13/4/12

Παπαδιαμάντης – Ψυχάρης

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

Οι τρόποι με τους οποίους τα κείμενα του Παπαδιαμάντη έχουν παρατεθεί, και βέβαια εξακολουθούν να παρατίθενται ή να εμπνέουν και, ως εκ τούτου, να αφήνουν τα ίχνη τους στα κείμενα άλλων συγγραφέων μέσω της ποικίλης Διακειμενικότητας, είναι βέβαια πολλοί και οπωσδήποτε πολύ διαφορετικοί· κυμαίνονται, δε, από την πλήρη σχεδόν απόκρυψη της διακειμενικής επαφής έως την ενσωμάτωση “Παπαδιαμαντικού υλικού” από επιστολές, διηγήματα, τίτλους στο νέο (ή νεότερο) κείμενο. Ο διάλογος, όμως, δεν γίνεται μόνον με τα κείμενα αλλά και με την ίδια τη μορφή του Παπαδιαμάντη ή με τη νοητή ανθρώπινη παρουσία του, και κυμαίνεται και πάλι, από την έκταση ολόκληρων ποιημάτων, τα οποία, επιπλέον, μπορεί να φέρουν ως τίτλο το όνομά του (επί παραδείγματι, το «Παπαδιαμάντης» του Γιώργου Κοτζιούλα), μέχρι τη συντομότατη (έως στιγμιαία) αναφορά στον ίδιο και στο έργο του, όπως γίνεται στο διήγημα «Ο ντέτεκτιβ», από Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δημήτρη Χατζή ή στο διήγημα «Από την Αθήνα στα Γιάννινα αεροπορικώς σε μια ώρα και ¾ της ώρας» (1934) του Χρήστου Χρηστοβασίλη.

Αλλά ο Παπαδιαμάντης έχει εισχωρήσει και ως ιστορικό πρόσωπο (όπως αληθινά/ιστορικά πρόσωπα του περίγυρού του είναι εκείνα που κατοικούν και στα δικά του πεζογραφικά και ποιητικά έργα[i]) σε κείμενα άλλων συγγραφέων, είτε ως πρωταγωνιστής είτε και ως τριτεύον ή βουβό πρόσωπο. Στην συνέχεια θα εξετάσουμε την παρουσία, έστω και ψευδωνυμική, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο  μυθιστόρημα Τα δύο αδέλφια του Γιάννη Ψυχάρη (γραμμένο στα 1910-1911), η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της ενσωμάτωσης των ιστορικών προσώπων σε κείμενα μυθοπλασίας.
Ας ξεκινήσουμε από το ίδιο το κείμενο του Γιάννη Ψυχάρη, ένα πολύ ενδιαφέρον roman à clef (όπου δίνονται πλαστά ονόματα σε μια σειρά από πραγματικά πρόσωπα), και πιο συγκεκριμένα από το απόσπασμα όπου εμφανίζεται ως βουβό πρόσωπο και με πλαστό όνομα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το άλλο ιστορικό πρόσωπο, το οποίο, μάλιστα, σατιρίζεται ανελέητα από τον Ψυχάρη, είναι ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος και πρωταγωνιστεί –σε ένα ανεκδοτολογικό επεισόδιο γνωστό άλλωστε στους Αθηναίους της εποχής– με το πλαστό όνομα κ. Τσιγκομάγκας ή, επί το ευγενικότερον, Σιγομάγας:
Μάριος Σπηλιόπουλος, Γράμμα στους γονείς
(18 Απριλίου 1874)
, 2011
«Μια μέρα περπατούσε [ο κ. Τσιγκομάγκας] στο δρόμο μ’ έναν του φίλο, και περπατώντας παίρνει το μάτι του κάποιονε που περνούσε κ’ έτρεχε βιαστικά. Ο κάποιος αφτός, ντυμένος, ψυχίτσα μου, σαν το ζητιάνο· χάλια που δεν τα φαντάζεσαι, όχι όμως γιατί δεν είχε ναγοράση φορέματα καινούργια, μα γιατί άκουσε πως οι ανθρώποι τω γραμμάτωνε στην Εβρώπη, να πούμε, οι ποιητάδες, οι πεζογράφοι, σαν παιδιά τής φαντασίας που είναι, πηγαίνανε ξυπόλυτοι, με ρούχα ξεσκισμένα και με καπέλλα λίγδα. Στην Ελλάδα, η λίγη ποίηση που έχουμε, δε μας έρχεται από το Πανεπιστήμιο, μολονότις έγινε Πανεπιστήμιο για να διδάσκεται μέσα η αθάνατη ελληνική ποίηση· μας έρχεται από την Εβρώπη, κάποτε με τα καλά της, με τα κακά της το πιο συχνά, πάντα όμως με τη μόδα της, δηλαδή με τα περαστικά της εκείνα που βάσιμα δεν είναι και για τούτο, άμα περάσουνε, καταντούνε γελοία, ενώ εμάς αμέσως αιώνια μας φαίνουνται, μόνο και μόνο γιατί εβρωπαίϊκα.
»Ο ποιητής που διάβαινε στο δρόμο, δεν είτανε ωςτόσο της ντουζίνας· έφτειανε πολύ νόστιμα δηγηματάκια, ηθογραφούσε πολύ πιστά και με μάτι που ήξερε να κοιτάζη, κάτι χωρικούς και κάτι ντόπιους. Το μάτι του βέβαια δε θἄλλαζε, αν έβαζε παστρικό παντελόνι. Συνήθιζε να βαστά κ’ ένα μπαστούνι στο χέρι. Το μπαστούνι παρατήρησε αμέσως ο κ. Σιγομάγας. Στάθηκε σαστισμένος, κ’ είπε του φίλου του·
― «Τι προκοπή θα διούμε ποτέ μας σ’ έναν τόπο που ο επαίτης περπατεί μ’ ένα μπαστούνι; Για διες τονε!»
― «Καλέ, δεν είναι ζητιάνος, του αποκρίνεται ο σύντροφός του, είναι δηγηματογράφος, κι αναγνωρισμένος μάλιστα, ο Διαμαντούλης...»
― «Και τι με κόφτει εμένα; Μοιάζει επαίτης ή δε μοιάζει; Επαίτης με μπαστούνι! Χαθήκαμε. Τέτοιο πράμα μήτε το φαντάστηκα.»
»Είχε δίκιο· στην Πόλη μήτε μπορούσε να το φανταστή τέτοιο πράμα ο Τσιγκομάγκας· στην Πόλη δε φαντάστηκε μήτε ζητιάνο που να βαστά μπαστούνι, μήτε δηγηματογράφο που να μοιάζη άξαφνα ζητιάνος. Αφτά η Αθήνα τα είχε. [...] Πού να το βάλουνε οι Πολίτες μας με το νου τους, πως υπάρχουνε φτωχοί πρωθυπουργοί, και πως οι φτωχοί ποιητάδες δεν ντρέπουνται να περπατάνε περήφανα στους δρόμους με ρούχα παλιά; Τέτοιες συνήθειες δε φυτρώνουνε στα σκλαβωμένα τα χώματα. Τέτοια παράξενα της φαντασίας βλαστάρια βγαίνουνε μόνο σε δέντρα που τα φύτεψε η λεφτεριά»[ii].
Διαπιστώνουμε ότι ίσως από άγνοια, μιας και ζούσε μακριά από την Ελλάδα για μεγάλα διαστήματα, ο Ψυχάρης αποδίδει το ατημέλητο ντύσιμο του Παπαδιαμάντη (και) σε ευρωπαϊκή πόζα και μίμηση, χωρίς να παραλείπει, ωστόσο, να αποτιμήσει, όσο μπορούσε ο ίδιος πιο δίκαια, την προσφορά τού Παπαδιαμάντη στην λογοτεχνία. Η μεγάλη αντίρρηση του πρωτοπόρου γλωσσολόγου–δημοτικιστή Ψυχάρη, βεβαίως, δεν μπορεί παρά να εστιαζόταν στη γλώσσα που χρησιμοποιούσε στα διηγήματά του ο Σκιαθίτης (τον οποίο, σημειωτέον, χαρακτηρίζει ως «ποιητή»), αντίρρηση που δεν τον εμπόδισε, πάντως, να τον ξαναθυμηθεί μέσα στις σελίδες τού μυθιστορήματός του και ίσως και να υπαινιχθεί την εικόνα της περίφημης «Βασιλικής Δρυός», μέσω του δικού του (δηλαδή, του “ανήκοντος” στον ήρωα – alter ego του) φαντάσματος–Μούσας (και, ασυνείδητα ίσως, νοερής ερωμένης), με την κυπαρισσένια φορεσιά και τα κλωνάρια τού πεύκου και της ελιάς στα δάχτυλα. Ακόμη και ο ίδιος ο ήρωας–alter ego, μαγεμένος μέσα σε ένα δάσος με ελιές στη Λευκάδα, αισθάνεται να μεταμορφώνεται σε δέντρο: «[...] μου φαινότανε μένα πως κοιμόμουνε, πως στον ύπνο μου ακολουθούσανε πράματα, που μόλις τἄβαζε ο λογισμός μου, πως τη ζωή μου αλάκαιρη την είχα περάσει στο ρουμάνι, πως εκεί γεννήθηκα, πως ποτέ μου δεν τἄφησα, πως άθρωπος άξαφνα δεν είμουνε, παρά δέντρο, πως είμουνε μια ελιά μέσα στις άλλες, πως τα πόδια μου είτανε χώμα» (ό.π., σ. 224).
Το ανεκδοτολογικό επεισόδιο μεταξύ Ανδρέα Συγγρού και Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, οι οποίοι, ωστόσο, δεν ήρθαν σε άμεση επαφή, μνημονεύεται και από νεότερους λογοτέχνες και κριτικούς (ερμηνευόμενο, μάλιστα, και με περισσότερους από έναν τρόπους), ενώ αξίζει εδώ να επισημανθεί η ειρωνεία τού γεγονότος ότι το δημοτικό σχολείο στο Μπούρτζι της Σκιάθου (όπου τώρα στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου) αποτελεί δωρεά Ανδρέα Συγγρού, που έγινε το 1906, άρα, ζώντος του Παπαδιαμάντη, το μνημείο τού οποίου στέκεται στην είσοδο της χερσονήσου. Όσο για την σχέση Ψυχάρη–Παπαδιαμάντη, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε και στη γνώμη που είχε ο δεύτερος για τον πρώτο, γνώμη η οποία διατυπώνεται ευκρινώς στη “συνέντευξη” τότε του Παπαδιαμάντη στον Δημήτρη Χατζόπουλο (Μποέμ). Σε εκείνη τη συνομιλία (δημοσιευμένη στο Άστυ, 26-27 Μαρτίου 1893) ο Παπαδιαμάντης χαρακτήριζε τον Ψυχάρη «ως ποιητήν καλόν, ως γλωσσολόγον και επιβλητήν της δημώδους γλώσσης, Λεβαντίνον, ψευδή, τεχνητόν. Προσθέτει μάλιστα ότι η μονομανία του αύτη, του να αποκτήση όνομα εις την Ελλάδα, κατέστη δι’ αυτόν ψύχωσις, την οποίαν δυστυχώς δεν απέφυγον και παρ’ ημίν πλείστοι όσοι καλοί ποιηταί και λογογράφοι, οίτινες, διακαιόμενοι θερμώς υπό του πόθου της ρεκλάμας του ονόματός των εις την Ευρώπην υπό του ιεροφάντου Ψυχάρη, προσεκολλήθησαν στερρώς και τυφλότατα προς αυτόν. Αλλ’ όλα αυτά θα παρέλθουν ταχέως, και η Ψυχάρειος δόξα θα εξατμισθή ως πομφόλυξ, αυτή ήτις παίρνει και δίνει εις την οδόν Κλωδίου εις τα Παρίσια! Την δημοτικήν γλώσσαν πού την είδε, πού την έμαθε, πού την εσπούδασεν ο Ψυχάρης; Αυτός είναι Χίος, σχεδόν ξένος, αριστοκράτης Φαναριώτης, επιχειρών με έν στρεβλωτικόν ιδίωμα να επιβληθή ως δημιουργός και διδάσκαλος ολοκλήρου έθνους. Όχι! αι γλώσσαι δεν επιβάλλονται ούτω εις τα καλά καθούμενα υπό των ατόμων εις τους λαούς!». Μία πρώτη διαπίστωση που κάνει κανείς, πάντως, είναι ότι οι “μόδες τής Ευρώπης” χρησιμοποιούνται αρνητικά, τόσο από τον Ψυχάρη όσο και από τον Παπαδιαμάντη, αλλά με διαφορετική επιχειρηματολογία, ενώ προϋποτίθεται και στους δύο μία ελλιπής πληροφόρηση σχετικά με τις συνθήκες του άλλου, τη ζωή και τις ιδέες του.
Στο μυθιστόρημα του Γιάννη Ψυχάρη, για να έρθουμε εν συντομία και στο θεωρητικό κομμάτι του θέματος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εντάσσεται ως πρόσωπο ιστορικό, κάτω από τις ακόλουθες ειδικές συνθήκες: είναι χαρακτήρας μυθοπλασμένος, ισότιμος με τους υπόλοιπους ως προς αυτό, και επιτελεί μια λειτουργία «ακροατή», καθώς παρέχει μια αιτία ή μια αφορμή να εκφέρουν άλλοι, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες χαρακτήρες ή ο αφηγητής, το λόγο τους μέσα σε αληθοφανείς επικοινωνιακές συνθήκες· επίσης, ως χαρακτήρας είναι οπωσδήποτε δισδιάστατος/ επίπεδος και στατικός, ενώ περιγράφεται με τη «μέθοδο της άμεσης έκθεσης» (τη λιγότερο αντικειμενική σε σχέση με την «δραματική μέθοδο»), δηλαδή, συζητείται από τον αφηγητή ή από άλλον χαρακτήρα, χωρίς ο ίδιος ουσιαστικά να ενεργεί «σκηνικά», με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να σχηματίζει την εικόνα του χαρακτήρα έμμεσα.
Όλα τα παραπάνω, πάντως, θα πρέπει να ιδωθούν, στην περίπτωση του συγκεκριμένου «μυθιστορήματος με κλειδί» (roman à clef) του Γιάννη Ψυχάρη, υπό το φως αυτής ακριβώς της ιδιαιτερότητας· του γεγονότος, δηλαδή, ότι τα ιστορικά πρόσωπα είναι εδώ προγραμματικά ενταγμένα στο μυθοπλαστικό σύμπαν, προκειμένου να υποδυθούν τους ρόλους τους ψευδωνύμως και υπό το σατιρικό, συχνά, πρίσμα του συγγραφέα. Καταλήγουμε, λοιπόν, ότι, στο χάρτινο σύμπαν τού Ψυχάρη, η φυσική και η πνευματική παρουσία του Παπαδιαμάντη διασώζονται, αλλά όχι πάντα με ακρίβεια ούτε, βέβαια, με πληρότητα (δεν υπήρχε, εξάλλου, καμία τέτοια στόχευση) και εν πάση περιπτώσει είναι αποτυπωμένες βάσει της (περιορισμένης κάποτε) γνώσης και των πεποιθήσεων του μυθιστοριογράφου.

Υ.Γ. Στην φετινή θεατρική παράσταση Άνθος του γιαλού (στο θέατρο «Άνεσις»), με την, ευφυή όσο και λιτή, σκηνοθεσία της Μάνιας Παπαδημητρίου, τους μαγικά ρεαλιστικούς, φωτισμούς τού Δήμου Αβδελιώδη, τη μουσική επιμέλεια του Λάμπρου Λιάβα, ο ηθο-ποιός Τάκης Χρυσικάκος αναπαριστά τη δράση, ενσαρκώνει τους χαρακτήρες και αφηγείται τις σκέψεις των ιδίων και του δημιουργού τους, έχοντας επιλέξει  τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (σε θεατρική προσαρμογή τού Ερρίκου Μπελιέ): «Το μοιρολόγι της φώκιας», «Έρως – Ήρως» και «Άνθος του γιαλού». Σε αυτήν την εξηνταπεντάλεπτη «παράσταση ζωής», απολαμβάνει κανείς τη σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσει έναν ηθο-ποιό σε στιγμή ώριμης ταύτισης με το κείμενο – υλικό του. Ο Χρυσικάκος αντλεί εμφανώς ηδονή από κάθε λεπτό τής ερμηνείας του, ενώ ταυτόχρονα ο θεατής καλείται εντέχνως να συμμετάσχει στην ψυχική πανδαισία. Αποκαλυπτόμαστε.

Η Σταυρούλα Τσούπρου είναι διδάκτωρ Φιλολογίας

[i] Οπωσδήποτε τα ιστορικά – “επώνυμα”, με συγκεκριμένο ιστορικό ρόλο, πρόσωπα διαφοροποιούνται από τα αληθινά πρόσωπα του ανθρώπινου περιβάλλοντος που εμπνέουν έναν συγγραφέα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ, από μία λίγο διαφορετική πλευρά, και το διήγημα του Κώστα Βάρναλη «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», από τον τόμο Με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη (Κέδρος, 1991), όπου ο μεγάλος Σκιαθίτης εμφανίζεται, σε ένα εγκιβωτισμένο όνειρό του, να εορτάζει μαζί με τους ήρωες και τις ηρωίδες των χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του· παρότι, με όρους θεωρητικούς, αυτό θα χαρακτηριζόταν ως μία ιδιότυπη κατά Genette «μετάληψη», με όρους μη μυθοπλαστικούς δεν αποτελεί παρά μία φυσιολογική, ανάλογη της πραγματικότητας συνύπαρξη.
[ii] Βλ. στο Άπαντα Γιάννη Ψυχάρη, Επιμέλεια: Παύλου Σύρρου, Γιάννη Ψυχάρη, Τα δύο αδέρφια. Μεγάλο εθνικό ηθογραφικό μυθιστόρημα, Δεύτερη έκδοση, Μακεδονικαί Εκδόσεις, χ.χ., σσ. 96-7.

Δεν υπάρχουν σχόλια: