5/9/21

Γαλλικά εγκλήματα στη μητρόπολη

Γεωργία Κοτρέτσος, "ON GREEK EARTH", 2021, μάρμαρο Διονύσου και ακρυλικό χρώμα, 150 x 150 x 35 εκ. 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΟΥΣΗ

THOMAS CANTALOUBE, Ρέκβιεμ για μια Δημοκρατία, μτφρ.: Δημήτρης Δημακόπουλος, Πόλις, Αθήνα 2021, σελ. 544

Ένας Αλγερινός δικηγόρος φίλα προσκείμενος στο FLN[1], ένας πρώην αντιστασιακός και νυν μέλος του υποκόσμου, ένας τυχοδιώκτης πρώην δωσίλογος, ένας φέρελπις νέος αστυνομικός, υψηλόβαθμα στελέχη της γαλλικής αστυνομίας, ευυπόληπτοι πολιτικοί, παράνομα δίκτυα κακοποιών, σκοτεινές δοσοληψίες και συμβόλαια θανάτου, συνθέτουν ένα δαιδαλώδες σκηνικό γύρω από μια στυγερή δολοφονία, η οποία ως μικρο-ιστορικό γεγονός θα φωτίσει την κοινωνική και πολιτική εικόνα της εποχής, αναδεικνύοντας τους εύθραυστους θεσμούς μιας χώρας που έδειχνε να βρίσκεται σε κατάσταση χάους.
Η έναρξη της ιστορίας τοποθετείται στο 1959. Η Γαλλία βιώνει τους τριγμούς ενός πολέμου που έχει συνταράξει τα πολιτικά και κοινωνικά της θεμέλια. Η τέταρτη γαλλική δημοκρατία έχει καταρρεύσει. Ο Ντε Γκωλ έχει ανέλθει -εκ νέου- στην εξουσία, μέσα από αμφιλεγόμενες -αντιδημοκρατικού χαρακτήρα- διαδικασίες (διαρκές πραξικόπημα το αποκαλούσε ο Μιτεράν), τροποποιώντας εν συνεχεία το σύνταγμα ώστε να αποκτήσει διευρυμένες εξουσίες, οι οποίες του εξασφάλιζαν την απόλυτη κυριαρχία.
Ένα ειδεχθές έγκλημα θα αποτελέσει την αφορμή για να δούμε τους διαύλους μέσα από τους οποίους ο πόλεμος της Αλγερίας διεισδύει στο εσωτερικό της Γαλλίας και κινητοποιεί τα γρανάζια του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού, φωτίζοντας παράλληλα την πολιτική και την ιδεολογία ως έννοιες που συναρθρώνονται τόσο στο πεδίο του ιδιωτικού, μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές, όσο και στη δημόσια σφαίρα, μέσα από τον ρόλο της αστυνομίας, επιφανών πολιτικών, καθώς και του Τύπου, καθιστώντας εντέλει τα εν λόγω όρια (δημόσιου - ιδιωτικού) τόσο δυσδιάκριτα όσο και τα ίδια τα χαρακτηριστικά του πολέμου (πόλεμος ανεξαρτησίας, αποικιοκρατικός πόλεμος, γαλλο-γαλλική σύγκρουση, γεγονότα της Αλγερίας κ.λπ.) Η αφήγηση δεν περιστρέφεται γύρω από ένα πρόσωπο-ήρωα αλλά εναλλάσσεται μεταξύ τριών «χαρακτήρων-κέντρων», οι οποίοι λειτουργούν ως ομόκεντροι κύκλοι, συγκροτώντας έναν πυρήνα ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων.
Η έννοια του γαλλο-γαλλικού πολέμου, όπως συχνά χαρακτηρίζεται ο πόλεμος της Αλγερίας, τονίζοντας την εμφύλια διάστασή του, αποτελεί σημαντική πτυχή του μυθιστορήματος. Μετά τη μάχη του Αλγερίου, το σκηνικό βίας μεταφέρεται πλέον και στις δύο πλευρές της Μεσογείου, αποτελώντας συστατικό στοιχείο μιας ζοφερής καθημερινότητας. Οι μάχες μεταξύ πυρήνων του FLN και μελών της OAS[2] στη γαλλική μητρόπολη κλιμακώνονται, δημιουργώντας ένα πολεμικό σκηνικό το οποίο εξακτινώνεται, διασχίζοντας τα βουνά του Aurès, για να καταλήξει στα παρισινά καφέ, τα οποία αποτέλεσαν συχνά στόχους βομβιστικών επιθέσεων.
Αξιοσημείωτος είναι, δε, ο τρόπος κατά τον οποίο συμπλέκονται στην ιστορία οι διαδρομές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τον πόλεμο της Αλγερίας. Το τραύμα του Βισύ και ο μύθος της γαλλικής αντίστασης θα αποτελέσουν ένα πρίσμα μέσα από το οποίο διαθλώνται οι ενέργειες, οι πράξεις, οι θέσεις και εντέλει η συγκρότηση της ταυτότητας των υποκειμένων/χαρακτήρων.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ακροβατώντας επιδέξια μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας, ο Cantaloube μας προσφέρει ένα αριστοτεχνικό πολιτικό μυθιστόρημα, το οποίο θα μπορούσε κανείς να πει ότι συνομιλεί με λογοτεχνικά έργα σταθμούς, όπως αυτά των Maurice Attia και Didier Daeninckx (κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Πόλις.[3] Εδώ το ιστορικό περίγραμμα λειτουργεί ως πολιτισμικό πρίσμα και όχι ως αυτοσκοπός του συγγραφέα. Οι χαρακτήρες δεν ξεπροβάλουν ως αποκυήματα της φαντασίας αλλά αναδύονται αρμονικά, σχεδόν αναπόδραστα, μέσα από τις ίδιες τις ιστορικές συνθήκες, δίχως εκβιαστικές απόπειρες ανάδειξης της έννοιας του πολιτικού.
Η εμφάνιση στην πλοκή υπαρκτών πολιτικών-ιστορικών προσώπων και υψηλόβαθμων αξιωματούχων της γαλλικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής της εποχής ενδέχεται να προκαλέσει μια αμηχανία στον/στην αναγνώστη/τρια, εντούτοις οι σκηνές που εκτυλίσσονται αποτελούν αναφορές σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, υπηρετώντας απόλυτα τον σκοπό του συγγραφέα. Το ιστορικό πλαίσιο ενισχύεται και υποστασιοποιείται με τη δημιουργία εικόνων οι οποίες φαντάζουν οικίες στη συλλογική συνείδηση. Ο ιστορικός χρόνος μοιάζει να διολισθαίνει στο παρόν ακολουθώντας μια γραμμική πορεία, γεγονός στο οποίο συμβάλλουν οι σκηνές και οι διάλογοι (πραγματικοί ή φανταστικοί) των ιστορικών προσώπων (Μιτεράν, Παπόν), καθιστώντας τούς/τις αναγνώστες/τριες μετόχους ενός ενεργού παρελθόντος.
Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να δούμε τα παραπάνω με όρους δημόσιας ιστορίας, καθώς μέσω της επιλογής του συγγραφέα να εντάξει στην πλοκή του ιστορικούς χαρακτήρες, ο/η αναγνώστης/τρια καθίσταται υποκείμενο μιας λογοτεχνικής διαδικασίας παραγωγής νοημάτων για το παρελθόν με το οποίο αποκτά εγγύτητα.
Οι ταυτότητες των δρώντων, θυτών-θυμάτων, ηρώων ή προδοτών, εναλλάσσονται, μετασχηματίζονται κι εγγράφονται σε ένα ιστορικό συνεχές του οποίου οι συνδετικοί κρίκοι είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η ιστορία της αποικιοκρατίας. Το παρελθόν λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις με όρους κάθαρσης, καθώς οι πολιτικές του χρήσεις εκβάλουν στο παρόν για να πλαισιώσουν τις ενέργειες των ηρώων.
Οι βετεράνοι, προσλαμβάνουν τον εν εξελίξει πόλεμο της Αλγερίας ως προσπάθεια διατήρησης ή έσχατης αποκατάστασης ενός ένδοξου παρελθόντος μετά το Βισύ και την ταπεινωτική ήττα στην Ινδοκίνα. Στα μετέπειτα χρόνια, η θέση τους ως υποκειμένων στη μεταπολεμική και μετα-αποικιακή ιστορία της Γαλλίας θα αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας. Η έκβαση του πολέμου και η συλλογική λήθη που θα επικρατήσει σχετικά με τα τραυματικά γεγονότα της Αλγερίας, θα ανα-νοηματοδοτήσουν το παρελθόν της Ινδοκίνας, μετασχηματίζοντας ταυτόχρονα τις ταυτότητες και τους λόγους των ηρώων που πολέμησαν, σε θυμάτων που ξεχάστηκαν.
Αν μπορούμε να διακρίνουμε έναν εκ των πυρήνων του μυθιστορήματος, αυτός συγκροτείται γύρω από το παρελθόν του Βισύ, την έννοια της αποναζιστικοποίησης και τον ρόλο της «όψιμης αντίστασης» (résistantialisme) ως εχέγγυο πολιτικής ευυποληψίας, η οποία εξασφάλιζε, αφενός, τη μεταπολεμική ατιμωρησία, αφετέρου, την ενσωμάτωση στον κοινωνικό ιστό και, γιατί όχι, μια επιτυχημένη πολιτική καριέρα. Η περίπτωση του Φρανσουά Μιτεράν αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο Thomas Cantaloube με το πρώτο του μυθιστόρημα επιτυγχάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Αφενός, ανασυστήνει, μέσα από τον ρυθμό και την αφήγηση της ιστορίας του, το κλίμα αβεβαιότητας, κοινωνικού διχασμού και πολιτικής αστάθειας της εποχής, αφετέρου, σκιαγραφώντας τις πολλαπλές σχέσεις των ιστορικών υποκειμένων και το πλέγμα εξουσιών που τις χαρακτηρίζει, αναδεικνύει τον ίδιο τον πόλεμο ως διεργασία η οποία αποτέλεσε ένα κοινωνικό εργαστήρι συγκρότησης ταυτοτήτων. Οι σιωπές, οι μνήμες, η λήθη, οι προσλήψεις και οι αναπαραστάσεις αυτών των τραυματικών γεγονότων θα αποτελέσουν στα επόμενα χρόνια το μεγάλο διακύβευμα, καθώς οι εικόνες της Αλγερίας, άλλοτε ξεθωριασμένες κι άλλοτε έντονες, θα συνεχίσουν να διαχέονται στον δημόσιο λόγο, αποτελώντας κομμάτι της διαχείρισης αυτού που ονομάζουμε αποικιακή κληρονομιά.

* Ο Γιώργος Νούσης είναι υποψήφιος διδάκτορας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

[1] Front de Libération Nationale (Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης).
[2] Organisation Armée Secrète (Οργάνωση Μυστικός Στρατός): Ακροδεξιά παραστρατιωτική οργάνωση η οποία δημιουργήθηκε το 1961 και στόχευε μέσω της ένοπλης δράσης (βομβιστικές επιθέσεις, απόπειρες δολοφονίας) στη διατήρηση της γαλλικής Αλγερίας.
[3] Βλ. Maurice Attia, Το μαύρο Αλγέρι, μτφρ. Μαρία Μηλολιδάκη, Πόλις, 2008 και Didier Daeninckx, Έγκλημα και Μνήμη, μτφρ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Πόλις, 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια: