16/6/12

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών...

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ

Δεν είναι προφανώς σωστό να παρακάμπτουμε την εκάστοτε ιστορική ιδιοτυπία προς όφελος μιας διδακτικού τύπου προσέγγισης της ιστορίας. Εντούτοις, υπό την προϋπόθεση να τηρηθεί το όριο της αναλογίας, νομιμοποιείται κανείς να προτείνει ενδείξεις, ιδίως έναντι μιας συγκυρίας που γίνεται αντιληπτή ως ιστορικής σημασίας και οι ανασυνθέσεις του παρελθόντος οφείλουν να διαλέγονται με τα διακυβεύματά της.
Με άξονα την κατεύθυνση αυτή, είναι ίσως χρήσιμες μερικές επισημάνσεις σε σχέση με το παρελθόν, ιδίως όταν αυτό είχε εξίσου καθοριστική σημασία, όπως η περίοδος της Κατοχής και του ΕΑΜ.  Τότε, όπως και σήμερα, είχαμε μια ειδική, συγκρίσιμη, ιστορική συνθήκη: κορύφωση της ταξικής πάλης με τη μορφή που προσέλαβε με την Κατοχή και την Αντίσταση. Ο ταξικός αντίπαλος ως κατακτητής επιστράτευσε την πιο ωμή καταστολή, επέβαλε την πιο ληστρική μορφή απόσπασης της υπεραξίας, συγκρότησε τους πιο ειδεχθείς μηχανισμούς καθήλωσης της αξίας της εργατικής δύναμης. Έκανε όμως και πολιτική: επιχείρησε να συγκροτήσει τις πολιτικές του συμμαχίες, παρήγαγε ιδεολογία, δημιούργησε μηχανισμούς παραγωγής κοινωνικών ερεισμάτων. Από την άλλη, τα λαϊκά στρώματα της χώρας αντιστάθηκαν πρωτίστως επειδή απάντησαν πολιτικά: το ασυνείδητο προτσές του ταξικού ενστίχτου που αρχικά πήρε τη μορφή μιας ασυντόνιστης αντίδρασης κατευθύνθηκε σε συγκροτημένες στρατηγικές, δημιούργησε όρους κοινωνικών συγκλίσεων στη βάση πρόταξης πολιτικών, σχεδίου συμμαχιών αλλά και μιας συνθετικής ιδεολογίας. Μετά, και στα πλαίσια αυτών των τομών, ακολούθησε η  νικηφόρα ένοπλη αντίσταση.

Πράγματι, δεν ήταν καθόλου δεδομένη η Αντίσταση χωρίς τους πολιτικούς όρους που υλοποίησε το ΕΑΜ. Όροι που συνέκλιναν στην απαίτηση για ενεργοποίηση των μαζών, τη μόνη προϋπόθεση που καθιστούσε εφικτή την αντιπαράθεση με έναν πανίσχυρο αντίπαλο. Αυτή η ευρύτατη κοινωνική δραστηριοποίηση εξηγεί στην ουσία το φαινόμενο της Αντίστασης, όταν αυτή χρειάστηκε μια πάνδημη υποστήριξη για να αναπτύξει την πολυσυνθετότητα των μορφών της (παθητική, μαζική, ένοπλη) που απαίτησε η φύση του αντιστασιακού αγώνα.    
Όμως οι όροι αυτοί δεν συγκροτήθηκαν μεταφυσικά. Ήταν παράγωγα δύο βασικών προϋποθέσεων: πρώτον να συγκροτηθεί έγκαιρα το πολιτικό πλαίσιο που θα υποστήριζε το αντιστασιακό ενέργημα και δεύτερον να διαχυθεί στην κοινωνία κατά τρόπο ώστε να βρίσκεται στο κέντρο της καθημερινότητας των ανθρώπων. Με άλλα λόγια να αναπτυχθεί μια πολιτική μαζών που επέκτεινε συνέχεια τους στόχους της.  
Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση εξαρχής έγινε σαφές ότι δεν υπήρχε καμιά ευχέρεια αναμονής. Η όποια καθυστέρηση για ευνοϊκότερες συνθήκες απειλούσε να προκαλέσει ηττοπάθεια και ο αγώνας για την ατομική επιβίωση να κυριαρχήσει έναντι κάθε άλλης προοπτικής. Όπως το διατύπωνε κατά γράμμα το πολιτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ, «όταν αφήσεις το λαό να πεθαίνει στους δρόμους, να κουρελιαστεί ψυχικά και σωματικά, και λες έπειτα πως θα κάνεις στον κατάλληλο καιρό εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, είσαι ένας συνειδητός απατεώνας και συνεργάτης του εχθρού. Γιατί είναι σαν να λες ότι θα βάλεις ένα κουφάρι να πολεμήσει».[1]
Αυτή η εκτίμηση αποδείχθηκε καθοριστική. Γιατί η Αντίσταση γενικεύτηκε επειδή απέρριψε εξ αρχής την οικονομιστική  αντίληψη να αποδώσει στην πείνα και τις στερήσεις το μοναδικό προσδιοριστικό ρόλο. Η ιστορική εμπειρία καταμαρτυρούσε ότι οι σκουπιδοτενεκέδες της πείνας γεννούσαν πιο συχνά καταδότες, συνεργάτες, κλέφτες και μαυραγορίτες από ό,τι επαναστάτες. Εντελώς αντίθετα, οι ενεργητικές πολιτικές, οι συγκεκριμένες προτάσεις, η κινηματική οργάνωση ήταν εκείνα που παρήγαγαν τα σύνθετα και διαρκή αποτελέσματα που απαιτούσε η τεράστια αντιστασιακή προσπάθεια.
Η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της μαζικότητας, στηρίχθηκε στην επίτευξη κοινωνικών συγκλίσεων και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου βαθύτερων πολιτικών συμμαχιών. Λυδία λίθος για το ΕΑΜ ήταν ότι όχι μόνο έφερε σε επαφή κοινωνικές δυνάμεις που μέχρι τότε είχαν αναπτύξει αντιθετική σχέση στο πολιτικό πεδίο, αλλά κατόρθωσε να αναδιαμορφώσει αυτές τις δυνάμεις μέσα από την ίδια την κίνηση της αντιστασιακής προσπάθειας.
Όμως για να επιτελεστεί αυτό απαιτούνταν πραγματική γνώση των συνθηκών. Το ΕΑΜ απέφυγε να εγκαταλειφθεί σε επίπλαστες αναλύσεις, προϊόντα ακτιβιστικού ενθουσιασμού, «να μην αποκοιμίζεται κανείς πάνω σε προσωρινές επιτυχίες, να μην ξεγελιέται», όπως έλεγε το πρόγραμμά του. Αντίθετα, ο αγώνας «για να πετύχει πρέπει να ανταποκρίνεται και στις ανάγκες της πραγματικότητας και στην αληθινή ψυχική διάθεση του λαού. Πρέπει να ριζώσει βαθιά μέσα στα πράγματα..»[2]
Γιατί οι άνθρωποι της Κατοχής δεν ήταν δυνατόν να απώλεσαν ως δια μαγείας τους ιδεολογικούς τους περιορισμούς, τη δυσπιστία τους έναντι των εργατικών στρατηγικών, την ιδεολογική τους εγχάραξη από τον εθνικισμό, τον ίδιο το φόβο τους έναντι της βίας της εξουσίας, που ήταν ανηλεής. Η μετατροπή του λαού σε πολέμιο του φασισμού απαίτησε να περάσει στο παρασκήνιο το καθεαυτό εργατικό αίτημα, να επιβεβαιωθεί μια λογική κοινωνικής συνεργασίας -για αυτό οι συμμαχίες με τα μικροαστικά κόμματα του ΕΑΜ-, να «τσαλαβουτίσει» η Αριστερά στην εθνική ιδεολογία και να τη μετασχηματίσει σε έναν άλλου τύπου πατριωτισμό, να αξιοποιήσει ακόμα και τον παπά της ενορίας. Αποδείχθηκε σημαντικό να μην τρομάξουν οι μάζες από κοινωνικούς στόχους, για τους οποίους δεν είχε καλλιεργηθεί στην κοινή συνείδηση η αναγκαιότητά τους και δεν τους είχαν επιβεβαιώσει κάποιες μεσοπρόθεσμες νίκες. Να μην ξεχνάμε ότι  ακόμα και μέσα στον ίδιο τον ΕΛΑΣ μεγάλο τμήμα των μαχητών του ελάχιστα γνώριζε περί κομμουνισμού (άραγε σήμερα να μην συνυπολογίσουμε ότι το ευρώ έχει, καλώς ή κακώς, μαζική αποδοχή;).
Σε αυτή τη βάση, το αρχικό πολιτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο. Όμως η ύπαρξη, στο εσωτερικό του ΕΑΜ, ενός ριζοσπαστικού κόμματος της Αριστεράς, του ΚΚΕ, σε συνδυασμό με την παρέμβαση των μαζών, του προσέδωσε, όπως γνώριζαν πολύ καλά οι αντίπαλοί του (για αυτό ποτέ δεν ήταν αρκετές οι διαβεβαιώσεις του περί τήρησης των αρχών του αστικού συστήματος), τη δυνατότητα να προσδιορίσει την εξέλιξη των ανταγωνισμών στις οποίες εμπλέκονταν, να ανατρέψει τους υπάρχοντες συσχετισμούς και να απειλήσει  με το ενδεχόμενο μιας βαθύτερης κοινωνικής μεταβολής.
Αντίθετα, το στοίχημα κερδήθηκε από το ΕΑΜ όταν  υλοποίησε το άμεσο και το «ρηχό». Η Εργατική Αλληλεγγύη οργάνωσε συσσίτια και εξασφάλισε γιατρούς και φάρμακα, ο ΕΛΑΣ προστάτευε τη σοδειά από τις κατασχέσεις, τα λαϊκά δικαστήρια εξασφάλιζαν και τις περιουσίες από τις λαθροχειρίες, τα φρουραρχεία του ΕΛΑΣ επέβαλαν ανταλλαγές με σταθερές τιμές αλλά και προσέφεραν αστυνόμευση στην ύπαιθρο, σταματώντας τη ληστεία. Αυτή η συνθήκη πλαισίωσης των μαζών απελευθέρωσε τη δημιουργικότητά τους και γέννησε, και μάλιστα χωρίς βαρύγδουπες διακηρύξεις, πολιτικά αποτελέσματα που υπερέβαιναν και τα πλέον επαναστατικά προγράμματα. Οι «λαϊκές εξουσίες του βουνού» ήταν πρωτοφανείς  αμεσοδημοκρατικές κοινωνικές παρεμβάσεις, όπως και οι ένοπλες οργανώσεις, (ο ΕΛΑΣ, η ΟΠΛΑ, η Εθνική Πολιτοφυλακή), ο καθεαυτό «ένοπλος λαός» του Μαρξ της Παρισινής Κομμούνας.   
Στην ουσία, δηλαδή, συντελέστηκε πολιτική, όπως την όριζε ο Λένιν, ως εντοπισμός των αδύνατων κρίκων, επιμερισμός των δευτερευουσών αντιφάσεων από τις κύριες, υποστολή της σημαίας επίθεσης σε άχρηστους ανταγωνισμούς (όπως οι προστριβές μικροαστικής και εργατικής τάξης), αναζήτηση νέων επιπέδων πολιτικής επαφής αλλά και ανάπτυξη τακτικών και ενδιάμεσων στόχων εκτός από τους μακροπρόθεσμους. Μάλιστα, τίποτε από όλα αυτά δεν εγκλώβισαν το κίνημα σε μια λογική συμβιβασμού. Το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκε η τομή που επέφερε το ΕΑΜ με την Απελευθέρωση δεν οφειλόταν στην εκ των προτέρων διακήρυξη των κατάλληλων επαναστατικών στόχων, αλλά στην ήττα που υπέστησαν εκείνες οι δυνάμεις στο εσωτερικό του ΕΑΜ που επικαλέστηκαν αλλά δεν αξιοποίησαν τη δυναμική των συνθηκών που διαμορφώθηκαν. Η ήττα αυτή δεν είχε κατά κανένα τρόπο προεξοφληθεί από το δήθεν ελλιπές του προτάγματος στην αρχική του φάση, ώστε να δικαιολογηθεί η εκ των προτέρων άρνηση του εγχειρήματος. Ήταν συνάρτηση της απουσίας ετοιμότητας του μαζικού κινήματος και αδράνεια αυτών που επιχείρησαν να φανούν συνεπείς. (Μήπως εγγύηση για τη συνέπεια των αντιμνημονιακών πολιτικών σήμερα είναι η παρέμβαση των μαζών και του καθενός μας;).
Επιπλέον, η διαχείριση του ζητήματος της διεκδίκησης της εξουσίας εξαρτάται πάντα από τη στρατηγική και την έκβαση της σύγκρουσης με τον αντίπαλο. Η ειρηνική στρατηγική του ΕΑΜ που ηγεμόνευσε στο εσωτερικό του ήταν και προϊόν αντικειμενικών δυσκολιών: της εξάντλησης των μαζών από τον πόλεμο και της απροθυμίας τους να συναινέσουν σε μια νέα ένοπλη ρήξη, της ισχύος των Βρετανών, της αποστασιοποίησης των πολιτικών συμμάχων στο εσωτερικό του ΕΑΜ, αλλά και της απουσίας στήριξης ενός επαναστατικού εγχειρήματος στην Ελλάδα από το διεθνές σοσιαλιστικό στρατόπεδο     
Άλλωστε, μια πιθανολογούμενη ήττα, κατά κανένα τρόπο δεν νομιμοποιεί τον εγκλεισμό στον «παράδεισο» του ιστορικού «επαναστατικού» παραδείγματος. Γιατί η όποιας μορφής Αριστερά δεν παρακολούθησε πραγματικές διαδικασίες και αρκέστηκε να διαπιστώνει αντεπαναστατικές ευθύνες παρέμεινε ανενεργή στον ταξικό αγώνα. Όπως ο Λένιν το απέδιδε σε φιλόδοξους επαναστάτες στα 1920, δεν ήταν δυνατόν «να μην ξέρουν πως όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού, και πριν και ύστερα από την επανάσταση του Οκτώβρη είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα, ακόμα και αστικά κόμματα.».[3] 

Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι ιστορικός

[1] Δ. Γληνός, Τι Είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, Αθήνα 1943,. σ. 29-30.
[2] Οπ.  σ. 26.
[3] Β. Λένιν, Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, εκδ. θεμέλιο, Αθήνα, σ. 92.

Δεν υπάρχουν σχόλια: