12/11/11

Δημοκρατίας σάτιρα, χωρίς καλαμπούρια

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΕΝΗΣ, Περί Δημοκρατίας. Σάτιρα ηθών και θεσμών, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 200

Σατιρικός συγγραφέας ο Νίκος Κουνενής, αλλά το παρόν βιβλίο διαφέρει ουσιαστικά από τα προηγούμενά του. Απουσιάζει εκείνη η αύρα, εκείνη η σπιρτάδα, που σε έκανε να γελάς, να ξεδίνεις, να εκτονώνεσαι. Και όμως, το βιβλίο είναι όντως σάτιρα, «ηθών και θεσμών», όπως αυτοσυστήνεται, αλλά συνεχώς έχεις την αίσθηση πως το άγος της κρίσης ανεβαίνει, ανεβαίνει σαν αίσθηση ασφυκτική, βαραίνοντας και τη σάτιρα, καθορίζοντας την ίδια την αναγνωστική σχέση, βαραίνοντας και το βιβλίο στα χέρια σου. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για ένα βιβλίο της εποχής μας, της ιστορικής στιγμής που ζούμε, ένα βιβλίο-παιδί της κρίσης.
  Με τη διαφορά, πως το «θέμα» του, ο ορίζοντάς του, είναι πολύ ευρύτερος από τη στιγμή της κρίσης. Αν λοιπόν η κρίση έχει αιτίες και παρελθόν, δηλαδή σημαίνει το τέλος της εποχής της Μεταπολίτευσης, το βιβλίο του Κουνενή αποτελεί ένα ιδιότυπο χρονικό όλης αυτής της περιόδου. Ναι, αλλά το χρονικό είναι λογοτεχνικό είδος, και το παρόν βιβλίο δεν δείχνει να έχει την αξίωση να περιληφθεί στα ακραιφνώς λογοτεχνικά βιβλία του Κουνενή. Άλλωστε, ακόμα και το χρονικό, αν και αφίσταται της μυθοπλασίας, διακρίνεται για την αφηγηματικότητά του, εγγράφεται στην περιοχή του ιστορείν, ενώ τα κείμενα του βιβλίου φαίνεται να είναι περισσότερο δοκιμιακά. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ;

  Όντως, τα κείμενα του βιβλίου προτάσσουν ένα ύφος ουδέτερης ανάλυσης και αποστασιοποιημένου σχολιασμού των πολιτικών φαινομένων της εποχής μας, με τη χρήση βέβαια άπειρων αναλυτικών εργαλείων, αντλημένων από την κοινωνιολογία και άλλες επιστήμες. Αυτή λοιπόν, η συγκρατημένα πνευματώδης ανάλυση, δεν προσφεύγει στις τρέχουσες αφηγηματικές τεχνικές, δηλαδή σε αυτές που χρησιμοποιούνται στη συμβατική μυθοπλασία. Και όμως, το βιβλίο αφηγείται, καταλεπτώς, όλη την ιστορική περίοδο της Μεταπολίτευσης, φωτίζοντας τη σημερινή κατάληξή της, τη γενικευμένη κοινωνική κρίση. Όλες οι παθολογίες και οι στρεβλώσεις της περιόδου, ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές, αλλά και θεσμικές, όλοι οι πρωταγωνιστές, αλλά και οι δευτεραγωνιστές της πολιτικής σκηνής, οι πλειοψηφικές αλλά και οι μειοψηφικές πολιτικές ιδέες και κοινωνικές αντιλήψεις, φωτίζονται, παίρνουν σάρκα και οστά, ορίζονται μέσα στο κάδρο, ασκούν το ρόλο τους, λειτουργούν, αποτελούν το κομμάτι εκείνο του παζλ που τους αντιστοιχεί. Μόνο που όλα αυτά υπάρχουν ως πολύχρωμα κομματάκια, σωρευμένα μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ακριβώς όπως τα κομματάκια του παζλ αποθηκεύονται, φύρδην-μίγδην, στο κουτί τους. Και ποιο λοιπόν είναι το «σχέδιο», με βάση το οποίο το κάθε κομμάτι παίρνει τη θέση του;
Το σχέδιο δεν ταυτίζεται με τη χρονική διαδοχή των γεγονότων της Μεταπολίτευσης, δεν αποτυπώνεται στα περιεχόμενα του βιβλίου, π.χ. με ένα κεφάλαιο ανά έτος, ανά κυβέρνηση ή ανά δεκαετία, όπως πάνω κάτω θα συνέβαινε σε ένα τυπικό χρονικό, αλλά βασίζεται στην αλληλουχία των γεγονότων, των καταστάσεων και των φαινομένων, στην υπόρρητη, αλλά πάντως λογοτεχνική αλληλουχία που ενεργοποιείται μέσα στην αναγνωστική συνθήκη, απαραιτήτως με τη συμμετοχή του αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο ο Κουνενής καταφέρνει τελικά να μας αφηγηθεί τη Μεταπολίτευση, και μάλιστα υπό το φως της παρούσας κρίσης, δηλαδή του τέλους της. Επειδή όμως κάθε μέρα βλέπουμε, στις εφημερίδες, στο ίντερνετ ή στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, να ξεδιπλώνεται, με εργολαβική μανία, αυτή ακριβώς η «φιλοδοξία», με πενιχρά συνήθως αποτελέσματα, το ερώτημα είναι τι διαφορετικό κομίζει το βιβλίο του Κουνενή στην αφήγηση αυτής της περιόδου.
Βλέπουμε λοιπόν στις σελίδες του να αναπτύσσονται κατά σειρά οι εξής κινήσεις: Πρώτον, απουσιάζει η συνήθης πολιτικολογία. Δοκιμάζεται έτσι η δυνατότητα να υπάρξει σάτιρα, «ηθών και θεσμών», χωρίς την προσφυγή στον ανθηρό και στις μέρες μας λαϊκισμό. Αυτό επιτυγχάνεται με όχημα το αποστασιοποιημένο και σχεδόν ουδέτερο ύφος των κειμένων, όπου ο αφηγητής υποδύεται τον λόγο ενός έγκυρου πολιτικού σχολιαστή-αναλυτή. Η δεύτερη κίνηση ανατρέπει αυτό που μόλις κατάφερε η πρώτη. Τα κείμενα διαθέτουν μια, τελικώς συναγόμενη αλλά σαφή πολιτικότητα, αφού όλα τα κοινωνικά φαινόμενα και στιγμιότυπα δεν αφήνονται στη θαλπωρή της περιπτωσιολογίας, ούτε προβάλλονται σε κάποιο φόντο ιδανικής «πολιτείας», δηλαδή ως ανιστορική φαντασίωση, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με τα κείμενα που επικαλούνται τη σοβαρότητα και τη λογιοσύνη, για να υποδυθούν την εγκυρότητα. Αντίθετα, τα κείμενα του Κουνενή ανάγονται και εμπλέκονται ευθέως στο πολιτικό πεδίο. Δεν κρύβουν ούτε στιγμή το αριστερό τους στίγμα, επεξεργασμένο μάλιστα με ιδιαίτερη λεπτολογία, αλλά μπορούν και συνδυάζουν την κατάθεση άποψης, την ανηλεή κριτική, την αναγκαία αποστασιοποίηση, και, ως παράπλευρο αποτέλεσμα, την υπονόμευση και τη διακριτική διακωμώδηση των «έγκυρων», δηλαδή καθεστωτικών σχολιασμών και αναλύσεων. Τέλος, η τρίτη κίνηση έρχεται να ανατρέψει αυτό που μόλις κατάφερε η δεύτερη: παρά τη σαφή αριστερή προέλευση, τοποθέτηση και κατάληξη των σκέψεων και του λόγου του βιβλίου, πρόκειται για τα πιο προσωπικά κείμενα που έχει γράψει μέχρι τώρα ο Κουνενής.
Γιατί σε αυτό το ιδιότυπο χρονικό της Μεταπολίτευσης πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κουνενής, η ματιά του στα πράγματα, η προσωπική του διαδρομή. Επειδή γνωριζόμαστε 35 χρόνια, επειδή μαζί βρεθήκαμε, «την κατάλληλη στιγμή», εκεί που κυριολεκτικά θα έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα, και επειδή επιλέξαμε, τελείως συνειδητά, να γράψουμε στο μοναδικό ζεύγος των φθαρμένων υποδημάτων μας και τα λουκάνικα και τα σκυλιά, μπορώ και αναγνωρίζω μέσα από τις γραμμές το πρόσωπο του Κουνενή, το πρόσωπο ενός αντιπροσωπευτικού ανθρώπου της Μεταπολίτευσης, ενός απ’ αυτούς που εκφράζουν το ιστορικό της ίχνος.
Όλοι αυτοί, λοιπόν, που ως έφηβοι κάποτε ξεκινήσαμε, διαμορφωθήκαμε, συμμετείχαμε, διαψευσθήκαμε, που περάσαμε την εμπειρία της απόσυρσης από τα πράγματα, και όλες τις συναφείς καταστάσεις, καταφέραμε και φθάσαμε ώς εδώ, έστω με απώλειες, αλλά πάντως φθάσαμε αρτιμελείς, ικανοί να μπορούμε να μιλήσουμε για όλη αυτή τη διαδρομή, ικανοί να μπορούμε να σταθούμε στο παρόν, ικανοί, ίσως, να συνεχίσουμε. Ο λόγος; Πολύ απλός: τόσα χρόνια τώρα, πάντα με την πλάτη στον τοίχο πορευτήκαμε. Όλοι αυτοί, οι εκατοντάδες χιλιάδες, που αποτελούμε το κοινωνικό σώμα της αριστεράς, συγχρόνως όμως και το πολιτικό της σώμα, το οποίο δεν ταυτίζεται με τα όρια και τη μιζέρια των άπειρων μικρομηχανισμών που υποδύονται τα πολιτικά της υποκείμενα: απόδειξη, η πληρότητα της πολιτικής σκέψης του βιβλίου.
Επιπλέον απόδειξη, το γεγονός ότι το βιβλίο μπορεί και διαχειρίζεται με άνεση το ζήτημα που αποτέλεσε το κρίσιμο και ακανθώδες εκείνο σημείο, όπου φτιάχτηκαν τα αδιέξοδα, καθώς και άπειρες διασπάσεις της αριστεράς, δηλαδή το «θέμα» της Δημοκρατίας. Χωρίς κανένα ταμπού, αλλά και χωρίς ίχνος αριστερισμού, ο Κουνενής ανατέμνει την ιστορική πραγμάτωση της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας, αναδεικνύει τις βασικές στρεβλώσεις της λαϊκής κυριαρχίας, αντιπαρατίθεται στην «εξαγωγή» της Δημοκρατίας με τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, θέτει υπό ουσιαστική αναρώτηση τις βασικές παραδοχές μας για το πολιτικό καθεστώς στο οποίο ζούμε, συναντώντας εδώ, υπόρρητα αλλά συνειδητά, τις απόψεις του τόσο σημαντικού, αλλά και τόσο διορατικού αριστερού διανοούμενου της εποχής μας, του Λουτσιάνο Κάνφορα.
Επί της δημοκρατίας λοιπόν ο λόγος, που έτσι φωτίζει αναδρομικά τις πολιτικές διαδρομές της μεταπολίτευσης, και αν θέλετε εξηγεί και σημερινές διασπάσεις, αντιπαλότητες, εκλεκτικές συγγένειες. Γιατί, όταν στη δεκαετία του ’80 η ήττα της αριστεράς εμπεδωνόταν και η κρίση της σάρωνε ιστορικές σταθερές και κονιορτοποιούσε τις εφηβικές-νεανικές βεβαιότητες μιας ολόκληρης γενιάς, οι πολυπληθείς καθεστωτικοί της αριστεράς, γλείφοντας εκεί όπου η νεανική μας αμφισβήτηση έφτυνε περιφρονητικά, έπαιρναν σειρά στα κάθε λογής ευαγή ιδρύματα, ιδίως σε όσα φτιάχτηκαν επί τούτου, ώστε να στεγάσουν και να ακυρώσουν τους πολυπληθείς εν δυνάμει διανοούμενους των «λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων». Το επιχείρημα ήταν η «εμπέδωση της Δημοκρατίας» μέσω της «συμμετοχής στους θεσμούς», έστω κι αν η μόνη δουλειά τους ήταν να αναπαράγουν ιδεολογία... Σήμερα, η κρίση όχι μόνο απογυμνώνει τους (προ πολλού) ενσωματωμένους από τα τελευταία άλλοθι τής (κόσμιας...) αριστεροσύνης τους και καταρρακώνει την επίφαση της λογιοσύνης τους, αλλά η καθεστωτική μετάλλαξη των θεσμών αδειάζει μια σειρά από αρμούς της δημόσιας ζωής και του δημοκρατικού φαντασιακού από κάθε ουσιαστικό νόημα. Γιατί η δημοκρατία δεν πιστοποιείται διά της «ελευθερίας» στην επιλογή και τη σταδιοδρομία των καθεστωτικών λακέδων, αλλά από τους δείκτες που μετρούν την κατάσταση της κοινωνικής «ισότητας», όπως είναι π.χ. ο δείκτης της ανεργίας...
Το βιβλίο του Κουνενή λοιπόν διαθέτει ένα σχήμα για τη Μεταπολίτευση, αλλά και μια κριτική θεώρηση της Δημοκρατίας, έστω κι αν αυτές οι θεωρητικές προϋποθέσεις του δεν προτάσσονται σαν καθρεφτάκια προς τους ιθαγενείς, όπως σε τόσα και τόσα ακαδημαϊκά πονήματα, διά των ατέρμονων, αχρείαστων παραπομπών... Ακριβώς επειδή το βιβλίο είναι «προϊόν» μιας ολόκληρης εποχής, τα συμπεράσματά του και οι θεωρητικές του ορίζουσες είναι χωνεμένα, ενσωματωμένα στις φράσεις και στις λέξεις του. Και επιπλέον, επειδή η εποχή που το παρήγαγε είναι η Μεταπολίτευση, δηλαδή μια καθ’ όλα αντιηρωική εποχή, ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά να οργανώσει κάποια μυθολογία της, έστω αυτή της «διαψευσμένης» δημοκρατίας ή κάτι ανάλογο...
Εν τέλει, το βιβλίο του Κουνενή είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας, είναι δικό μας παιδί. Και δικό μας, σημερινό «στέκι», όχι μόνο για τις ώρες που διαρκεί η ανάγνωσή του, αλλά και για τις ώρες και μέρες και μήνες και χρόνια που μας περιμένουν. Ένα σημείο συνάντησης, και ταυτόχρονα εφαλτήριο, για τα δύσκολα που έρχονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: