4/2/24

Jim Morrison (1943-1971)

Το καλλιτεχνικό αδιέξοδο ως προανάκρουσμα του μελλοντικού ζόφου
 
Του Θεόδωρου Βάσση*
Στη μνήμη του Ωραίου, του Τίμιου
Νικόλαου Δ. Βάσση
 
Πριν λίγο καιρό (αρχές Δεκέμβρη 2023) άκουσα από το ραδιοφωνικό σταθμό «Kosmos» δυο, το «ένα ξοπίσω στ’ άλλο», τραγούδια των Doors και διερωτήθην ευλόγως «μπα; πώς κι έτσι;», για να έρθει κατόπιν ο εκφωνητής να υπενθυμίσει ότι «σαν σήμερα γεννήθηκε ο Jim Morrison», ο χαρισματικός τραγουδιστής των Doors και στιχουργός/ποιητής τους. Το γεγονός αυτό μού γέννησε κάποιες (αυθόρμητες) σκέψεις.
Ο Jim Morrison/ James Douglas Morrison (επί το ποιητικότερον) βαίνοντας ανυποψίαστος ( ; ) προς το τέλος της ζωής του, τραγούδησε (προφητικά) «is the death of rock/ is the death of me», επισημαίνοντας την άρρηκτη σύζευξη καλλιτεχνικής ζωής -βιολογικής ζωής (μόνο για τους αυθεντικούς καλλιτέχνες, φυσικά). Ο (βαθιά) πνευματικά καλλιεργημένος, ευαίσθητος και οξυδερκής, αυτός νέος άντρας (27 χρονών) είχε ήδη δει το τέλος της μουσικής Rock, στις διάφορες εκδοχές της, στα τέλη του 60/ στις αρχές του 70 (απεβίωσε στη Γαλλία/ στο Παρίσι, το 1971).
Είχε διαβλέψει το τέλος της μουσικής Rock, όπως αυτός τουλάχιστον  την είχε οραματιστεί (και την είχε πραγματώσει): ως ένα βιωματικό, συλλογικό, θεατρικό δρώμενο σωματικής και ψυχοδιανοητικής απελευθέρωσης από κάθε είδους δεσμά (προσωπικά/ ψυχολογικά και κοινωνικά/ ιδεολογικά).
Έβλεπε ήδη μπροστά στα μάτια του να εκτυλίσσεται το δράμα του εκφυλισμού της εξεγερσιακής Rock μουσικής της μετάλλαξής της, προϊόντος του (καπιταλιστικού) χρόνου, σε ακόμη ένα εμπορευματικό/ καταναλωτικό αγαθό (μια παγίδα, την οποία κι ο ίδιος, το ξερε καλά, δεν είχε αποφύγει).     
Γι’ αυτό και το ευφυές αυτό πλάσμα προσπάθησε να υπερβεί εκείνο το καλλιτεχνικό/ υπαρξιακό κενό που έχασκε μπροστά του, με την καταφυγή σ’ ό,τι πιο αγνό: την ποίηση. Οι φίλοι του (συνάδελφοι μουσικοί, μουσικοί παραγωγοί, ποιητές), με τον συνήθη, πεζό αμερικανικό τρόπο, μιλούν για την επιθυμία/ ανάγκη του Jim Morrison γι’ «αλλαγή πλεύσης»: τον πόθο του γι’ αλλαγή στην «καριέρα» του. Οι λέξεις −και οι πιο «δυνατές»− πάντα είναι «φτωχές» ν’ αποδώσουν τα εσώτερα του καθενός/ της καθεμιάς ας μην τις φτωχαίνουμε κι άλλο. Αν επρόκειτο για «στροφή στην καριέρα» του, ο Jim Morrison απλώς δε θα ταν ο Jim Morrison.
Εδώ πρόκειται, καταφανώς, για υπαρξιακό χάσμα του «βράχου μαύρο», που θα λεγε κι ο μέγας Σολωμός, χωρίς, όμως, να του «γελάν τα λούλουδα». Για το πέρασμα από τραγουδιστής/ στιχουργός Jim Morrison (με δυο, στο μεσοδιάστημα, αν δεν κάνω λάθος, ποιητικές συλλογές), σε «μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας» ποιητή James Douglas Morrison, χρειαζόταν τουλάχιστον μια βαθιά ρήξη με τον πρότερο (αυτοκαταστροφικό) τρόπο ζωής του, προκειμένου να βρει, μέσα σε άλλες συνθήκες, νέους εκφραστικούς/ ποιητικούς τρόπους για τη διατύπωση του καινούργιου ποιητικού του οράματος. Χρειαζόταν μια ριζική ρήξη, ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά», ώστε να φύγει οριστικά από τον φαύλο κύκλο της επερχόμενης κατάπτωσης της μουσικής Rock σε υλικοευδαιμονιστικό υποκατάστατο και να αναχθεί στην άσπιλη θάλασσα της υπαρξιακής - καλλιτεχνικής αυθυπέρβασης. Σ’ αυτό το μεσοστράτι έπεσε.
Η (σιωπηρή) ανευόδωτη καλλιτεχνική/ ποιητική μετάβαση του Jim Morrison προοιωνιζόταν, με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, την έλευση του «αντικοινωνικού» νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (αρχές 70), την οπισθοδρόμηση στον ατομικισμό, όπως γλαφυρά θα εικονίζονταν στη νέα μόδα της Glam Rock (ασχέτως αν προέκυψαν απ’ αυτή και υπέροχα μουσικά έργα), της «εγωλατρικής» κοκαΐνης (αντί του πρότερου «ψυχεδελικού»/ «διασταλτικού της συνείδησης» LSD), του νεοϋορκέζικου club «Studio 54»: από τα (φυσικά) «ρόδινα ακρογιάλια» της συναδελφοσύνης (Venice Beach) στα (τεχνητά) φωτορυθμικά της πολύβουης παγερής μοναξιάς.      
 
*Ο Θεόδωρος Βάσσης είναι φιλόλογος

Γιώργος Τσεριώνης, Μνημείο για τη νεότητα ΙΙ, 2023, ξύλο, σίδερο, καθρέφτης, δέρμα, τσιμέντο, λαδομπογιά, 120 x 80 x 170 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: