29/7/11

Με μια πληγωμένη ελπίδα

Γνώρισα τη Σοφία Φίλντιση προσωπικά, ζωντανά, λίγο έως ελάχιστα. Γι’ αυτό την αφήνω ν’ αναδυθεί μέσα από τους στίχους της.
Την τιμώ και την αγαπώ που, σε καιρούς φθοράς ιδεών και συνειδήσεων, εκείνη ένιωθε την περηφάνια να λέει πως είταν –και παρέμεινε– από αυτούς που ακολούθησαν την πορεία των στρατιωτών «σε κείνο τον ανελέητο τυφώνα των μετώπων».
Πρέπει ν’ αγάπησε τα πουλιά. Γι’ αυτό τα έκανε, νομίζω, αγαπημένα σύμβολά της. Κανένας, γράφει, δεν βάζει όρια στην ελπίδα του πετάγματός τους. Ήθελε να κρατιέται και η ίδια σταθερά από την ελπίδα. Μολονότι θα γνώριζε τι ύπουλο πράγμα είναι η ελπίδα, παιδεύοντας και παγιδεύοντας, από παγίδα σε παγίδα, από προσδοκία σε προσδοκία. Το ’ξερε:
Ε! για τους ανθρώπους
τα δεκανίκια
και τα μέτωπα
και τα σύνορα
και το αίμα
και οι οδύνες…
Μιλώντας στην (προφανώς απούσα, για πάντα) αδελφή της, της θύμιζε: «μεθυσμένα μέταλλα μπήχτηκαν μέσα μας, κόβοντας τη ρίζα μας στα δυο».
Την ενέπνεαν τα πουλιά. Παρομοιάστηκε με τον ερωδιό, κι έδωσε τη μια φτερούγα στον σύντροφο κι ελπίσανε πως θα περάσουν πορθμούς. Οι ελπίδες ματαιώθηκαν. Βρέθηκε πάντα «στο μεταξύ», δεν έφτασε σε κάποιο ποθητό τέρμα. Πέρασε μόνη, ή και μαζί με συντρόφους, από τις συμπληγάδες που κράτησαν σε κρύπτες τους την τέφρα των φτερών τους. «Σταθήκαμε», λέει μολοντούτο, «μπροστά στις λάμψεις, δυο πουλιά». Κι ας βρέθηκαν ανάμεσα σε βαρβάρους που το πέρασμά τους «έδιωξε την αιδώ». Θέλησε ο σύντροφος (κι άλλοτε μόνη, με τον εαυτό της: «Ασκητής, ερημίτης ο έρωτάς μου, το άλλο μισό, που πολλαπλασιάζεται στους καθρέφτες των θαλάσσιων κόρφων») να μένει «ένα κατάρτι ορθό από ναυάγιο». Απ’  το ναυάγιο του κόσμου. Του τωρινού. Του αυριανού (πώς όχι…). Με τα κύματα «μεσίστιες σημαίες» – η θάλασσα της πατρίδας την εμπνέει πολύ συχνά· αναρωτιόταν, με μια πληγωμένη ελπίδα:
Ποιος θα μετρήσει τον ατέρμονο θάνατο
των κυμάτων στις ακτές
που αύριο θα με ματώνουν…
Κι εγώ, ένα κύμα στους θανάτους.


ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ

Κωνσταντίνα Αραπάκη- Χωρίς τίτλο

Δεν υπάρχουν σχόλια: