29/12/19

Μια σειρά με σημαντικά παραμύθια

Ανδρέας Μαράτος, Μέσα στη διάφανη γαλήνη



ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ
   
ΜΠΕΑΤΡΙΞ ΠΟΤΕΡ
-Η ιστορία των δύο κακών ποντικιών, μετάφραση Σπάρτη Γεροδήμου
-Ο ράφτης του Γκλόστερ, μετάφραση Νίκος Μαρούδας
-Η ιστορία του σκίουρου Καρυδάκη, μετάφραση Νίκος Μαρούδας
-Η ιστορία του Τομ, του Γατσούλη, μετάφραση Σπάρτη Γεροδήμου
-Η ιστορία της πάπιας Τζέμα Πλατς-Πλουτς, μετάφραση Σπάρτη Γεροδήμου
-Η ιστορία του Πέτρου του Λαγού, μετάφραση Νίκος Μαρούδας
-Η ιστορία του κυρίου Ιερεμία Βρεκεκεξ, μετάφραση Σπάρτη Γεροδήμου
Όλα από τις Εκδόσεις Ερατώ

«Τα πάντα μπορούν να βρεθούν στον Πέτρο τον Λαγό»
                                                                                Malcolm Lowry, Κάτω από το ηφαίστειο

O Walter Benjamin έχει αναλύσει εκτενώς τι γίνεται με το έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής του. Η περίπτωση της Beatrix Potter (1866-1943) και των παραμυθιών της συνδέεται με την εμπορική εκμετάλλευση της ίδιας και των έργων της, από την πρώτη έκδοση τους το 1902 μέχρι και σήμερα, ακολουθώντας αντίστοιχα τη διαδρομή άλλων γνωστών συγγραφέων και βιβλίων: του Λιούις Κάρολ και της Αλίκης, του Μιλν και του Γουίνι, του Τόλκιν και του Χόμπιτ. Η επιτυχία τους δεν προκάλεσε μόνο πολλές και διαφορετικές εκδόσεις των βιβλίων, αλλά συντέλεσε στην παραγωγή και διάθεση εμπορικών προϊόντων. Συνέτεινε επίσης σε μια διαρκή επανερμηνεία και τροποποίηση των ίδιων των κειμένων με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, στην ποικίλη ιδεολογική τους χρήση, αλλά και σε μια απόπειρα να «αποκαλυφθούν» και να «αποκωδικοποιηθούν» όλες οι λεπτομέρειες για τη ζωή των συγγραφέων. Στους διάφορους λόγους που αρθρώνονται για τα «κλασικά» βιβλία και τους συγγραφείς τους, η λογοτεχνική κριτική χρησιμοποίησε ποικίλες θεωρίες και ερμηνευτικά εργαλεία. H Beatrix Potter και οι ιστορίες της συνεχίζουν να τροφοδοτούν την κριτική και την αγορά της παιδικής λογοτεχνίας μέχρι σήμερα, κυρίως, με τον πιο γνωστό ήρωα της σειράς «τον Πέτρο τον λαγό». 

Η έκδοση των πρωτότυπων ιστοριών από τις εκδόσεις Ερατώ, όπως ακριβώς πρωτοεκδόθηκαν στα αγγλικά, είναι ένα εκδοτικό γεγονός που προσκαλεί να επανέλθουμε ως αναγνώστες και αναγνώστριες στο έργο της Potter, αλλά και στην ίδια τη συγγραφέα. Παράλληλα, η άριστη αισθητική των εκδόσεων και το μικρό μέγεθος των βιβλίων, αρχική επιθυμία της  να μπορούν τα βιβλία  πέρα από την αισθητική τους να είναι και ευανάγνωστα  στα παιδιά, συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μια συγκεκριμένη αισθητική και πολιτική πρόταση για παιδιά και ενήλικες: να «ανακαλύψουν» τα κλασικά κείμενα των παραμυθιών της Potter και να τα οικειοποιηθούν εκ νέου.
Ζώντας στη βικτοριανή εποχή η Potter αναφέρεται στο βικτοριανό αξιακό σύστημα, ανατρέποντάς το, ενώ παράλληλα «χρησιμοποιεί» την αγγλική φύση και τα ζώα για να «κατασκευάσει» τον χώρο όπου λαμβάνουν χώρα οι ιστορίες της. Η συγγραφέας αφηγείται περιπέτειες με απλότητα, χρησιμοποιώντας στοιχεία χωρίς ηθικοδιδακτικά κηρύγματα και προτροπές. Μια βόλτα στην εξοχή είναι γεμάτη ανατροπές. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Οι κίνδυνοι ελλοχεύουν παντού. Οι ήρωές της καλούνται διαρκώς να αποφασίσουν πώς θα κινηθούν και βέβαια πώς θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους.  Την ίδια στιγμή, η Potter με ειρωνεία, φλεγματικό χιούμορ και αφηγηματική αποστασιοποίηση ωθεί περίτεχνα τους αναγνώστες της να παρακολουθήσουν τους μετασχηματισμούς ταυτότητας των ηρώων της, καθώς αποφασίζουν να αγνοήσουν την «πεπατημένη οδό». Η συγγραφέας με τον συνδυασμό της αριστοτεχνικής νατουραλιστικής εικονογράφησης της και τη συμπυκνωμένη λιτότητα των κειμένων, κάνει τους αναγνώστες της να νιώσουν οικεία με τα ζώα και να στοχαστούν την ιστορία, χωρίς να προσανατολιστεί σε δημοφιλή δίπολα της εποχής της: «καλό»-«κακό», «έξυπνη συμπεριφορά»-«ανόητη συμπεριφορά», «σωστό»-«λάθος», «συμμόρφωση»-«μη συμμόρφωση».
Στις ιστορίες κυριαρχεί η αγγλική εξοχή, καθώς και η βικτοριανή εποχή, όπου οι ήρωες-ζώα ξέρουν τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, αλλά αποφασίζουν να ακολουθήσουν «άλλους δρόμους». Χρησιμοποιώντας τη βικτοριανή εποχή η Potter την ανατρέπει, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει στις ιστορίες της σε γενικές γραμμές το κλασικό τέλος «και έζησαν αυτοί καλύτερα». Αποτυπώνει ζητήματα τάξης, ιστορίας, ηθικής, οικογενειακών δεσμών και εργασίας και «εκθέτει» τους αναγνώστες της σε μια δημιουργική σύνθεση μέσα από την ανάγνωση. Παραθέτει τα δεδομένα, αλλά όχι τους τρόπους με τους οποίους αυτά συνδέονται και πού καταλήγουν. Καθετί που αντιτίθεται στην «καθεστηκυία τάξη» πραγμάτων έχει σοβαρές συνέπειες. Αυτό είναι ένα βασικό μοτίβο των ιστοριών.
Στον Πέτρο τον λαγό η μαμά προειδοποιεί τα ορφανά παιδιά της: «μην μπείτε στον κήπο του κυρίου ΜακΓκρέγκορ. Ο πατέρας σας είχε ένα ατύχημα εκεί. Η κυρία Μακ Γκρέγκορ τον έκανε πίτα» (σ. 10). Ο Πέτρος αναλαμβάνει το ρίσκο και γλιτώνει την τελευταία στιγμή, χάνοντας τα ρούχα του και το νόστιμο δείπνο.
Ο σκίουρος Καρυδάκης χάνει την ουρά του, επειδή αντί να δελεάζει τον γέρο Μπράουν, την αρσενική κουκουβάγια με νόστιμους μεζέδες, όπως έκαναν τα άλλα σκιουράκια, επέμενε να του «γίνεται στενός κορσές», λέγοντας αστείους γρίφους και τραγουδάκια: «ένας άνθρωπος στην ερημιά με ρώτησε: «πόσες φράουλες φυτρώνουν μες στη θάλασσα;». «Του απάντησα όπως εγώ νόμιζα καλύτερα: «Όσες κι οι κόκκινες ρέγγες που ζουν στο δάσος».
Στην ιστορία του Τομ του Γατσούλη, γιου της κυρίας Ριγέτας Ολοσκοτούρα, ο μικρός γάτος «ασφυκτιά» στα βικτοριανά ρούχα και «εκτινάσσει» κουμπιά από το πάχος του. Απολαμβάνει την ελευθερία του, κάνοντας βόλτες. Η συνάντηση των μικρών γατιών με τις Τρεις Πάπιες συνοδεύεται με τους απολαυστικούς ήχους: «πιτ-πατ-πλατς-πατ! Πιτ-πατ-πλουτς-πατ!».
Η Τζέμα Πλατς Πλουτς «πληρώνει» τον σνομπισμό της και την «αφέλειά» της να μην αναγνωρίσει την αλεπού, χάνοντας τελικά τα αυγά της από τους σωτήρες της.
Οι δύο κακοί ποντικοί δεν ήταν τόσο κακοί, αφού «αποκαλύπτουν» το πραγματικό και το μη πραγματικό, καταστρέφοντας τα «ψεύτικα» φαγητά που δεν ξεκολλούν από το πιάτο  και παίρνοντας από το κουκλόσπιτο πράγματα που είναι χρήσιμα.
H Potter προσανατολίζει τα παιδιά να ακολουθήσουν την ιστορία, ώστε να δουν τι συμβαίνει, αλλά και τι «παραλείπεται» στο κείμενο και τις εικόνες. Η διάταξη του βιβλίου είναι εδώ σημαντική. Το βιβλίο-μινιατούρα, η τοποθέτηση της εικόνας στη μία σελίδα και του «μικρού» κειμένου στην άλλη, το μεγάλο περιθώριο, συντελούν στην αναμέτρηση εικόνας-κειμένου. Έτσι η συγγραφέας επιτυγχάνει κάτι απόλυτα ρηξικέλευθο. Η  χρήση του βιβλίου και όχι μόνο οι κειμενικές του αναφορές «ανατρέπουν» μια γραμμική αίσθηση της πλοκής και παρακινούν τους αναγνώστες σε μια κριτική αποτίμηση των γεγονότων.
Το έργο της Potter παραμένει επίκαιρο, καθώς εμπλεκόμαστε σε μια επίμονη διαδικασία μνήμης, συνθέτοντας την ιστορικότητα του κειμένου σήμερα. Η αντίθεση του στοιχείου της κουλτούρας με εκείνο της φύσης στο έργο της υπενθυμίζει ότι τα πάντα μπορούν να ανατραπούν. Τα ειδυλλιακά τοπία και η φύση είναι παρόντα διαχρονικά στις ιστορίες της. Ωστόσο, η συγγραφέας μας υπογραμμίζει ότι όλα είναι ρευστά και αλλάζουν. Ο κόσμος και οι άνθρωποι υπόκεινται σε διαρκείς αναδιαμορφώσεις. Η ανάγνωσή του συγγραφικού έργου της Potter συνομιλεί με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Θέματα χρόνου και μνήμης κοινά με το έργο του Προυστ. Οι ιστορίες της είναι σαν το γλύκισμα  «μαντλέν» που συντελεί στην ανασύσταση και κριτική αποτίμηση μιας εποχής, που μπορεί  να έχει περάσει, αλλά πολλά από τα διλήμματά της παραμένουν και επιζητούν «εναλλακτικές» επιλογές.
Η έκδοση των βιβλίων της Beatrix Potter, συνειδητά πολιτική πρόταση, ανοίγει τον διάλογο  στην κρίση της εποχής και του βιβλίου, ως προς το πώς διαβάζουμε στο ιστορικό παρόν «κλασικά» κείμενα, καθώς επισημαίνει ότι κάθε λογοτεχνικό κείμενο για να παραμείνει «κλασικό» καλείται να αναμετρηθεί με το παρόν, ώστε να κριθεί η επικαιρότητά του. Ισχυρό πλεονέκτημα των βιβλίων είναι και οι γλωσσικές επιλογές των μεταφραστών που τηρούν το ύφος και τη γλωσσική λιτότητα της συγγραφέα.
Κλείνοντας, η επιλογή της Potter να παραμείνει αντισυμβατική μέχρι το τέλος της ζωής της, εναντίον των προσδοκιών του περιβάλλοντος ως προς το φύλο της είναι πολύτιμη. Όπως αναφέρεται και στο σύντομο βιογραφικό που παρατίθεται στο τέλος των βιβλίων, η ίδια «ασχολήθηκε με την καταγραφή και την εικονογράφηση των μανιταριών», ως μυκητολόγος, και συνέβαλε με την αγορά και δωρεά μετά το θάνατό της εκτάσεων στην περιοχή Lake District στη διαφύλαξη της «φυσικής κληρονομιάς». Παράλληλα, διεκδίκησε την οικονομική της ανεξαρτησία, αντιτέθηκε στις συμβάσεις της εποχής, αρνούμενη να παντρευτεί σε μικρή ηλικία κάποιον της τάξης της, και έζησε τον έρωτά της με τον εκδότη της μέχρι τον θάνατό του, λίγο πριν τον γάμο.

Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος (ΜΑ, Ph.D)

Δεν υπάρχουν σχόλια: