20/3/22

Γραφή ανοικτή σε ερμηνείες

Της Μαρίας Μοίρα

ΚΩΣΤΑΣ Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ, Αφαίας και Τελαμώνος, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, σελ. 137.

Οι ιστορίες του Κώστα Κατσουλάρη, οι περισσότερες σύντομες, κάποιες σχεδόν τηλεγραφικές, απευθύνονται ευθέως στον αναγνώστη και ζητούν την προσοχή και τη συνεργασία του. Άλλοτε ανολοκλήρωτες και ασυνεχείς, άλλοτε υπερβατικές και αλλόκοτες, μετέωρες και ακαταστάλακτες, τον εμπλέκουν στα αδιόρατα νήματα του ιστού τους και τον καλούν να πάρει θέση. Να τοποθετηθεί νοερά για την έκβαση της πλοκής, να συνεισφέρει τις δικές του εμπειρίες και να ανασυστήσει τον μύθο κατά βούληση. Ιστορίες - εικόνες, κείμενα - θραύσματα, αφορισμοί ή κατάλογοι, παραθέσεις μηνυμάτων, φωτογραφιών, ιστορικών γεγονότων, εγγράφων, καταθέσεων και δηλώσεων άλλων, που φλερτάρουν με το απροσδόκητο, το ανοίκειο, το παράδοξο. Τραμπαλίζονται φιλάρεσκα στο μεταίχμιο πραγματικότητας και εφιάλτη, ανάμνησης και ψευδαίσθησης, ακροβατώντας σε κάθε λογής όριο. Εκθέτουν την ανασφάλεια και την αμηχανία του ήρωα να επιλέξει ένα δρόμο, του συγγραφέα να αποφανθεί τελεσίδικα και να κατασταλάξει σε μια αφηγηματική στρατηγική. Να δώσει, ως διανοητής και επαΐων, ένα καθησυχαστικό και παρήγορο τέλος στο παράλογο που κυκλώνει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ιστορίες κωμικοτραγικές και ανησυχαστικές, που λειτουργούν σαν ένα πιστόλι κρεμασμένο στον τοίχο, που ακόμα κι αν δεν εκπυρσοκροτήσει μέχρι το τέλος της αφήγησης, έχει δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα αγωνίας και ανασφάλειας κατά Λότμαν, ή σαν μια πόρτα ερμητικά κλειστή που μοιάζει να κρύβει ένα τρομακτικό μυστικό, ή αυτό νομίζει ο θεατής, κατά Χίτσκοκ. Ιστορίες βέβηλες και όμως γοητευτικές που συγκινούν, αποπλανούν και αποσυντονίζουν τον αναγνώστη, οδηγώντας τον να δει τα συνηθισμένα πράγματα με μια οπτική πέραν της καθιερωμένης. Ιστορίες με μια αδρή ποιητικότητα και μια υπόγεια συγκίνηση που σαρκάζουν, παρωδούν και ειρωνεύονται, ξεκινώντας από τον ίδιο τον δημιουργό τους. Σαν ένα παιχνίδι ανατροπών και αμφισημιών που αποτυπώνει έναν κόσμο φυσιολογικό και ταυτόχρονα αντεστραμμένο.
Η συγγραφή των διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη εκτείνεται στο χρόνο από το 2000 μέχρι σήμερα, εκφράζοντας κατά μία έννοια όλη αυτήν την περίοδο των αμφιβολιών, των αντινομιών και των μεταβάσεων. Χαρτογραφεί την πρωτόγνωρη και βίαιη συνθήκη της ασυνέχειας και της αποδιοργάνωσης που κλονίζει κάθε βεβαιότητα απόλυτης σταθερότητας, γραμμικής εξέλιξης και απρόσκοπτης προόδου. Διηγήματα χωρίς συνοχή ύφους ή θεματικής που αρθρώνονται με απρόσμενες συναρμογές και απότομα λακτίσματα της έμπνευσης. Όπως η παρεμβολή στη ροή των διηγημάτων της φωτογραφίας του γέροντα σκεπτόμενου Παλαμά με την λεζάντα: I’ m tired of patriarchy ως άτιτλου διηγήματος, «Άτιτλο (2021)», ή η απλή παράθεση των απίθανων ονομάτων των οδών της πόλης ως καταλόγου, που επιτελεί στο ακέραιο τον προορισμό να ανακαλεί τόπους και συμβάντα αλλά με μια εξόχως σουρεαλιστική επίφαση, «Οδός». Το σεναριακό σχεδίασμα μιας σαπουνόπερας με ήρωα ένα γερασμένο αστέρι του Κινηματογράφου, έναν άνθρωπο βαριά άρρωστο, που αποφασίζει να σκηνοθετήσει τον θάνατό του ώστε να απολαύσει εν ζωή την ακολουθία των μεταθανάτιων θρήνων και αφιερωμάτων και τους ενδοοικογενειακούς κραδασμούς της μακάβριας ιδέας του, «Pitch».
Τις ιστορίες του Κατσουλάρη δεν τις χαρακτηρίζει μόνον η ασάφεια και η απροσδιοριστία αλλά κυρίως μια ανοικτότητα στις ερμηνείες και τις αποκωδικοποιήσεις. Όχι μόνον όταν δηλώνεται ρητά: «Σταδιακή εξασθένιση των ανέμων», αλλά και όταν υπονοείται. Αυτή που αναγκάζει τον γατόφιλο αναγνώστη να διαβάσει τουλάχιστον τρις το διήγημα «Αφαίας και Τελαμώνος» (που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή) μήπως και επιτέλους ανακαλύψει τι ακριβώς συνέβη στη μαύρη γάτα Πίσσα, όταν είχε την έμπνευση να βολτάρει στην πόλη τα μεσάνυχτα προκαλώντας το πεπρωμένο της. Να αναμετρήσει τις ασυναρτησίες που έχει εκστομίσει ή ακούσει από υπεύθυνα χείλη, «Αναγκαία μεταρρύθμιση», «Εθνική Πινακοθήκη». Να αγνοήσει και να προσπεράσει τον άγγελό του υποκύπτοντας σε μια ηθελημένη τυφλότητα, «Πειρασμός στον Άγιο Αντώνιο». Να παρανοήσει με τα λόγια ενός σοφού ψαριού σε μια συνηθισμένη «Κοσμική βουτιά», ή κυρίως να αναλογιστεί πόσα κρυστάλλινα δάκρυα απόμειναν να σκουριάζουν στο περιθώριο της μνήμης του, «Δάκρυα που σκουριάζουν στον καιρό». Κρατώ πάντως την ονειρική εικόνα ενός σκύλου ανεβασμένου σε μια πόρτα-σχεδία, που κοιτά ήρεμα και στωικά, πλέοντας γαλήνια στα βαθειά πράσινα νερά της μετα-βιβλικής πλημμυρισμένης Αθήνας, «Σχεδία».

Εσμεράλδα Μομφερράτου, Αναρρίχηση, 2022, πηλός, ακρυλικό χρώμα, κελύφη τζιτζικιού, 17 x 15 x 7 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: