27/9/20

Η σκάλα

ΔΙΗΓΗΜΑ 

Η Μαρία Όκιπιντι είχε να κοιμηθεί για μεσημέρι πολύ καιρό. Συνήθως είχε αυτήν την πολυτέλεια στο πατρικό, όταν το εσπρεσάκι αφημένο πλάι στο κομοδίνο ψιθύριζε «κοιμήσου τώρα που μπορείς» και έδινε γεύση στο θερινό σκοτάδι της απείραχτης κάμαρας με τα παιδικά έπιπλα. 
Αυτήν τη στιγμή θα ήθελε να μοιάζει με ηλιοτρόπιο που στρέφει το κεφάλι του στον ήλιο με περίσσεια απαλή χάρη, ακολουθώντας τη φορά του ανέμου. Αντίθετα, η τελευταία ένοικος που έκανε ακόμη όνειρα εδώ, ένιωθε να στρίβει ένα βαρύ άρμα αναμνήσεων και φόβου, κάθε φορά, ότι δεν θα πάει διακοπές αυτό το καλοκαίρι. Και αν και ήταν εγωιστικό πολύ, μπροστά σε τόσα άλλα σοβαρότερα ζητήματα, εκνευριζόταν και ανήκε στους θυμωμένους αυτής της πόλης. 
Αν η πόλη ήταν άλλη από αυτήν, στην οποία ζούσε, και οι άνθρωποι θα ήταν κάπως άλλοι. Θα είχαν ίσως περισσότερη υπομονή διαβάζοντας και ξεφυλλίζοντας μυθιστορήματα. Αυτή που ζούσε στην Αθήνα τα μισά και βάλε χρόνια της ζωής της, δεν είχε υπομονή με τα μεστά νοήματος και λογοτεχνικά άρτια κατεβατά. Διάβαζε γρήγορα και την δυσκόλευαν με τη ζέστη. Παρόλα αυτά, το σήμερα τη γύριζε πίσω στους κρύους δρόμους της Ρωσίας, όταν δεν χρειαζόταν να έχει βρεγμένα μαλλιά, περπατούσε ευθεία και απεριόριστα με το κεφάλι ψηλά, με την υποχρέωση να μη μπορεί να στρίψει μήτε να ζητήσει μια πληροφορία από έναν περαστικό. 
Οι οχυρωμένες πόλεις έμοιαζαν με ατελείωτες καπναποθήκες της ρωσικής παράδοσης και ξεπηδούσαν ατόφιες μέσα από τα ψηλά, ρωσικά μυθιστορήματα, όταν η Μαρία με τα βαμμένα μάτια δεν έβρισκε κενό να ξαποστάσει, ενόσω πάσχιζε να βγάλει τη σελίδα. Και όσο πιο πυκνό ήταν το διάβασμα, όσο την παίδευε, τόσο το εκτιμούσε, ενώ τεντωνόταν η υπομονή της σαν το αυτί που πιάνει τον ξερόβηχα του πλαϊνού δωματίου. Νερό που βράζει ήταν εκείνος ο ξερόβηχας, σκεφτόταν από μέσα της, κάθε που τη διέκοπτε από την χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα των περασμένων μεγαλείων. 
Την επομένη, προτίμησε να φωτογραφίσει το νέο συντριβάνι της Αθήνας, στην πλατεία Ομονοίας. Τόσα λεφτά ξοδεύτηκαν για αυτό, αλλά στη Μαρία φάνηκε σαν το μαλλί της γριάς να ίπταται ξέφρενα. Οι αλλοδαπές παρουσίες τριγύρω έμοιαζαν να παριστάνουν το μεγάλο ρολόι της γης με ανθρώπους που σίγουρα είχαν πολλά να πουν αλλά δεν τους έδινε ποτέ κανείς το θάρρος παρά μόνο για να εκτελέσουν δουλειές του ποδαριού σε μια πόλη που βαφόταν έξαλλα τώρα στα γεράματα της κρίσης. Πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, ένιωθε την Αθήνα αμήχανη στη διεθνή τουριστική ατζέντα. Αντί για ελιές, ήρθαν κάτι φοίνικες. Σ’ ε φοινί, μονολογούσε. 
Αυτό το καλοκαίρι στην πόλη δεν ήταν περίεργο. Η Μαρία, όμως, ένιωθε περίεργα. Όταν της ερχόταν μια σκέψη καλή, ανακάτευε τα άσπρα βότσαλα μέσα σε ένα μπωλ και συνέχιζε στη ρουτίνα της. Τα δάχτυλα είχαν παίξει με τη θάλασσα και το καλοκαίρι. Προσπαθούσε. Το ίδιο έκανε και όταν ανέβαινε τη σκάλα, καθώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ανέβαινε. Συνέχιζε. Όπως και οι άλλοι. 

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΤΣΑΔΗΜΑ

Αλέξης Ακριθάκης, Άτιτλο (Νίκη), 1972, μικτή τεχνική, μελάνι και κολάζ σε χαρτί, 100 x 70 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: