26/6/10

Απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΥΣΗ

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, Για το εβραϊκό ζήτημα, εισαγωγική μελέτη, επιμέλεια επανέκδοσης: Γιώργος Ρούσης, πρόλογος: Αβραάμ Μπεναρόγια, μετάφραση και σχόλια: Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2010 (1932)

Η επανέκδοση στις μέρες μας του έργου του Karl Marx Για το εβραϊκό ζήτημα (Ζur Judenfrage) από τον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσει στο περιθώριο της εγχώριας κίνησης ιδεών. Η συγκεκριμένη έκδοση του έργου υλοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1932 σε μετάφραση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, με σχόλια του ίδιου και με πρόλογο του πρωτοπόρου σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια (1). Στην ποιότητα της προκείμενης επανέκδοσης συμβάλλει ωστόσο αποφασιστικά και ο εμπλουτισμός του αρχικού εγχειρήματος από μια ιδιαίτερα αναλυτική και βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη εισαγωγική μελέτη του μαρξιστή πανεπιστημιακού Γιώργου Ρούση, μελέτη που εντάσσει κριτικά τη θεματική του Εβραϊκού Ζητήματος στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας του νεαρού Marx.

Χωρίς αμφιβολία, το Για το εβραϊκό ζήτημα, που άρχισε να συγγράφει ο Marx στο Kreuznach το 1843, λίγο πριν τη μετακίνησή του στην πρωτεύουσα της πολιτικής, στο Παρίσι, σηματοδοτεί, στη συνέχεια της Κριτικής της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, την πρώτη ανοιχτή συνηγορία του νεαρού, μόλις 25 ετών, στοχαστή υπέρ της ανθρώπινης/ καθολικής χειραφέτησης. Σε ανοιχτή πλέον ρήξη προς τον μέχρι προ τινος συναγωνιστή του Bruno Bauer, έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της αριστερής πτέρυγας των μαθητών του Hegel, o Marx αρνείται να συναιρέσει την προοπτική της ανθρώπινης χειραφέτησης στην πολιτική της διάσταση.
«Θεωρούμε ότι το λάθος [του Bauer]», έγραφε ο Marx στο Εβραϊκό Ζήτημα, «έγκειται στο γεγονός ότι υποβάλλει σε κριτική μόνο το ‘χριστιανικό κράτος’, όχι το ‘κράτος ως τέτοιο’, ότι δεν ερευνά τη σχέση της πολιτικής χειραφέτησης προς την ανθρώπινη χειραφέτηση και, συνεπώς, διατυπώνει όρους που μπορούν να γίνουν δεκτοί μόνο διαμέσου της επιπόλαιης σύγχυσης της πολιτικής χειραφέτησης με τη γενική ανθρώπινη χειραφέτηση».
Είναι σε αυτή ακριβώς τη βάση που επιχειρεί ο Marx να οριοθετήσει τη θεωρία του για τη χειραφέτηση, την πραγματική χειραφέτηση, από την πολιτική, τη μερική χειραφέτηση, υπέρ της οποίας τάσσεται ο Bruno Bauer στη δική του συγγραφή για το εβραϊκό ζήτημα. Σε ένα άλλο επίπεδο ανάλυσης, ωστόσο, το πρόβλημα με την αντιμετώπιση του οποίου αναμετράται ο νεαρός Marx, όπως εύστοχα αναδεικνύει στην εισαγωγή του και ο Γιώργος Ρούσης, είναι η κριτική της τυπικής/νομικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, μεταξύ των οποίων και η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, μέσα από το πρίσμα της ανάγκης για μια πραγματική χειραφέτηση.
Το κορυφαίο ζητούμενο είναι, συνεπώς, για το νεαρό Marx όχι απλά η πολιτική, αλλά η καθολική/ κοινωνική επανάσταση, είναι η άρση της διάκρισης ιδιώτη και πολίτη, στο πλαίσιο μιας πανανθρώπινης κοινότητας δημιουργικών και αλληλέγγυων ατομικοτήτων. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Karl Marx οξύνει στις σελίδες του Εβραϊκού Ζητήματος την κριτική του για τη σχέση κοινωνίας των ιδιωτών και κράτους και ανοίγει νέους δρόμους στην αναζήτηση της ’αληθινής δημοκρατίας’, με στρατηγικό στόχο την απορρόφηση του κράτους/ ψευδούς καθολικού από την ίδια την κοινωνία ως αυθεντική πλέον κοινότητα ελεύθερων προσώπων.
Στο Για το εβραϊκό ζήτημα, είναι αλήθεια, ο Marx ασκεί καταλυτική κριτική στις διακηρύξεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης, θέμα που έμελλε να συνδεθεί με δραματικό τρόπο όχι μόνο με τις εξελίξεις στον καπιταλιστικό κόσμο, αλλά και με εκείνες των καθεστώτων του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Αξίζει, πράγματι, να σταθεί με προσοχή ο σύγχρονος αναγνώστης πάνω από τις σελίδες του μαρξικού κειμένου, στις οποίες ο συγγραφέας του καταγγέλλει, με όλη την εκφραστική σφοδρότητα που διαθέτει, τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα που προσλαμβάνουν αυτές οι διακηρύξεις στο πλαίσιο της αστικής, και με αυτή την έννοια ’εβραϊκής’ κοινωνίας. Η ελευθερία που πραγματώνουν οι αστικές επαναστάσεις, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο Marx, δε διασφαλίζει «τη συνένωση ανθρώπου προς άνθρωπο, αλλά το χωρισμό ανθρώπου από άνθρωπο. […] Αυτή η ατομική ελευθερία και η εφαρμογή της κάνει κάθε άνθρωπο να βλέπει στους άλλους ανθρώπους όχι την πραγμάτωση της δικής του ελευθερίας, αλλά το φραγμό σε αυτή». Γενικεύοντας, μάλιστα, οδηγείται, στο εξής προκλητικό συμπέρασμα:
«Κανένα από τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα, συνεπώς, δεν πάει πέρα από τον εγωιστή άνθρωπο, πέρα από τον άνθρωπο ως μέλος της κοινωνίας των ιδιωτών, δηλαδή [πέρα από] ένα άτομο που αποσύρεται στον εαυτό του, μέσα στα όρια των ιδιωτικών συμφερόντων του και της ιδιωτικής ιδιοτροπίας του, και αποχωρισμένο από την κοινότητα. Ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου, απέχει πολύ από το να γίνεται αντιληπτός ως αντιπροσωπευτικός του είδους του. Αντιθέτως, η ίδια η ζωή του είδους, η κοινωνία, εμφανίζεται σαν πλαίσιο εξωτερικό απέναντι στα άτομα, ως περιορισμός της πρωταρχικής ανεξαρτησίας τους. Ο μόνος δεσμός που τα συνέχει είναι η φυσική αναγκαιότητα, η ανάγκη και το ιδιωτικό συμφέρον, η διατήρηση της ιδιοκτησίας τους και των εγωιστικών εαυτών τους.»
Τι αναζητεί, λοιπόν, ο Marx στρεφόμενος κατά των ‘λεγόμενων ανθρώπινων δικαιωμάτων’; Μια κοινωνία χωρίς ελευθερία, χωρίς ισότητα, χωρίς κατοχύρωση της ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας; Ακριβώς το αντίθετο. Επιχειρεί να καταδείξει με τον πιο σαφή τρόπο ότι όσο παραμένει εν ισχύι η διάκριση ιδιώτη και πολίτη, όσο εξακολουθεί να αναπαράγεται η σχέση κοινωνίας των ιδιωτών και κράτους, η ελευθερία και η ισότητα στερούνται το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, καθώς ο αστός, ο εγωιστής άνθρωπος, ο ιδιώτης, την ίδια στιγμή που ορκίζεται στα δικαιώματα του ανθρώπου αντιμετωπίζει τον άλλο απλά και μόνον ως μέσο για την ικανοποίηση και των πιο πεζών αναγκών του εγώ του. Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος που πείθει τον Marx για την ανάγκη μιας πραγματικής, μιας ανθρώπινης χειραφέτησης. Μόνο μια τέτοια χειραφέτηση, που θα άρει με τη διαλεκτική της τη διάκριση κοινωνίας των ιδιωτών και κράτους, μερικού και (ψευδούς) καθολικού, μπορεί να οδηγήσει σε μια κοινότητα ουσιαστικής ελευθερίας και ισότητας, σε μια κοινότητα που προάγει τη διαμόρφωση πλούσιων σε ανάγκες αλλά και δυνατότητες κοινωνικών ατόμων.
Δε θα ήταν άτοπο να υποστηρίξει κανείς ότι στο Για το εβραϊκό ζήτημα ο Marx, που δεν έχει εντάξει ακόμη οργανικά στην προσέγγισή του το προλεταριάτο ως το υποκείμενο της καθολικής χειραφέτησης, ο Marx, που δεν έχει ‘ανακαλύψει’ ακόμη τον κόσμο της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, χαράσσει ωστόσο με αδρές γραμμές τα θεμελιώδη ερωτήματα που θα τον απασχολήσουν στη συνέχεια του έργου του και των οποίων η σημασία αφορά ολοένα και περισσότερο και τη δική μας εποχή. Σε τελική ανάλυση, όπως θεωρητικά και πολιτικά εύστοχα επισημαίνει και ο Ρούσης, προτρέποντάς μας με τη διεισδυτική εισαγωγή του στη μελέτη του μαρξικού κειμένου, «αυτή η χωρίς κράτος κοινωνία, την οποία αργότερα ο Μαρξ ονόμασε κομμουνιστική, και η οποία δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί, τουλάχιστον στην ολοκληρωμένη της μορφή, με άλλα λόγια με τη μορφή του εβραϊκού Σαββάτου ή της χριστιανικής Κυριακής, δηλαδή της λύτρωσης από την κυριαρχία της καταναγκαστικής εργασίας, την εποχή του Μαρξ, αποτελεί σήμερα τη μόνη εφικτή λύση απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.»

(1) Από το 1932 και μέχρι την παρούσα επανέκδοση, μεσολάβησε, όπως είναι γνωστό, μια ακόμη έκδοση του έργου στην Ελλάδα το 1978 από τον εκδοτικό οίκο Οδυσσέας σε μετάφραση του Γιάννη Κρητικού και με ιστορική και φιλοσοφική εισαγωγή του ιταλού θεωρητικού Mario Rossi, ενός από τους σημαντικούς εκπροσώπους της σχολής του Galvano della Volpe.

Ο Αλέξανδρος Χρύσης διδάσκει Φιλοσοφία της Ιστορίας και Ιστορία των Ιδεών

Δεν υπάρχουν σχόλια: