπάρχει στα μάτια αυτή η αχνή η ελπίδα ότι τουλάχιστον θα είναι ζωντανοί. Μέσα σε σκηνές, χωρίς αύριο, χωρίς ένα όνειρο για μια άλλη ζωή. Γιατί η Ευρώπη άλλαξε. Γιατί ο Βορράς της νομίζει ότι αυτές οι ψυχές που πνίγονται στη Μεσόγειο είναι εικόνες από μια ταινία και όχι πραγματικότητα. Γιατί το φρούριο δεν πρέπει να αλωθεί. Γιατί τελικά η ζωή δεν είναι ίδια, έτσι όπως την κοστολογούν οι λογιστές. Γιατί ο Άλλος, ο Πρόσφυγας, είναι Ξένος. Είναι μαυριδερός, είναι ή μπορεί ’να είναι μουσουλμάνος, γιατί τελικά πίσω από τη βιτρίνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, υπάρχει η βία. Γιατί ξύθηκε η επιφάνεια και το τέρας είναι εδώ. Η παρθενιά της Ευρώπης βγήκε στα παζάρια και στις αγορές. Δεν υπάρχει δάκρυ, δεν υπάρχει έλεος πια. Η Ευρώπη στέγνωσε, δεν αντέχει να δακρύζει άλλο. Δεν έχει έλεος πια μέσα της. Οι αριθμοί σήμερα 900, χθες 400, αυτοί είναι άνθρωποι που πνίγηκαν, που πνίγονται, ποιος θα μετρήσει τα πτώματα, ποιος θα προσευχηθεί.

Στα μάτια του μικρού Αχμέτ, ο ερημίτης βλέπει την απορία. Για ένα παιχνίδι που δεν έπαιξε, για μια γειτονιά που σαρώθηκε, για μια πατρίδα που χάθηκε, για μια πατρίδα νέα που δεν τον θέλει.  No man's land, αυτό ζει τώρα ο μικρός Αχμέτ, αλλά και όσοι ακόμη είναι ζωντανοί. Μέσα στο μυαλό του ερημίτη γυρνά μια φρικτή ιδέα. Πως η Ευρώπη ευχαρίστως θα έχτιζε μέσα στη θάλασσα και θα άφηνε εκεί τους εξόριστους, αρκεί να μην τους έχει στην αυλή της. Κανείς δεν μπορεί να δει πέρα από τα σύννεφα που σκεπάζουν την θάλασσα. Οι αόρατοι άνθρωποι. Στη Μεσόγειο. Χωρίς να φαίνονται από πουθενά, χωρίς να υπάρχουν για κανέναν. Ούτε γι’ αυτούς που άφησαν πίσω τους, ούτε γι’ αυτούς που πάνε να βρούνε. Μόνο όταν πεθαίνουν γίνονται γνωστοί. Και πάλι ως αριθμός, ποτέ ως πρόσωπα, ποτέ ως ιστορίες, μόνο αριθμοί που αθροίζονται πάνω στους προηγουμένους αριθμούς.
Και μέσα στη χώρα κήρυκες του μίσους, ο Σαμαράς και η παρέα του. Ένα τραγούδι από την Θάλασσα, ήθελε ο ερημίτης ένα τραγούδι που να μη θυμίζει θάνατο, ένα τραγούδι, μια μουσική που μην είναι πένθος. Είχε κουραστεί να πενθεί, είχε βαλτώσει μέσα στην ερημιά της Ευρώπης. Γι’ αυτό βρέθηκε στην βάρκα των αθώων. Για ένα ταξίδι στη Μνήμη, στην ιστορία, για ένα ταξίδι στην άρνηση της Λήθης. Για να μπορεί να φωνάξει τα ονόματα των ανθρώπων της βάρκας. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ονόματα που σημαίνουν. Αυτό αρνείται η Ευρώπη σήμερα. Τα ονόματα των ανθρώπων. Και όταν αρνείσαι τα ονόματα, όταν αρνείσαι αυτό που σημαίνουν τα ονόματα, όταν αρνείσαι τις ιστορίες των ανθρώπων και των ονομάτων, τότε έχεις γίνει ένα άψυχο σώμα, έχεις γίνει ένα κύμβαλο αλλαλάζον.
 Αυτό είναι η Ευρώπη σήμερα. Καληνύχτα κύριε Σουλτς. Όχι άλλη κατασκευασμένη θλίψη, όχι άλλη λύπη δική σας, βγαλμένη από τη φορμόλη. Θα κολυμπήσουμε Αχμέτ, μαζί θα περάσουμε απέναντι, εκεί στη στεριά μακρύα από τον ήχο των όπλων και τα ταραγμένα κύματα. Μαζί θα περάσουμε Αχμέτ, μαζί.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: