5/7/20

Μια εξουσία παντού και πουθενά

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Ο Αόρατος Λεβιάθαν. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και ηθική στα χρόνια της κρίσης, εκδόσεις Πόλις, σελ. 477

«Από τη στιγμή που ο νεωτερικός άνθρωπος καλούνταν ταυτόχρονα να προβληματίζεται για το νόημα των υπαρξιακών ατομικών του ελευθεριών και να εγκαθιδρύσει μαζί με τους άλλους τη δημοκρατική εξουσία, το (σχεδόν αδιατύπωτο μέχρι τότε) ζήτημα των σχέσεων που συνέδεαν το αυθύπαρκτο Όλον με τα ελεύθερα μέρη αναδεικνυόταν πλέον σε θεμελιώδες κι απαράκαμπτο διακύβευμα, σε μια πρώτη φάση απλώς θεωρητικό, στη συνέχεια όμως επίσης θεσμικό και πρακτικό». Αυτό το απόσπασμα (σ. 245) από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά διατυπώνει εναργέστατα τη θεμελιώδη αντίφαση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, μια αντίφαση που ο συγγραφέας την προσδιορίζει ως τη «σημαντικότερη ίσως ιστορική και λογική αντίφαση του νεωτερικού πολιτικού λόγου». Ο Κων. Τσουκαλάς εξετάζει το ζήτημα της δημοκρατίας, άρα και της δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών θεσμών, καθώς και τους μετασχηματισμός που υπέστη και εξακολουθεί να υφίσταται – ιδίως κατά την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού – η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, επί τη βάσει τριών αξόνων, τριών ιστορικών φάσεων: είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία του 19ου αι., η δημοκρατία του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και της συναφούς συναίνεσης του κοινωνικού συμβολαίου (1945-1975), την οποία ο συγγραφέας αποκαλεί δημοκρατία των «τριάντα ένδοξων χρόνων» και η σύγχρονη δημοκρατία, η οποία χαρακτηρίζεται από την βαθιά κρίση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, της πολιτική συμμετοχής, του κοινωνικού αποκλεισμού, της αλλαγής των εργασιακών σχέσεων και της αποδιάρθρωσης του Εργατικού Δικαίου, αλλά και της εκτεταμένης πολιτικής υποαντιπροσώπευσης.

Η διεισδυτική ανάλυση του συγγραφέα μάς δείχνει ότι οι συντελεσθείσες αλλαγές τροποποιούν και το ίδιο το νόημα της πολιτικής. Πρόκειται για μια αλλαγή η οποία συνδέεται ουσιωδώς με το γεγονός ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι οργανωμένες σε ένα θεσμικό σύστημα που διαμορφώθηκε εδώ και έναν αιώνα, δηλαδή σε πολύ διαφορετικές συνθήκες. Αυτό αναδεικνύει και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τα οποία συνθέτουν το πρόβλημα της δημοκρατίας, ένα πρόβλημα που αποτυπώνεται σε όλους τους δημοκρατικούς θεσμούς και εκδηλώνεται και ως κρίση νομιμοποίησης αυτών των θεσμών. Έτσι, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αναζητεί, εντοπίζει και περιγράφει όχι μόνο τους θεσμικώς εκδηλούμενους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας, αλλά και τους συναφείς νοηματικούς ανακαθορισμούς της, διότι εξετάζει τη δημοκρατία και ως έννοια η οποία υπόκειται και σε ιστορικώς προσδιορισμένες σημασιολογήσεις. Στο πεδίο αυτών των σημασιολογήσεων η, κατά τον συγγραφέα, σημαντικότερη «ιστορική και λογική αντίφαση του νεωτερικού πολιτικού λόγου» είναι και αυτή που ορίζει το δημοκρατικό παράδοξο. Είναι το παράδοξο της συνάντησης φιλελευθερισμού και δημοκρατίας, έτσι ώστε η φιλελεύθερη δημοκρατία να λογίζεται ως άρση αυτής της αντίφασης. Η ίδια η δημοκρατική αρχή, άλλωστε, αποτελεί σύνθεση ελευθερίας και ισότητας, άρα και προσπάθειας για τη συνεχή εξισορρόπησης της έντασης ανάμεσα σε αυτές τις δύο αρχές.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς εξετάζει τους μετασχηματισμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, άρα και το δημοκρατικό παράδοξο, όχι μόνο κατά την ιστορική διαμόρφωση της σύστασης και της λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών και συμμετοχικών θεσμών, αλλά και εστιάζοντας στο μεταπολεμικό σύστημα, δηλαδή στη θεσμική οργάνωση και ολοκλήρωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στις βιομηχανικές κοινωνίες. Πρόκειται, δηλαδή, για το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης αυτών των κοινωνιών, άρα και για τις συνακόλουθες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις συμφερόντων, την εκπροσώπηση αυτών των συμφερόντων, καθώς και τις αντίστοιχες πολιτικές νοηματοδοτήσεις αυτών των σχέσεων. Στο κέντρο της προβληματικής του συγγραφέα βρίσκεται το πρόβλημα του περιορισμού της πολιτικής συμμετοχής και του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Πρόκειται για το πρόβλημα της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης. Αυτό συνδέεται και με καθοριστικές αλλαγές, οι οποίες μετέβαλαν την κοινωνική και πολιτική συνθήκη της περιόδου 1845-1975. Κατά τη διάρκεια, δηλαδή, των «τριάντα ένδοξων χρόνων», οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις του φιλελεύθερου κράτους, δηλαδή η τυπική ισότητα, η ασφάλεια δικαίου, η νομιμότητα, συνδυάζονται και εναρμονίζονται με συλλογικούς σκοπούς, όπως είναι η προστασία των δημοσίων αγαθών, η προστασία της απασχόλησης και της κοινωνικής ασφάλειας, η διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων, της συλλογικής αυτονομίας, καθώς και η διασφάλιση των προϋποθέσεων της βιοτικής αυτοτέλειας, που εγγυώνται και την ίση αξιοπρέπεια όλων. Πρόκειται, δηλαδή, για τις κύριες αρχές του συνταγματικού κοινωνικού κράτους δικαίου.
Αυτή η κοινωνική και πολιτική συνθήκη αλλάζει με τη μετάβαση στη μεταβιομηχανική κοινωνία, αλλά και την πλήρη άρση των περιορισμών της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, δηλαδή με τη διεθνοποίηση της οικονομίας. Με αυτή την αλλαγή αποπολιτικοποείται η οικονομία και η σχέση αντιστρέφεται: η οικονομία υφαρπάζει τα πρωτεία που κατείχε η πολιτική. Έτσι, πλέον, η οικονομία δεν συνδέεται με την κοινωνική ευημερία και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, αλλά λογίζεται ως απολύτως αποσυνδεδεμένη από την κοινωνική ευημερία. Για την ακρίβεια, ο προσανατολισμός της οικονομίας προς την υπηρέτηση κοινωνικών αναγκών θεωρείται περιορισμός της ελευθερίας. Πρόκειται, όμως, για τη σημασιολόγηση της ελευθερίας ως απεριόριστης οικονομικής, συναλλακτικής δραστηριότητας και αύξησης κέρδους και μόνον αυτό. Σε αυτή τη νέα περίοδο, περιορίζεται η συμμετοχή των πολιτών, ιδιαίτερα των οικονομικώς και κοινωνικώς πιο ευάλωτων, στη δημόσια σφαίρα. Οι πολίτες απομακρύνονται από τους συλλογικούς φορείς, τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα. Ο ίδιος ο  θεσμός του πολιτικού κόμματος, που αποτέλεσε επίτευγμα χαρακτηριστικό ως προς την πολιτικοποίηση της νεωτερικότητας, φθίνει, με αποτέλεσμα να εξασθενούν οι συλλογικές διεκδικήσεις και να εντείνεται η πολιτική υποαντιπροσώπευση, αλλά και η αποσύνδεση της ίδιας της πολιτικής από την αρχή του γενικού συμφέροντος. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν γνωρίσματα και μιας βαθύτερης αλλαγής η οποία αποτελεί δομικό στοιχείο των μεταβιομηχανικών κοινωνιών και η οποία έγκειται στον κερματισμό της εσωτερικής συνοχής τους.
Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού επαναφέρει και το μείζον ζήτημα της σχέσης δημοκρατίας και πολιτικού φιλελευθερισμού, εφόσον η πρόκριση του οικονομικού φιλελευθερισμού, σε βάρος του πολιτικού φιλελευθερισμού, απολήγει σε αυταρχική άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία, συχνά, προσλαμβάνει έως και ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Με αυτόν τον τρόπο, υποβαθμίζεται, όταν δεν απαξιώνεται πλήρως, η πολιτική αντίληψη των «τριάντα ένδοξων χρόνων», ότι δηλαδή η δημοκρατία λειτουργεί – και οφείλει να λειτουργεί – και ως θεσμικώς συγκροτημένη στρατηγική, αποσκοπούσα στην εξασφάλιση των όρων που μπορούν να εγγυηθούν και να ενισχύσουν περαιτέρω την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη. Με άλλα λόγια, καταλύεται ο δεσμός ανάμεσα στη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η εξέλιξη, όμως, επηρεάζει και τα δικαιοκρατικά γνωρίσματα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Επηρεάζει, δηλαδή, και τις θεσμικές εγγυήσεις δικαιωμάτων, την απρόσκοπτη λειτουργία ελεγκτικών μηχανισμών, ικανών να περιορίζουν την πιθανή αυθαιρεσία της κρατικής εξουσίας, του ρόλου τον οποίον επιτελούν τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα, καθώς και την ίδια τη σχέση πολιτικών και δικαιοκρατικών οργάνων.
Σε αυτό το νέο πεδίο, όπως το διαμορφώνει η εξέλιξη των μεταβιομηχανικών κοινωνιών, δεν υπάρχουν απολύτως διακριτές ταξικές σχέσεις. Αυτές αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι μορφές της εργασίας, εφόσον η ίδια η εργασία μετατρέπεται σε υποαπασχόληση εντός ενός πεδίου ελαστικών σχέσεων και ευελιξίας για τον εργοδότη. Είναι η ευελιξία που οφείλεται στη δυνατότητα να δρα ο εργοδότης σε ένα πεδίο, στο οποίο δεν υπάρχουν δικαιικώς οριοθετημένες σχέσεις με τους εργαζόμενους. Είναι ένα πεδίο εκτός και πέραν των κανονιστικών ρυθμίσεων που θέτει το Εργατικό Δίκαιο. Είναι το πεδίο της αυθαιρεσίας. Υπάρχει, όμως, και μια αυθαίρετη εξουσία, η οποία ορίζεται με βάση το ότι δεν κινείται σε απολύτως κανένα πεδίο. Βρίσκεται διαρκώς εν κενώ, ώστε να είναι παντού και πουθενά. Ο «Αόρατος Λεβιάθαν» υπερβαίνει την κοινωνική και πολιτική συνθήκη. Είναι ο ίδιος συνθήκη μιας ακαταγώνιστης, πολυμορφικής ισχύος. Υπάρχει ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει αυτή η συνθήκη; Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι δεν είναι απολύτως σταθερή αυτή η κατάσταση, ότι μπορεί να είναι εν κινήσει. Ωστόσο, τα ερωτήματα παραμένουν: πώς θα αναδιαμορφωθεί η σχέση κράτους και θεσμών; Σε ποιο πεδίο είναι δυνατόν να ανακαθορισθεί η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού; Πώς μπορούμε να κερδίσουμε ξανά τη δυνατότητα να χαραχθούν και να ασκηθούν δημόσιες πολιτικές;
Εν τέλει, όμως, πώς θα ανανοηματοδοτήσουμε την ίδια την πολιτική; Ίσως αυτό το τελευταίο ερώτημα να είναι και η προϋπόθεση για τη στοχαστική επεξεργασία και την πολιτική απάντηση των προηγούμενων ερωτημάτων. Σίγουρα, όμως, είναι το αναστοχαστικό ερώτημα για τον στρατηγικό ρόλο μιας Αριστεράς που θα δοκιμαστεί απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις και ως μείζων αντιπολίτευση και ως μελλοντική κυβέρνηση. Είναι το αναστοχαστικό ερώτημα που ίσως οδηγεί στην επίγνωση και τη συνακόλουθη παραδοχή ότι η Αριστερά είναι ριζοσπαστική μόνο όταν είναι και βαθιά μεταρρυθμιστική. Και μπορεί να είναι και τα δύο αυτά μόνο ως δημοκρατική, σοσιαλιστική Αριστερά. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι είναι και θέση του συγγραφέα. Είναι, όμως, μια κρίση που μπορεί να εκφέρει ο κριτικός αναγνώστης διαβάζοντας αυτό το σημαντικό βιβλίο και προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτή είναι και η ελευθερία του κριτικού αναγνώστη.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Απόλλων Γλύκας, Orbit, 2020, μέταλλο, αλουμίνιο και φωτογραφία

Δεν υπάρχουν σχόλια: