12/2/17

Κορίτσια στα μαύρα

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΗΝΑ

ΆΝΤΖΕΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗ, Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 100

To the center of the city where all roads meet, waiting for you/
To the depths of the ocean where all hopes sank, searching for you

Τέσσερις αφηγήσεις, που η μια ανατέμνει την άλλη, απαρτίζουν τη νουβέλα Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού·  γράφτηκε το 2003 για τον γαλλικό συλλογικό τόμο Athènes, le sable et la poussière και επανεκδίδεται από την Εστία, επεξεργασμένη εκ νέου από τη συγγραφέα. Οι τέσσερις αυτές αφηγήσεις εγγράφονται στο συγκείμενο της ζωής στην Αθήνα στη δεκαετία του ’80. Πιο συγκεκριμένα, σε κάποια συνοικία των Δυτικών Προαστίων που αποκαλείται από τους περιοίκους γειτονιά της κολάσεως – μετωνυμία ίσως του Hells Kitchen της Νέας Υόρκης. Η επιλογή αυτή της συγγραφέα τονίζει την ταξικότητα των χαρακτήρων της, στοιχείο που είναι έντονο στο βιβλίο. Έντονη είναι επίσης και η φεμινιστική οπτική της, καθώς δεν απαντούν αντρικοί χαρακτήρες. Πρόκειται εν τέλει για μια νουβέλα ενηλικίωσης, για την ιστορία μιας κοριτσίστικης φιλίας.
Παρακολουθούμε λοιπόν την πορεία προς την ενηλικίωση τεσσάρων κοριτσιών: της Ιωάννας, της Σοφίας, της Ραχήλ και της Κατερίνας. Μεγαλώνουν φορώντας μαύρα και πιστεύοντας στον Ian Curtis, όπως σημειώνει η συγγραφέας, η οποία έχει φροντίσει να μας προετοιμάσει για τις μουσικές και αισθητικές επιλογές των ηρωίδων της, εισάγοντας το βιβλίο με τους στίχους του “Shadowplay” των Joy Division. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με τέσσερα outsiders που μεγαλώνουν σε ένα μάλλον αφιλόξενο περιβάλλον, το οποίο βαραίνει το υποβαθμισμένο αστικό τοπίο. Ανάμεσά τους, αυτή που δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση από το σχολικό κλπ. περιβάλλον είναι η Ραχήλ, λόγω της ξενικής καταγωγής της και των προχωρημένων –για την Ελλάδα της εποχής εκείνης- αντιλήψεών της. Εξάλλου αυτή ήταν που μύησε τις τρεις φίλες της στους Joy Division και στην αισθητική του post punk/dark wave.    

Έκκεντρη θέση στη νουβέλα της Δημητρακάκη έχουν άλλοι δύο χαρακτήρες: η καθηγήτρια Ισμήνη Ναρδή, που διδάσκει ιστορία στο σχολείο όπου φοιτούν οι τέσσερις φίλες και η νεαρή ανθρωπολόγος Ελίζα Γεωργίου. Η πρώτη δεν διδάσκει ρουτινιάρικα, αλλά προσπαθεί να εξάψει τη φαντασία και το ενδιαφέρον των μαθητριών της, μιλώντας τους για τα αρχαία, θαμμένα ποτάμια της πόλης, όπως καλή ώρα ο Ερρινυός. Η δε ανθρωπολόγος εκπονεί τη διδακτορική της μελέτη και καταρτίζει ένα «αρχείο μύθων και θρύλων της νεότερης Αθήνας», στους οποίους φυσικά ανήκουν τα αρχαία αυτά ποτάμια.
Η προέλευση και η εξερεύνηση των αστικών μύθων έχουν κεντρική θέση στη νουβέλα της Δημητρακάκη, που αν διαβάζω σωστά, αντιλαμβάνεται την ίδια την πόλη σαν ένα κείμενο. Σαν ένα παλίμψηστο, στο οποίο συναθροίζονται οι αστικοί αυτοί μύθοι. Ο μύθος, λοιπόν, προσαρτά διττό ρόλο στην αφήγησή της Δημητρακάκη: αναφέρεται τόσο στην ίδια τη μυθοπλασία όσο και στην έννοια του αστικού μύθου. Όπως σημειώνει ένας πολύ οξυδερκής συγγραφέας και κριτικός της ροκ κουλτούρας, ο Greil Marcus, «ο μύθος είναι στα μαχαίρια με την Ιστορία, αλλά και η Ιστορία είναι αδιανόητη χωρίς τον μύθο».   
Οι αφηγήσεις είναι αναδρομικές. Μαθαίνουμε εκ των υστέρων τι συνέβη, κάτι καταστροφικό οπωσδήποτε, και «πώς η γοητεία της καταστροφής διαβρώνει την ενηλικίωση των ονείρων». Στην πραγματικότητα αυτό που διαβάζουμε είναι θραύσματα από την έρευνα της ανθρωπολόγου. Η συγγραφέας επιλέγει δύο αφηγηματικούς τύπους: αυτόν την επιστολογραφίας στις περιπτώσεις της Ιωάννας και της Κατερίνας, και αυτόν της προσωπικής μαρτυρίας, της προσωπικής συνέντευξης, στις περιπτώσεις της Ισμήνης Ναρδή και της Σοφίας (απουσιάζει μόνο η αφήγηση της Ραχήλ). Με μεγάλη προσοχή, η Δημητρακάκη διακρίνει αυτούς τους δύο τύπους του λόγου, συνεπώς και της φωνές των αφηγητριών της, άλλοτε ενισχύοντας την πιο συγκροτημένη και στιβαρή σύνταξη του γραπτού λόγου και άλλοτε τονίζοντας τον αυθορμητισμό που ρέει στην προφορικότητα. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η Δημητρακάκη ενσωματώνει στη λογοτεχνία της τεχνικές και εργαλεία που απαντούν συχνότερα σε επιστήμες όπως η ιστοριογραφία ή η κοινωνική ανθρωπολογία.
Οι αφηγήσεις στην παρούσα νουβέλα άλλοτε αλληλοσυμπληρώνονται και άλλοτε αντικρούουν η μία την άλλη. Θα έλεγε κανείς ότι έχουν κάτι το αφερέγγυο, ένα σχήμα που συναντάμε συχνά στη λογοτεχνία του Ναμπόκοφ. Αυτό νομίζω ότι γίνεται σκόπιμα προκειμένου να καταδειχθεί η χρονική απόσταση που χωρίζει τα συμβάντα από την εξιστόρησή τους. Οι τέσσερις αυτές μαρτυρίες δεν θα μπορούσαν παρά να είναι επεξεργασμένες από το εργαλείο που λέγεται μνήμη. Το πώς αντιλαμβανόμαστε κάτι που έχει συμβεί μεταλλάσσεται κατά καιρούς. 
Φεύγοντας από τεχνικά και επιστρέφοντας στο συγκείμενο της νουβέλας, υπάρχει μια φράση που νομίζω ότι συνοψίζει την προβληματική της συγγραφέα. Στον διάλογο της Ισμήνης Ναρδή και της ανθρωπολόγου Ελίζας Γεωργίου, η ιστορικός λέει σε κάποια στιγμή ότι η δεκαετία του ’80 ήταν το κλειδί, το κλειδί για να καταλάβει κανείς την ιστορία της Μεταπολίτευσης. Πράγματι. Στη διάρκεια της δεκαετίας εκείνης, εισήχθησαν για πρώτη φορά στην ελληνική δημόσια σφαίρα, άλλοτε ομαλά και άλλοτε πιο άγαρμπα, πολιτιστικά πρότυπα και πολιτιστικές αναπαραστάσεις πρωτόγνωρα για τις εγχώριες προσλαμβάνουσες – και ο Ian Curtis, που μνημονεύεται στο βιβλίο, ήταν ένα από αυτά. Όσοι πορευτήκαμε από την εφηβεία στην ενηλικίωση στη δεκαετία του ’80 ήμασταν κατά κάποιο τρόπο Absolute Beginners, για να θυμηθούμε το σπουδαίο μυθιστόρημα του Colin McInnes.

Συγχρόνως βέβαια, ήταν και η δεκαετία των μεγάλων ματαιώσεων, είτε μιλάμε για την προσδοκία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας είτε για τον εκσυγχρονισμό του αστικού τοπίου. Με τη διεισδυτική ματιά της, η Δημητρακάκη τις υπογραμμίζει. Οι τέσσερις ηρωίδες του βιβλίου μεγαλώνουν υπό το βάρος αυτής της διαλεκτικής, γνωρίζοντας ότι τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, της δεκαετίας που σημάδεψε το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις ζωές τους για πολλά χρόνια μετά. 

Άγγελος Αντωνόπουλος, Μετέωρο, 2016, ακρυλικά, φωτογραφίες, γραφίτης, 
ξύλινες κορνίζες, bvc, φως, 290 x 165 x 165 εκ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: