3/3/24

Requiem

Της Μαρίας Μοίρα
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ, Ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει, Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ.270   
 
Τι λέξη! αναφωνεί συχνά πυκνά ο ήρωας του νέου μυθιστορήματος του Δημήτρη Φύσσα, ένας άνεργος και άστεγος λεξιλάγνος μεσήλικας, πρώην φιλόλογος με το προσωνύμιο «δάσκαλος», που απορεί και εξίσταται κάθε φορά που παρεισδύει στο λόγο του μια εύγευστη, εύηχη ή απλά σπάνια, λόγια, περίεργη και σε αχρησία λέξη. Ο συγγραφέας, καθώς μας συστήνει την παρέα των Σαρίπολων στην οποία μετέχει και ο δάσκαλος (μια ομάδα ετερόκλητων ημιπεριθωριακών νυχτόβιων πλασμάτων, που έλαβε το όνομά της, κύριος οίδε με ποια αφορμή, από τον αείμνηστο νομικό Νικόλαο Σαρίπολο, θεμελιωτή του Δημοσίου Δικαίου στην Ελλάδα, πριν γίνει αμφιθέατρο στη Νομική Αθηνών) σχολιάζει αφοριστικά, σαρκάζει καυστικά και ειρωνεύεται εαυτόν και όλους τους άλλους με πυρετώδη ορμή και βιτριολική έμπνευση. Κινούμενος με άνεση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, μπαινοβγαίνει παιγνιωδώς στη ζωή του ήρωά του, άλλοτε χειραγωγώντας τον και άλλοτε παρασυρόμενος στο δικό του σύμπαν, συνεργός και συμπάσχων, συνένοχος και συνοδοιπόρος σ’ ένα θέατρο του παραλόγου, όπου κατά το μάλλον ή ήττον συμμετέχουμε όλοι, και όχι μόνον ως θεατές.
Η παρέα που συγκεντρώνεται κάθε βράδυ σε ξεχασμένα στέκια στην Πλατεία Συντάγματος ή στην Ομόνοια, απαρτίζεται από λαθρόβιους ημιπαράνομους τύπους, άεργους και άστεγους, διανοούμενους, ερωτύλους και γλεντζέδες, τρελούς και αποσυνάγωγους, ξυλάρμενους και καραβοτσακισμένους, ιδιόρρυθμους και ιδεοληπτικούς, ψυχαναγκαστικούς και ετερόνομους, που συγκεντρώνονται περιστασιακά ή σε τακτική βάση με την ασύνειδη προσμονή να συζητήσουν με πάθος επί παντός επιστητού, εκφράζοντας απόψεις, ιδέες και σκέψεις ενώπιον ακροατηρίου, να ερωτευτούν, να φλερτάρουν, να ψωνιστούν, να αντιπαρατεθούν χάριν παιδιάς, να τσακωθούν λυσσαλέα και να μαλλιοτραβηχτούν ή απλά να βρουν ένα νυχτερινό καταφύγιο όπου θα παρηγορηθούν από τη θέρμη της επικοινωνίας και του μοιράσματος. Σωμάτων και συναισθημάτων, πενθών και τραυμάτων, προσδοκιών και εμμονών, αγωνιών, και ματαιώσεων. Με ή χωρίς ανταλλάγματα, αναστολές, υπεκφυγές και συμβιβασμούς.
Σ’ αυτήν την παρδαλή ευφορική ομήγυρη, σ’ αυτήν την παράξενη σύναξη όπου όλοι είναι αποδεκτοί και καλοδεχούμενοι, με τις καρναβαλικές εκδηλώσεις, τις αποκλίνουσες συμπεριφορές και τα απρόσμενα ξεσπάσματα, παρεπιδημούν για μεγάλα ή μικρότερα χρονικά διαστήματα πρόσωπα όλων των φύλων, των φυλών, των ηλικιών, των ασχολιών και των επιτηδευμάτων: καλλιτέχνες, μανιώδεις ρήτορες, φιλόδοξοι εραστές, ερωτομανείς δεσποσύνες και γραίες ανέραστες από πεποίθηση, πετυχημένοι επαγγελματίες και σκληρά εργαζόμενα κορίτσια, μουσικόφιλοι, θρησκευόμενοι και αγνωστικιστές, άτομα ακαθόριστης σεξουαλικότητας, ποιητές, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και μεταφραστές, λαμόγια, κλεφτρόνια, ζιγκολό και παράσιτα, κουρείς, κομμώτριες και λούστροι, αξιοπρεπείς μετρημένοι συνταξιούχοι, ευκατάστατοι εισοδηματίες, ζευγάρια μεταναστών με παράδοξες ασχολίες και άλλοι πολλοί, ηγετικές φυσιογνωμίες και διάττοντες αστέρες.
Στις νυχτερινές τους συνάξεις συμβαίνουν σοβαρά και ευτράπελα περιστατικά, στεριώνουν και διαλύονται φιλίες, έρωτες και μίση, πηδήματα και τράμπες, συγκατοικήσεις, συνδιαλλαγές και αλληλοβοήθειες. Σαν αυτοσχέδια ψυχοθεραπεία, που μέσα από τις ομαδικές συζητήσεις και τους συμποσιασμούς στοχεύει στην επούλωση της μοναξιάς και της αβεβαιότητας για την επισφαλή θέση της ανθρώπινης ζωής, στην στήριξη της κλονισμένης αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού, ειδικά μετά την κρίση που έριξε στο καναβάτσο τους περισσότερους από τους εν λόγω θαμώνες. Και ο συγγραφέας, σαν μια ακόμα λογοτεχνική περσόνα, συμμετέχει παιγνιωδώς στην πλοκή του μυθιστορήματος. Ενσωματώνει στη δράση τους ήρωες άλλων βιβλίων του και δια στόματος του αφηγητή δασκάλου, του πρώην φιλόλογου και επίδοξου συγγραφέα Στέλιου Μέσκουλα, ανασυνθέτει με ζήλο τα αποσπάσματα του λογοτεχνικού τεχνουργήματος. Αποκαλύπτοντας το ευφάνταστο και εύπλαστο ιδιόλεκτο της παρέας των Σαρίπολων με τα ανήκουστα παρατσούκλια και τις ιδιόρρυθμες τεχνογνωσίες, παρεμβάλλοντας πολιτικοκοινωνικές ερμηνείες και ανθρωπολογικές αναγνώσεις. Εισάγοντας γλωσσικούς ιδιωματισμούς και αρχαιοπρεπείς εκφράσεις του συρμού, υιοθετώντας λέξεις της καθαρεύουσας, της πιάτσας και της αργκό, συνθηματικές νεολαιίστικες ατάκες, απολαυστικές, χυμώδεις κυριολεκτικά και μεταφορικά βωμολοχίες. Έτσι δημιουργείται ένας αιρετικός, εκτροχιασμένος και φρενήρης μικρόκοσμος από αφηγηματικά θραύσματα και σπαράγματα: Πορτραίτα, εκτενή ή σύντομα βιογραφικά σημειώματα, νεκρολογίες, μακροσκελείς κατάλογοι και ανεξάντλητες λίστες προσώπων κα έργων τέχνης, ένα απολαυστικό δοκίμιο για τη γλώσσα και τον νεολογιωτατισμό, νοσταλγικές μαρτυρίες για αθηναϊκά στέκια, συνήθειες, δρομολόγια μιας άλλης εποχής, μιας άλλης γενιάς και μιας άλλης πόλης. Και κυρίως ιστορίες με γέλιο, αλλά πολύ γέλιο, και αυθεντικό κλάμα για την ανθρώπινη ιλαροτραγωδία, που αναβλύζουν μια παράξενη συγκίνηση και μια υποδόρια ανατριχίλα. Για όσα παρήλθαν και για όσα έρχονται.
Ο δε τίτλος του βιβλίου, προφητικός ή μοιραίος; Γιατί έμελλε να είναι το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα, που πέθανε πριν λίγες μέρες.

Μιχάλης Οικονόμου, Ανατολή σελήνης (Κυανή Ακτή), λάδι σε ύφασμα επικολλημένο σε χαρτόνι, 53,5 x 65 εκ, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια: