5/4/14

Η αυτοδίδακτη αφηγηματική σοφία του Χρόνη Μίσσιου

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

1.Χρόνης Μίσσιος, ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Εκδόσεις Γράμματα, σ.221
2. Σενάριο: Συλβαίν Ρικάρ, Μυρτώ Ράϊς. Εικονογράφηση: Ντανιέλ Καζαβάν. Από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου,... Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Εκδόσεις Polaris, σ. 188

Εδουάρδος Σακαγιάν, Χωρίς τίτλο,
ακρυλικό σε καμβά, 2010
Ι. Όταν το 1985 πρωτοδημοσιεύτηκε το... Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Χρόνη Μίσσιου, δημιουργήθηκε ένας μικρός σάλος στην επαρχία των γραμμάτων μας. Συζητήσεις, σχόλια, αντικρουόμενες ιδεολογικές θέσεις, ακόμα και νέες ερμηνείες ιστορικών φαινομένων και γεγονότων, με αφορμή ένα αφηγηματικό βιβλίο που θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν διεκδικούσε τίποτε από όλα αυτά τα βαρύγδουπα και ιερουργικά. Βγήκε για να θέσει (όχι όμως εκ προοιμίου) την αποκλίνουσα, διαφορετική στάση ενός (χαρισματικού όπως αποδείχθηκε) αφηγητή απέναντι στη μνημειακή αντίληψη της αναψηλάφησης και μυθοπλαστικής αναβίωσης της κρίσιμης δεκαετίας του ’40, όπως συνέβαινε και εν πολλοίς συμβαίνει ακόμα στις μαρτυρίες «με θέση» της εποχής εκείνης. Για όποιον διάβασε τότε το βιβλίο του Μίσσιου δεν είναι περίεργο που η υποδοχή και πρόσληψή του υπερέβαινε το πεδίο της λογοτεχνίας και εισέδυε στα πεδία της «αριστερής» ιστοριογραφίας και της πολιτικής θεωρίας, ανεξάρτητα ή όχι με τις προθέσεις του συγγραφέα. Το ότι προκλήθηκε ιδιαίτερη αμηχανία για την ειδολογική κατάταξή του (μυθιστόρημα; χρονικό; αυτοβιογραφία; μαρτυρία;) δείχνει την πλάγια τάση υποβάθμισης της αξίας του: την ενόχληση ή την επιφύλαξη για το ότι είχε την δεξίωση που είχε[1]. Δεν χρειάζεται ίσως να πω ότι με τα μέτρα και τα σταθμά του 1985, η σύνδεση του βιβλίου του Μίσσιου με την παράδοση των λαϊκών χρονικογράφων, το έβαζε μ’ έναν τρόπο στην περιμετρική της καθαυτό λογοτεχνίας, αφού, όπως εξακολουθούν ως σήμερα να ισχυρίζονται οι της φιλολογίας, το χρονικό και το απομνημόνευμα, στερημένα από το στοιχείο της μυθοπλασίας, δεν μπορεί παρά να είναι εξορισμένα στη θέση του φτωχού συγγενή ή του παρία του μυθιστορήματος.[2]

ΙΙ. Από την άλλη μεριά, αυτή η έμμεση άρνηση ίσχυε απολύτως και για την εντός εισαγωγικών αριστερή ανάγνωση του ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Ποιά ήταν η συνήθης ταυτότητα των μαρτυριών και των προσωπικών χρονικών που γράφηκαν από αριστερές θέσεις στη μετεμφυλιακή και ιδίως στη μεταχουντική περίοδο; Με την εξαίρεση των βιβλίων του Γιάννη Μανούσακα και του Στρατή Αναστασέλλη, ήταν ένας κουμπωμένος ως το λαιμό, προσεκτικός, καθωσπρέπει, περιορισμένος στη στεγνή καταγραφή των καθέκαστων, αφηγηματικός λόγος, ένας λόγος βαθύτατα ηθικολογικός που φρόντιζε να μην αφήνει ελεύθερα τα προσωπικά συναισθήματα. Απέναντι λοιπόν σ’ αυτόν τον λοβοτομημένο λόγο, που προφανώς γραφόταν έτσι γιατί ήθελε να μιμηθεί την αυστηρότητα και την επισημότητα της κομματικής γλώσσας των συνεδρίων και των επιτροπών, ξαφνικά, με το βιβλίο του Μίσσιου, ξεπήδησε ένας αφηγηματικός λόγος που πήγαινε ακόμα πιο πέρα τον βαρναλικό διονυσιασμό και παντοειδώς έσπαγε τα στεγανά της νοικοκυρεμένης αριστερής γλώσσας. Χειμαρρώδης, πηγαίος, ακολουθώντας ενίοτε την αυτοδύναμη συνειρμική του κατεύθυνση, πολλές φορές ασεβής, έχοντας διατηρήσει μέσα του το χυμώδες, αριστοφανικό λαϊκό (και όχι λαϊκότροπο) ύφος, μιλούσε ανοιχτά για πράγματα και πρόσωπα που ως τότε η φροντίδα ήταν να σπρώχνονται κάτω από το χαλί. Όντως, αν οι περισσότερες προσωπικές αφηγήσεις που ήθελαν να συμβάλλουν στη γνώση και στην ανάγνωση της δεκαετίας αυτής, διεκδικούσαν και ζητούσαν να βεβαιώσουν για λογαριασμό του αριστερού αναγνώστη τους μια προειλημμένη ιστορική ή πολιτική «αλήθεια», το βιβλίο του Μίσσιου πήγαινε κόντρα σ’ αυτή την γραμμική αντίληψη, γυρνώντας την μάλιστα αντίστροφα - κάτι που ήταν ίσως πρωτόγνωρο για την ίδια τη λογική της αριστεράς. Σε όλο το βιβλίο του, από τις πρώτες αναδρομές της μνήμης του στις γειτονιές της παιδικής του ζωής, στα Ποταμούδια της Καβάλας στα χρόνια του ‘30, στις φτωχικές συνοικίες των καπνεργατών επί Μεταξά, ως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, χρονική στιγμή κατά την οποία ο Μίσσιος πήρε την απόφαση της απόσυρσης από την πολιτική δράση, το βλέμμα του συγγραφέα ως ενδοκειμενικού αφηγητή ανατρέχει στη ζωή του, αποφεύγοντας να μεταφέρει την ηρωική αντίληψη του αγωνιστικού παρελθόντος στο παρόν. Το αντίθετο, πηγαίνει και έρχεται μέσα στον χρόνο της ζωής του, ακολουθώντας μια άλλοτε τεθλασμένη και άλλοτε παλινδρομική γραμμή που δεν έχει τίποτε από τις ενοχές και τις τύψεις του απόλογου, της συγκεφαλαίωσης η οποία, σε άλλους του μεταπολέμου, δεν μπορεί να μη θρηνεί για την άπιαστη κοινωνική ουτοπία και το ανεξόφλητο χρέος.
ΙΙΙ. Ποιό είναι το βασικότερο που ο Μίσσιος συνεισέφερε, αλλάζοντας τον ορίζοντα του ηρωικού πένθους που επέβαλε η αντίληψη της διωκόμενης αριστεράς; Νομίζω ότι τα πεζά του δεν γράφτηκαν, όπως ορισμένοι νομίζουν, για να αμφισβητήσουν την παράδοση του αριστερού οράματος˙ αν προσέξουμε, η παράδοση αυτή υπάρχει πάντοτε στην είσοδο και στην έξοδό τους. Γράφτηκαν όμως σε μεγάλο βαθμό για να θίξουν με αφηγηματικά μέσα τις στερεοτυπίες που συσσώρευσε με τα χρόνια αυτή η παράδοση. Με τις τεθλασμένες, χιουμοριστικές, σατιρικές ή και αυτοσατιρικές αναδρομές του σε παλαιότερα και νεώτερα γεγονότα, ο Μίσσιος όριζε μια διαφορετική, αισθησιακή στάση ζωής, τον δρόμο μιας διπλής σύγκρουσης και διεκδίκησης της ανθρώπινης ελευθερίας: απέναντι στον ταξικό αντίπαλο που όπλιζε και ενεργοποιούσε το κράτος-χωροφύλακα ή το σύγχρονο κράτος των μεγάλων οικονομικών ανισοτήτων, αλλά και απέναντι στη συμπάγεια, στον μονόχορδο δογματισμό της πολιτικής ορθότητας που αποτελεί το άβατο ενός μεγάλου μέρους της θεσμικής αριστεράς. Αν είμαστε αφανάτιστοι, δεν είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι τόσο ο Μίσσιος όσο και το ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, παρά την επιτυχία του (ή και λόγω αυτής) έμειναν δυο αποσυνάγωγοι στο πεδίο της λογοτεχνίας, όσο και στο πεδίο της πολιτικής ηθικής. Τον διεκδίκησαν, δηλαδή το όνομά του, τη φήμη του, αλλά περίσσευαν, έργο και συγγραφέας, από παντού, και ίσως γι’ αυτό υπήρξε για εκείνον, όσο ζούσε, μια έντονα αμφιθυμική στάση.
ΙV. Με την ευκαιρία της πρόσφατης διασκευής σε «εικονογραφημένο αφηγήμα» του ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, με έναν συγκινημένο πρόλογο της Μυρτώς Ράις, επειδή ακριβώς διατηρήθηκε στο άλμπουμ η δομή του πρωτοτύπου είχα και πάλι την ευκαιρία να διαπιστώσω πόσο μυθιστόρημα είναι το βιβλίο του Μίσσιου. Πόσο ανασυνθέτει ο συγγραφέας τη ζωή του˙ πώς αφαιρεί για να φθάσει στο γυμνό γεγονός που τον ενδιαφέρει˙ πώς δεν αρκείται να περιγράψει αλλά και εκφράζει την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου που συχνά δοκίμασε οριακά βιώματα κάτω από ακραίες συνθήκες. Όπως έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, φίλος και δάσκαλος του Μίσσιου στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης, το συμβάν στο βιβλίο αυτό δεν παραμένει απλό συμβάν, αλλά «αποτελεί τον πυρήνα για μια παραπέρα, εκ νέου βίωση από τον αναγνώστη, μέσα από τη γλώσσα της λογοτεχνίας που είναι άλλη γλώσσα, που δεν καταγράφει αλλά συνθέτει, που δεν περιγράφει αλλά υποβάλλει με τους δικούς της μαγικούς και ιδιότυπους κανόνες, λειτουργίας και υποβολής»[3]. Και πέρα όμως από τη γλώσσα, υπάρχει εδώ ένας αυτοδίδακτος ίσως αλλά ικανός τεχνίτης της αφήγησης. Δεν είναι μόνο ο εύφορος παραμυθάς, ο μπαχτινικός λαϊκός εξιστορητής που συνδέει την προφορική με την γραπτή παράδοση. Με την εικονογραφημένη εκδοχή του βιβλίου του βλέπουμε καθαρότερα πόσα ευρήματα επινόησε για να κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πέρα από τις έντεχνες ανατροπές, τα πίσω μπρος της μνήμης, τις παρεκβάσεις (πολλά από αυτά δεν πέρασαν στην συνοπτικότερη μορφή της εικονογράφησης, όπου το κείμενο περιορίζεται στις λεζάντες), επισημαίνω κάτι που η εικονογράφηση κάνει πιο έντονο: τη συνύπαρξη του δραματικού και του κωμικού. Όπως στο βιβλίο του 1985 έτσι και στο κόμικ υπάρχει μια διαδοχή σκοτεινής έντασης και φωτεινής ευθυμίας. Ο βασανισμός, οι σωματικές ταπεινώσεις, ο πόνος φτάνουν σ’ ένα κρεσέντο, και εκεί, ο Μίσσιος, ενεργώντας σοφά, παρεμβάλλει ένα περιστατικό ιλαρότητας, για να αποφορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία δείγματα που κατάφερε με τη μνήμη και τη φαντασία του να αναπαραστήσει πολλές από τις πτυχές της ατομικότητας: όχι ενός κομμουνιστή, φασκιωμένου στον ηρωισμό του, όσο μιας ύπαρξης που επέζησε γιατί ονειρευόταν το αδύνατο. Δηλαδή το ανατρεπτικό.

[1] Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, δέκα χρόνια αργότερα, στους Έλληνες Μεταπολεμικούς Συγγραφείς. Ένας Κριτικός Οδηγός (1995), διαφοροποιεί τον Μίσσιο από όλους τους άλλους , χαρακτηρίζοντάς τον αυτοβιογράφο! Κι αυτό παρά το ότι το συγγραφικό εγώ τού ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς είναι σαφές πως περιλαμβάνει πολύ περισσότερα του ενός «εγώ», αντιμετωπίζοντάς τα όχι ως ένα και τον ίδιο μα ως άλλους εαυτούς. Όμως και ο Άγγελος Ελεφάντης, σε ένα κατά τα λοιπά ενδιαφέρον άρθρο του στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη (τχ.61,21 Φεβρ.1986) υποστήριζε ότι τη συγκίνηση στον αναγνώστη τη δημιουργούν προπάντων τα βιώματα και τα πάθη του αφηγητή, από φυλακή σε φυλακή και από δοκιμασία σε δοκιμασία, και όχι τόσο ο τρόπος της αναπαράστασής τους. Επομένως, η ιστορία, ως συλλογική μνήμη, αναδεικνύεται σε ισχυρότερη της λογοτεχνίας.
[2] Ενώ, στην ουσία, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αναπαράσταση βιώματος, εμπειρίας ή περιστατικού που ανασύρει η μνήμη χωρίς την ηθελημένη ή αθέλητη εκ μέρους του δημιουργού παρεμβολή της μυθοπλασίας.
[3] Η Αυγή, 12 Ιαν.1986.

Δεν υπάρχουν σχόλια: