11/7/21

Για το Mir festival

Νίκος Παναγιωτόπουλος & Πηνελόπη Πετσίνη, “Gedenkstätte Berliner Mauer, Bernauerstrasse

Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Το διεθνές φεστιβάλ περφόρμανς, Mir, μοιάζει με ένα μικρό παράλληλο σύμπαν που, όπως ο διαστημικός σοβιετικός σταθμός από τον οποίο δανείζεται το όνομα του, εισέρχεται για λίγο στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα της Αθήνας. Mir σημαίνει στα ρωσικά «κόσμος» και «ειρήνη», που αντιστοιχεί στη συνύπαρξη διεθνών καλλιτεχνών, πολλαπλών μορφών τέχνης και διαφορετικών τρόπων συνάντησης των θεατών μαζί τους. Μικροί αυτόνομοι κόσμοι φέρουν μέσα τους θραύσματα του πραγματικού. Τα διαφορετικά μεταξύ τους έργα καταφέρνουν να με μετεωρίσουν στον ιδιαίτερο τους ορισμένο χωροχρόνο, ακριβώς επειδή διακρίνονται εμφατικά από τον συνηθισμένο, ενώ διατηρούν συνεχώς δεσμούς μαζί του.
Η παράσταση των Ιταλών Zapruder άνοιξε το φεστιβάλ σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό: ένα πλάτωμα δίπλα στην πλαγιά ενός λόφου από όπου περνά αραιά και που ένα τρένο. Ξανθό, χαμηλό χορτάρι, λευκές, πλαστικές καρέκλες, ένας στενός ασφάλτινος δρόμος, δύο σιδερένιες κατασκευές και μία αιολική μηχανή που κινείται αργά, συγχρονισμένη –τυχαία;– με μια μουσική η οποία θυμίζει Nino Rota. Τους φελινικούς ήχους θα αντικαταστήσει μία σύνθεση από τους πλέον παρεμβατικούς ήχους της πόλης, εκείνους της μοτοσυκλέτας. Οχτώ μηχανές moto cross κινούνται εντός και εκτός δρόμου, παράγοντας ταυτόχρονα μία χορογραφία και ένα έργο noise που μας περικυκλώνει. Ο ήχος, ο οποίος μας αιφνιδιάζει αρνητικά όταν διαρρηγνύει το αστικό ηχοτοπίο, γίνεται τώρα αντικείμενο ακρόασης. Η ένταση αλλάζει τον τρόπο που ενεργοποιείται η προσοχή μας. Εφόσον αποδεχόμαστε τη σύμβαση της εμβύθισης στο εδώ και τώρα, ο ήχος εκτοπίζει την ενόχληση μετατρέποντας τη δυσφορία σε παρουσία. Καθώς οι μοτοσυκλετιστές κινούνται μέσα στο σύννεφο της σκόνης ή στέκονται στη γέφυρα απέναντί μας, τυχαίες σκέψεις για ταξίδια, σύμβολα ελευθερίας και «μοναχικούς καβαλάρηδες» αιωρούνται για λίγο μόνο, πριν απορροφηθούν από την οργανωμένη φασαρία.
Η Sara Leghissa με φόρμα εργασίας, καπέλο, σκούπα και κουβά βγαίνει για μία ιδιαίτερη αφισοκόλληση. Κολλάει μεγάλα λευκά χαρτιά στα οποία φράσεις γραμμένες με κεφαλαία γράμματα σχηματίζουν διαδοχικές προτάσεις. Η πρώτη ορίζει το πλαίσιο: «Αυτή είναι μία δημόσια διάλεξη», «όχι εντελώς νόμιμη». Οι προσωρινές προτάσεις που ξετυλίγουν την άηχη αυτή διάλεξη, μπορούν να διαβαστούν μόνο τη στιγμή και με την ταχύτητα που παρουσιάζονται, διαφεύγοντας έτσι από «τα τηλέφωνα [που] ακούν» και τις «κάμερες παρακολούθησης». Μία διάλεξη που παρανομεί τόσο αφισοκολλώντας όσο και προκαλώντας συναθροίσεις, σημειώνει τις αυξήσεις των ενοικίων, τη συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου και την επιτήρηση, ενώ συνδέει μία πρόταση γάμου με την εξασφάλιση συγκεκριμένων προνομίων. Χωρίς να διδάσκει, να σχολιάζει ή να περιγράφει κατασκευάζει μία αισθητική συνθήκη ικανή να μας απομακρύνει από τη δυσφορία του καθημερινού. Ταυτόχρονα δρα και θέτει επίκαιρες ερωτήσεις, αιχμηρά πολιτικά ακονισμένες από ένα υποδόριο χιούμορ.
Φιγούρες που ακτινοβολούν υπερβολικά, φορώντας σμόκιν, τουαλέτες και περούκες, κατοικούν στην Ουτοπία του Αντώνη Αντωνόπουλου. Παραπέμπουν στον λαμπρό κόσμο του κινηματογράφου και των video clip –μέσα εύκολα προσβάσιμα σε όλους– όπου οι άνθρωποι χορεύουν και τραγουδούν με εξωστρέφεια, χαμογελώντας πλατιά. Τρεις σταρ εμφανίζονται μπροστά από το αστεροσκοπείο, χώρο θεωρητικά στραμμένο στο μέλλον έξω από τη γη. Παρουσιάζουν ένα κολάζ από χορευτικούς συνδυασμούς, χειρονομίες, και «ρουτίνες», περίπου αναγνωρίσιμες, εκτελεσμένες εμφατικά με ατέλειες. Λίγο πριν το τέλος, στην απαστράπτουσα τριάδα προστίθεται μία ανομοιογενής σε ηλικίες και σωματότυπους ομάδα «κανονικών» ανθρώπων. Η προσωπική λάμψη συνυπάρχει με την ευεξία όλων σε μία πράξη συμπερίληψης και χαράς. Άλλωστε, δεν δημιουργεί μία μικρή στιγμή ευτυχίας κάθε φορά που χορεύουμε μαζί;
Σε μια εσοχή του λόφου των Νυμφών, ο κόσμος που δημιουργεί η Nina Santes φιλοξενεί διαδοχικά μονάχα πέντε θεατές. Μας υποδέχονται σιωπηλοί και ακίνητοι ένας καθισμένος έφηβος και τρεις γυναίκες με πρόσωπα καλυμμένα. Το αγόρι, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του συστήνεται και ξεκινά μία συνομιλία. Μοιραζόμαστε τα ονόματά μας, τις συνήθειες μας στην καραντίνα, τις επιθυμίες μας, τις ευχές μας και στο τέλος μία χειρονομία. Οι λέξεις και η κίνησή μας γίνονται πρώτη ύλη για τη δημιουργία χορογραφικών και μουσικών έργων «άμεσης σύνθεσης». Με συνεπαίρνει η σωματικότητα του αγοριού, οι φωνές των γυναικών και ο ευφυής τρόπος με τον οποίο παίζουν με τα δοσμένα υλικά. Περισσότερο ωστόσο εκτιμώ τον τρόπο που οι προσωπικές ετούτες ερωτοαπαντήσεις λειτουργούν υπερβαίνοντας στην πράξη την ενδοσκόπηση. Υποθέτω ότι η τελική σύνθεση δεν θα αλλάζει τόσο δραστικά με κάθε διαφορετική ομάδα θεατών. Ωστόσο, καθώς ένα κομμάτι του έργου βασίζεται στη μεταξύ μας συνδιαλλαγή, αναδεικνύονται εμφατικά οι διαφορές μας, ο τρόπος με τον οποίο σεβόμαστε τους κανόνες της συλλογικής διαδικασίας (εδώ της παράστασης) και κυρίως το πόσο καθοριστική είναι για κάθε εμπειρία η ομάδα των ανθρώπων με την οποία τη μοιράζεσαι.
Αραιά στημένοι προβολείς, μία οθόνη, τα εσωτερικά φώτα ενός αυτοκινήτου πειραγμένου ώστε να μπορεί να παίζει με καθαρότητα και ένταση μουσική και εκείνα του πούλμαν που μετέφερε το κοινό στον υπαίθριο χώρο που άνοιξε το φεστιβάλ ορίζουν την εφήμερη σκηνή μιας παράστασης. Καθόμαστε οκλαδόν και κουβεντιάζουμε ενώ το Rave to Lament ξεκινά απροειδοποίητα στη σιωπή με την προβολή ενός διαλόγου. «Έχεις πάει σε free party?». Η Κατερίνα Ανδρέου ξεκινά το χορό της διαμετρικά αντίθετα από την οθόνη, ενώ από τα ισχυρά ηχεία ακούμε αρχικά σποραδικά μπάσα. Μας παρασύρει έπειτα η δυνατή, αιχμηρή, χορευτική, ηλεκτρονική μουσική (επίσης της Ανδρέου). Έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να συμπυκνώνει τον χρόνο και τον χώρο στις περφόρμανς της. Χωρίς να περιγράφει, δρα, πράττει, εφαρμόζει εξίσου χορό και δραματουργία. Τα rave πάρτι συνιστούν μία πρακτική ορμητικής διασκέδασης: Ασταμάτητος, ενεργητικός, συγκεντρωμένος, υπερβολικός χορός. Ένας χορός ατομικός που δεν αναζητά να γοητεύει, ούτε απασχολείται αν θα ειδωθεί. Μία χειμαρρώδης παράδοξα εσωστρεφής πρακτική που δεν μοιράζεται παρά μία κοινή τοπική και ακουστική γεωγραφία. Κάποια στιγμή η μουσική απλώνεται και μας κυκλώνει παρόλο που χάνει τη έντονη της ρυθμικότητα. Η Ανδρέου κάνει μία στάση, αλλάζει ταχύτητα, λύνει τα δεμένα μαλλιά της, περνά ανάμεσά μας μικραίνοντας και άλλο την απόσταση που μας χωρίζει. Παρεμβαίνει παράδοξα στον χωροχρόνο χωρίς καθόλου να εκβιάζει, κατασκευάζοντας ένα πολύ ιδιωματικό κυκλωτικό κόσμο. Οι παραστάσεις της δημιουργούν ένα εκκωφαντικό, ωστικό κύμα, στην επίδραση του οποίου θέλω να παραμένω πάντα λίγο ακόμη (σαν από ανάγκη). Καθώς τη βλέπουμε να χάνεται στο βάθος, το αίσθημα ετούτο επιβεβαιώνεται: «Η πιο ανεξέλεγκτη γιορτή είναι αυτή που γίνεται από ανάγκη - Από ανάγκη για δράση» διαβάζουμε λίγο πριν το τέλος στην οθόνη.
Η Αγνή Παπαδέλη-Ρωσέτου στην παράσταση Ένας πολύ ειρηρινικός ωκεανός επιτυγχάνει διαστολή του παρόντος. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιο παιχνίδι με την ιστορία του διαστημικού Μιρ καθώς, όταν καταστράφηκε, τα κομμάτια του τάραξαν τον Ειρηνικό ωκεανό. Μία εναλλαγή από σόλι και ντουέτα με τον Νώντα Δαμόπουλο, που τολμά να πειραματιστεί με την παραμόρφωση, τη δυσμορφία και την ατέλεια. Οι εκφράσεις και οι μορφασμοί εμφανίζουν μορφές εμπειρίας, τρόπους ύπαρξης και σωματικότητες οι οποίες θεωρούνται παρεκκλίνουσες σε μία κοινωνία που στοχεύει σε μία έστω και φαινομενική τελειότητα. Οι αναφορές ωστόσο στο «τραύμα», την «ασθένεια» και το «πρόβλημα» μοιάζουν συγκεκριμένες παραμένοντας ταυτόχρονα θολές. Δύο εξαιρετικοί περφόρμερς δημιουργούν την αίσθηση κινητικών γλυπτών. Παρά τον οπτικό «θόρυβο» που μας περιβάλλει στην ταράτσα του Γαλλικού Ινστιτούτου καταφέρνουν να συγκρατήσουν το βλέμμα μας. Τους φαντάζομαι στον «λευκό κύβο» ενός μουσείου. Το ηχητικό περιβάλλον/σκηνικό, παράδοξα καλοκαιρινό μας συγκεντρώνει δίχως να επιβάλλεται. Δεν περιγράφει ο ωκεανός τους ούτε μιμείται. Με μίαν οικονομία ενσαρκώνεται από τα πλάσματά-δημιουργούς του και τα ενσαρκώνει.
Οι έξι ετούτοι διαδοχικοί κόσμοι του Mir δημιουργούν εφήμερα, μοναδικά, ξεχωριστά σύμπαντα που μας μεταφέρουν σε παράλληλους κόσμους. «Παράλληλους» με το καθημερινό, που επιτυγχάνουν να αναστείλουν για λίγο την κανονικότητα, παρεκκλίνοντας από το συνηθισμένο και το πραγματικό με τις άγκυρές τους συνεχώς δεμένες σε αυτό. Μία καλλιτεχνική πλατφόρμα που στέκεται πάνω από τη γη, επειδή ακριβώς στηρίζει το ένα της πόδι έξω από αυτή.

*H Παρασκευή Τεκτονίδου είναι κριτικός, δραματουργός και ερευνήτρια της σύγχρονης χορογραφίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: