25/9/10

Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία

Εναλλακτική οικονομία ή ενσωματώσιμος εναλλακτισμός;

ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

J.-M. SERVET, Le grand renversement. De la crise au renouveau solidaire, desclée de brouwer, 2010

Το βιβλίο αυτοσυστήνεται ως μία ακόμη, φιλόδοξη πρόταση για τον «μεγάλο μετασχηματισμό» (μετά από αυτή του Κ. Πολάνυι) και αναλύει την κρίση ως ανάγκη και δυνατότητα μιας νέας οργάνωσης της κοινωνίας την αυγή του 21ου αιώνα, στη βάση της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας. Ο συγγραφέας δεν παραμένει στην αμφισβήτηση και την κριτική, χωρίς εναλλακτική πρόταση και προοπτική. Ταυτόχρονα, έχει επίγνωση ότι «η αλλαγή της κοινωνίας είναι μια πολύπλοκή διαδικασία, που δεν συρρικνώνεται σε μια ρητορική στρατηγική και ένα μοναδικό αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας» (P. Singer, γενικός γραμματέας αλληλέγγυας οικονομίας στη Βραζιλία).
Ως προς τη σημερινή κρίση, αρχικά, θεωρεί ότι αυτή είναι συστημική και οφείλεται στις ανισορροπίες που συνοδεύουν την αναδιανομή, διεθνή και εθνική. Ο ηγεμονικός καπιταλισμός διευρύνθηκε και εξαπλώθηκε και οι παραπάνω ανισορροπίες οφείλονται, ειδικότερα, στην τεράστια αύξηση των απολήψεων στην χρηματοοικονομική σφαίρα εις βάρος της παραγωγικής και εργασιακής σφαίρας, παρά στην έμμεση εκμετάλλευση των μισθωτών (η οποία βεβαίως δεν έπαψε να υφίσταται). Η σχέση πραγματικού και χρηματοοικονομικού ανατράπηκε (ενώ παλιά σ’ ένα παραγωγικό δολάριο αντιστοιχούσαν δύο χρηματοπιστωτικά-κερδοσκοπικά, σήμερα αντιστοιχούν πάνω από 250, εξ ου και η παγκόσμια «φούσκα)». Οι ανισότητες στην αναδιανομή των εισοδημάτων και στην ιδιοκτησία μεγεθύνθηκαν κατά τρόπο «αφύσικο», εξοργιστικό αλλά και «συστημοφάγο», μετά τη δεκαετία του ‘80. Οι κοινοτικοί δεσμοί αντικαταστάθηκαν από τις διαδράσεις των αγορών και μια κοινωνία ιδιωτών -ανταγωνιστικών και καταναλωτικών- εγκαταστάθηκε. Μια πρώτη απάντηση σ’ αυτή την κρίση απαιτεί την αντιστροφή της τάσης αύξησης των ανισοτήτων στο εισόδημα και στην ιδιοκτησία και της προσωρινότητας στην εργασία (σ. 188). Πώς όμως θα γίνει αυτή η αντιστροφή;
Η από την δεκαετία του ‘80 καλούμενη «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» (πέρα από την παραδοσιακή του 19ου αιώνα κοινωνική οικονομία των μη κερδοσκοπικών ενώσεων, συνεταιρισμών, αλληλοασφαλιστικών ταμείων, ιδρυμάτων κλπ) αναδεικνύει νέου τύπου, «εκ των κάτω», αμοιβαίες δεσμεύσεις και νέους στόχους ανάμεσα σε παραγωγούς, καταναλωτές και χρηματοπιστωτικούς πόρους, στη βάση νέων εναλλακτικών οικονομικών θεσμών και νέων (τοπικών) δικτύων (π.χ. εναλλακτικά κοινωνικά ή παράλληλα νομίσματα), με στόχο μια νέα τοπική και παγκόσμια αναδιανομή, όχι μέσω κλασσικών-ταξικών λύσεων αυτή τη φορά, αλλά μέσω μιας «σχεσιακής» οικονομίας του κοινοτικού δεσμού με τη δημιουργία μιας νέας «πολιτοφροσύνης» (citoyenneté). Πρόκειται για «το ήδη παρόν μέλλον» κατά τον συγγραφέα, για τις «ζωντανές ουτοπίες» κατ’ άλλους, ποσοτικά και οικονομικά ίσως ασήμαντες, αλλά ποιοτικά και πολιτικά ουσιώδεις και πολλά υποσχόμενες.
Για τον Servet, η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, με τις ποικίλες εκφάνσεις της, θεσμικές ή άτυπες, συνιστά τον φορέα της νέας αλληλεγγύης στη βάση της αμοιβαιότητας. Για να γίνει όμως ηγεμονική η κεντρική αυτή ιδέα που διαπνέει όλο το πόνημά του απαιτείται να εντοπισθούν, στις σημερινές, σε κρίση κοινωνίες, οι ικανότητες και ενδυναμικότητες που διαθέτουν, να «στρατευθούν» σ’ ένα νέο δρόμο, ο οποίος θα αφαιρεί, σταδιακά, αγοραία ύλη, χρηματοπιστωτική και ανταγωνιστική, από την επίσημη και κυρίαρχη οικονομία της αγοράς. Οι εναλλακτικές αυτές δραστηριότητες θα έχουν, σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, το δικό τους σήμα (label), το οποίο δεν θα πρέπει βέβαια να συνιστά αυτοσκοπό αλλά ένα αναγκαίο στάδιο αμφισβήτησης της επίσημης οικονομίας. Με άλλα λόγια, τα νομικά σήματα που περιβάλλουν αυτές τις δραστηριότητες δεν είναι καθοριστικά της αλληλέγγυας ποιότητας. Δεν αρκεί όμως αυτό για να γίνει ηγεμονική η αναγέννηση της αλληλεγγύης. Για τον Servet, η μεγάλη ανατροπή, αλλά και η πιο δύσκολα υλοποιήσιμη, είναι η ρήξη στο επίπεδο των ιδεών, η «αλληλεγγυοποίηση» θα λέγαμε της σκέψης. Οι χρήστες ή επωφελούμενοι αυτής της νέας εναλλακτικής οικονομίας δεν θα πρέπει να είναι παθητικοί καταναλωτές αγαθών και υπηρεσιών, όπως η αλληλεγγύη των κλασσικών μηχανισμών (κρατικών ή εθελοντικών φιλανθρωπικών), που επιβάλλει μια σχέση εξάρτησης και κυριαρχίας αντίθετη προς ένα (νέο)δημοκρατικό πρόταγμα (σ. 202) και μια νέα, όπως αναφέρθηκε, πολιτοφροσύνη. Πρέπει να είναι ενεργοί καταναλωτές (consommacteurs, κατά την έκφραση του Λατούς).
Έτσι, οι εναλλακτικές αλληλέγγυες πρακτικές δεν θα παραμένουν σ’ έναν απλό «οικονομισμό», ο οποίος, ως διαστροφική μετεξέλιξη της (πολιτικής) οικονομίας, αφενός ανήγαγε την οικονομική δραστηριότητα σε πρωταρχική αξία στην οποία υποτάσσονται όλες οι άλλες και, αφετέρου, την εξαιρούσε, ως διαδικασία, από κάθε πολιτική εποπτεία. Συνεπώς, και ταυτόχρονα, μέσα από μια νέα πρακτική, μια νέα πολιτική και ηθική της οικονομίας γεννιέται, η οποία στοχεύει σε εναλλακτικές αξίες μέσα από άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας και άλλο προσανατολισμό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, χωρίς βεβαίως να σχετίζεται με οποιαδήποτε, ανέφικτη εγγενώς, «ηθικοποίηση του καπιταλισμού» (όπως αναρωτήθηκε, με αφορμή την πρόσφατη και συνεχιζόμενη κρίση, ο γάλλος πρόεδρος Ν. Σαρκοζί). Η ιδέα της προαναφερθείσας σύνδεσης της αποταμίευσης με μια πολιτόφρονα (citoyenne) δραστηριότητα κερδίζει συνεχώς έδαφος, συνδέοντας έτσι την αποταμίευση με την γενναιοδωρία, δίνοντας δηλαδή ουσιαστικό περιεχόμενο στο νόμισμα.
Με άλλα λόγια, καθοριστικό ρόλο παίζει η συνειδητοποίηση μιας νέας λογικής στη βάση της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας (δηλαδή η συνειδητή αλληλεξάρτηση περιοχών, ηλικιακών ομάδων, φύλου, γενεών). Αυτές οι αξίες αποτελούν για τον Servet το κεντρικό όχημα ανατροπής των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας (σ. 219). Απαιτείται, κυρίως, μια βολονταριστική αντιστροφή της σημερινής κατακτητικής χρηματιστικοποίησης (που λειτουργεί στη λογική των αγορών) και ειδικότερα αυτό χρειάζεται να γίνει με διάδοση νέων αλληλέγγυων και δημοκρατικών-περιεκτικών χρηματοδοτικών (inclusion financière) θεσμών (συνεταιριστικές, ηθικές τράπεζες, εναλλακτικά κοινωνικά/παράλληλα νομίσματα, συστήματα ανταλλαγών και διανομής), που θα ικανοποιούν τις ανάγκες των πολλών, σε δικτυακή μορφή και σε τοπικό κατ’ αρχήν επίπεδο. Ιδίως, θα πρέπει να γίνει αντίστροφη παρέμβαση, με σχέδια που θα υλοποιούνται στα διάφορα επίπεδα της χρηματιστικοποίησης (δάνεια, πληρωμές καταθέσεις, μεταφορές) και τις διάφορες θεσμικές βαθμίδες, αλλά και στα αντίστοιχα χωρικά επίπεδα. Με λίγα λόγια, αντίθετα προς της (αρνητικές) διεξαρτήσεις που δημιουργούνται μηχανικά από τις αγορές, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, πρέπει να αναδειχθούν θετικές αλληλέγγυες διεξαρτήσεις, που δημιουργούνται εκούσια εκ των κάτω από τους πολίτες, με σχέδια που μπορούν να θεωρηθούν εμπορικά, αλλά των οποίων ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας προέχει (σ. 217)
Ωστόσο, γίνεται φανερό το «πολιτικό» έλλειμμα (προτάγματος) του βιβλίου, που αφήνει τη «μεγάλη ανατροπή» -αναφορικά με την ιεραρχία και τη συνάρθρωση των ενσωματωτικών αρχών που θεμελιώνουν την παραγωγή, την ανταλλαγή και τη χρηματοδότηση, σ. 192)-, στα μέσα του δρόμου. Συγκεκριμένα, ανακύπτουν ερωτήματα ως προς το εάν η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, ιδίως αυτή των νέων εναλλακτικών μικρο-χρηματοδοτικών θεσμών που περιγράφει ο Servet, θα παραμείνει ενταγμένη στο ισχύον πολιτικο-θεσμικό σύστημα, χωρίς αντίστοιχους –συνομοσπονδιοποιημένους- νέους τοπικούς πολιτικούς δημοκρατικούς θεσμούς; Επίσης, ποια πρόκειται να είναι η σχέση της με το σύστημα της οικονομίας της αγοράς–μεγέθυνσης, ως (συστημικής) αιτίας κοινωνικής αδικίας-ανισότητας και οικολογικής υποβάθμισης; Σχετικά με αυτό, ο συγγραφέας θεωρεί, μέσα από διάφορα παραδείγματα μικροπίστωσης -ιδίως στην Ινδία-, ότι μια συνάρθρωση πρακτικών αμοιβαιότητας με την αγορά είναι ένας αναγκαίος συμβιβασμός, χωρίς όμως η αγορά να επισκιάζει και ν’ απορροφά την αμοιβαιότητα (αλήθεια, πώς μπορεί να συμβεί αυτό;) Αυτός ο συμβιβασμός, κατά τον Servet, είναι αναγκαίος, για να διευρυνθεί και εξαπλωθεί η κοινωνική οικονομία, ιδίως μέσω νέων εναλλακτικών, αλληλέγγυων και περιεκτικών χρηματοπιστωτικών θεσμών (σ. 206). Ας σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο μιας τέτοιας λογικής, αυτός τάσσεται, κοινότοπα και κάπως αναπάντεχα, για ένα τόσο φιλόδοξο, ανατρεπτικό και αντισυστημικό εγχείρημα (αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό όπως γράφει, σ. 192 και σ.195), υπέρ της οικολογικής, ακόμα και της πράσινης (που δεν ταυτίζονται) οικονομίας (π.χ. ενεργειακή απόδοση κτιρίων, ανακύκλωση, λιγότερη διατροφή με κρέας για μείωση λιπασμάτων και του φαινομένου του θερμοκηπίου, χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, μείωση της κατανάλωσης, ακόμα και με καινοτόμα εργαλεία όπως η διπλή δαπάνη –με την εμφάνιση, δίπλα στη κανονική τιμή, και του οικολογικού κόστους- για την αγορά ενός αγαθού ή υπηρεσίας κλπ), χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ότι κατ’ αυτό τον τρόπο παραμένουν αμετάβλητες οι σχέσεις κεφαλαίου–εργασίας.
Γιατί η μεγάλη ανατροπή των ιδεών και συμπεριφορών δεν μπορεί να γίνει ή να γενικευθεί χωρίς την εγκαθίδρυση, δικτύωση και συνομοσπονδιοποίηση νέων -εκτός και πέρα αυτών του υπάρχοντος συστήματος- μικρο-τοπικών πολιτικών θεσμών, και όχι μόνο χρηματοοικονομικών, όπως προσπαθεί να δείξει ο συγγραφέας.

Ο Τάκης Νικολόπουλος διδάσκει Ευρωπαϊκό δίκαιο στο ΤEI Μεσολογγίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: