11/7/21

Τα ίχνη του ψυχρού πολέμου

Νίκος Παναγιωτόπουλος & Πηνελόπη Πετσίνη, “Berlin- Hochenschönhausen, STASI Remand Prison

Του Χρήστου Βαρβαντάκη*

Ανατολικά και δυτικά του Τείχους […] ένας κόσμος ερειπίων κομμένος στη μέση, χαλάσματα του πολέμου απεικονισμένα σε δύο διαστάσεις.
(John Le Carre, Ο κατάσκοπος που γύρισε απ’ το κρύο)

Όπως όλοι οι τοίχοι είχε κι αυτός δύο πλευρές. Το μέσα και το έξω εξαρτιόταν από ποια πλευρά του στεκόσουν.
(Ursula Le Guin, Ο αναρχικός των δύο κόσμων)

Οι φωτογραφίες της Πετσίνη και του Παναγιωτόπουλου, από την ενότητα/έκθεση “Παλίμψηστο”, ιχνηλατούν τα απομεινάρια του Τείχους του Βερολίνου και του κόσμου που αυτό περιέβαλε και ταυτόχρονα το περιείχε: τα ίχνη μιας εποχής που το Τείχος ήταν μια συγκεκριμένη, υλική οντότητα, άλλα και τη διαδρομή αυτής της εποχής. Η τεκμηρίωση αυτή λειτουργεί ως οδυνηρή υπενθύμιση ότι το Τείχος δεν χτίστηκε μέσα σε μια μέρα, ούτε κατεδαφίστηκε μέσα σε μια νύχτα. Οι επίσημες ιστορίες καταγράφουν την 13η Αυγούστου 1961, την ημέρα που το Τείχος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα παγκόσμια μίντια, όπως ξεχωρίζουν τις εικόνες των ανθρώπων που γκρεμίζουν τμήματά του στις 9 Νοεμβρίου 1989. Αλλά όπως ακριβώς σύνορα υπήρχαν και πριν, όπως οι φράχτες ήδη από τη δεκαετία του 1950, έτσι και το Τείχος και τα ίχνη του (υλικά και άυλα), σώζονται μέχρι σήμερα. Το Τείχος, αλλά και ό,τι προηγήθηκε και ακολούθησε, υπήρξε τόσο ένας τόπος διαστολής του χρόνου όσο και ένα διαχωριστικό όριο στον χώρο – ένας τόπος όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται μπροστά στα ερείπια μιας ημιτελούς ρητορικής συζήτησης.
Το Τείχος ήταν διφορούμενο ήδη από τη στιγμή της σύλληψής του. Για τη Δύση, εξομοιώθηκε με την περίφραξη ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, υποδηλώνοντας μια άμεση γενεαλογία μεταξύ των πρακτικών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Λ.Δ.Γ.) και της Ναζιστικής Γερμανίας. Αντίθετα, για την Λ.Δ.Γ. ήταν το «αντιφασιστικό προστατευτικό τείχος», ένα διαχωριστικό όριο μεταξύ δύο αντίπαλων κόσμων. Ως μία από τις κεντρικές εμβληματικές εικόνες του 20ού αιώνα, το Τείχος σημασιοδοτείται σύμφωνα με την πολιτική βούληση και θέση του καθενός. Αυτά είναι τα ερείπια, η κληρονομιά και οι ιστορίες του, σκέφτομαι καθώς κοιτώ αυτές τις φωτογραφίες, από τις οποίες οι άνθρωποι απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Άνθρωποι υπάρχουν, φυσικά, αλλά εμφανίζονται ως σκιές, ως φωτογραφίες ή ως αγάλματα: διαχρονικές αναπαραγωγές της ανθρώπινης παρουσίας. Υπάρχουν οικείοι χώροι, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος, όπως υπάρχουν διακριτικά ανθρώπινα ίχνη σε όλη τη σειρά, αλλά οι φωτογράφοι αγνοούν σκόπιμα τη σύγχρονη ανθρώπινη παρουσία. Οι εικόνες αναπαριστούν ερείπια, απομεινάρια, ίχνη αυτού που υπήρξε κάποτε η Λ.Δ.Γ. (άρα και το πρώην Ανατολικό μπλοκ συνολικά), θραύσματα -ή μάλλον εγγραφές- της ιστορίας της πόλης. Η πολυπλοκότητα των μέσων με τα οποία εξαλείφονται ή διατηρούνται τέτοια ίχνη είναι επίσης εμφανής στο δεύτερο μέρος, τη σειρά ‘Restricted Areas’ («Ελεγχόμενες περιοχές»). Αυτή η ενότητα καταγράφει χώρους που σχετίζονται με τη διαβόητη Στάζι, οι οποίοι διατηρήθηκαν προσεκτικά, μνημειοποιήθηκαν και εκτίθενται ως τόποι μνήμης ταυτισμένοι με το πρώην Ανατολικό μπλοκ -οι φωτογράφοι φαίνεται να διερευνούν οπτικά και κριτικά πώς η διαδικασία της σημασιοδότησης βοηθά σε αυτή τη σύνδεση της κληρονομιάς της Λ.Δ.Γ. με ένα κράτος τρόμου και επιτήρησης.
Από τα παγωμένα τοπία του ερειπωμένου Τείχους στο πρώτο μέρος (“Aufarbeitung: The Wall”), μέχρι την ψυχρότητα ή θερμότητα του τεχνητού φωτισμού στο δεύτερο (“Restricted Areas”), οι φωτογραφίες είναι ψυχρές· σχεδόν στο σύνολό τους άχρωμες και χλωμές. Αυτό το είδος της εικονογραφίας βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον επανεπινοημένο, ζωντανό και πολύχρωμο κοσμοπολιτισμό του Βερολίνου, τον τρόπο δηλαδή που η πόλη επέλεξε για να μιλήσει για τον εαυτό της, στον εαυτό της και στον υπόλοιπο κόσμο. Οι φωτογράφοι επιμένουν στην ψυχρή, παγερή ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα που υπήρξε κεντρικό εικονογραφικό στοιχείο του Ψυχρού Πολέμου. Με αυτόν τον τρόπο, μοιάζει να επανεξετάζουν κριτικά τις αφελείς αντιλήψεις περί Ψυχρού Πολέμου που τον αντιλαμβάνονται ως μια εποχή με διακριτές ημερομηνίες έναρξης και λήξης· αντ' αυτού εξερευνούν τα ίχνη του (όπως και την απουσία τους) στην εποχή μας. Και το κάνουν μέσω ενός έργου με τίτλο "Παλίμψηστο", σε ένα Βερολίνο το οποίο μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί ένα παλίμψηστο: μια πόλη με συνεχείς εγγραφές, σβησίματα και επανεγγραφές της Ιστορίας.
Στο «Παλίμψηστο», η Πετσίνη και ο Παναγιωτόπουλος λειτουργούν ως ακούραστοι οπτικοί ερευνητές της διαλεκτικής μεταξύ Ιστορίας και λήθης. Παρέχουν ένα εξαιρετικά λεπτομερές οπτικό ντοκουμέντο των διαδικασιών μέσω των οποίων γράφεται η ιστορία· ένα αρχείο των εγχειρημάτων που συντελούνται προκειμένου να παραχθεί μια ενιαία συνεκτική αφήγηση, ένα ενιαίο χρονοδιάγραμμα, μια ενοποιημένη ιστορία της πόλης. Οι αναπαραστάσεις τους μαρτυρούν ότι όποια στοιχεία θεωρούνται υπερβολικά, μοιάζουν αταίριαστα ή υπονοούν πολλαπλότητα, αποδομώντας τις προσπάθειες να κατασκευαστεί μια συνεκτική μοναδικότητα, ωθούνται προς τη διαγραφή με μυριάδες τρόπους: απορρίπτονται, κατεδαφίζονται και επαναπροσδιορίζονται, ή τοποθετούνται σε μουσεία και καταστήματα με σουβενίρ. Η έκθεση αυτή αποτελεί μια τεκμηρίωση όχι της Ιστορίας ή μιας ιστορίας, αλλά των διαδικασιών μέσω των οποίων συντελείται η Ιστορία -το πώς γράφεται και πώς διαγράφεται. Όπως το έθεσε κάποτε η Νάντια Σερεμετάκη, “Ζούμε στην εποχή των σεισμών… Το μέλλον είναι βέβαιο. Αυτό που είναι απρόβλεπτο είναι το παρελθόν ”.

*Ο Χρήστος Βαρβαντάκης είναι ανθρωπολόγος και διδάσκει στο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: