31/12/16

H «Άλλη πόλη» της Ηρώς Νικοπούλου

Μορφές σαφώς εξαϋλωμένες, φασματικές, αλλά την ίδια στιγμή προσβάσιμες, καθόλα απτές μέσα στην εικαστική τους ευκρίνεια. Συλλέγω, όση ώρα φιλοξενούμαι στο ευρύτερο χρωματικό πεδίο της Ηρώς Νικοπούλου, τις διακριτές πράξεις αυτοκάθαρσης, τις σκηνές εξαγνισμού στη μέση του μισοφωτισμένου, ερημικού δρόμου, τις απόπειρες εξομάλυνσης των αντιθετικών κλίσεων. Εξορκισμός εμφανώς συνειδητός μιας πόλης δύσμοιρης. Δηλαδή δύσκολης, αλλά σφόδρα ποθητής ταυτοχρόνως. Το άστυ ως τοπίο καταναγκασμών αλλά και ως στίβος αυθυπέρβασης. Η χαρμολύπη της αρχιτεκτονικής, η νοσταλγία των αγρών. Τα επίπεδα που δεν είναι επίπεδα αλλά εγκόλπια ονείρων. Το παιδί είμαι εγώ τώρα, ναι, επιτέλους αποκομμένο από τις δόκιμες μαγγανείες του ψευδορεαλισμού. Έστω για λίγο, για όσο διαρκεί, ως εκ των πραγμάτων, τα διαδοχικά παιχνιδίσματα των καθρεπτισμών στην επιφάνεια των πινάκων. Αποκομίζω ποικίλα τιμαλφή της ύπαρξης. Καθώς αφήνομαι στην περιπέτεια της όρασης, εξοικειώνομαι εν ολίγοις με την ιδέα της αντιστροφής του κοσμοειδώλου. Άλλωστε η έμπειρη τεχνική της Ηρώς Νικοπούλου στο χώρο των απαιτητικών εφαρμογών της ζωγραφικής είναι προ πολλού γνωστή κι άλλο τόσο αποδεκτή: το χρώμα εδώ δεν αναπαριστά απλώς, αλλά στοχάζεται. Και μάλιστα πολλαχώς. Στην «Αίθουσα ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ Καρτέρης», οι τυχεροί φιλότεχνοιδιατηρούν, μεταξύ άλλων,αλώβητο το πλεονέκτημα της μέθεξης: καθίστανται εν ολίγοις μέτοχοι του φαντασιακού υποστρώματος, ήτοι συγκάτοικοι των εικόνων της ζωγράφου μας. Πρόκειται εν ολίγοις για μια πρόσβαση στην απώτερη, στην εμπράγματη αλήθεια.
Από κοντά πάλι, ακουμπώντας σχεδόν τον καμβά. Στην «Αϋπνία» το εικαστικό εγώ υποδύεται το αρχέτυπο του κυνός. Το κάλεσμα του αδέσποτου σκύλου είναι το κάλεσμα της Φύσης. Η άμεση ανάγκη της επαναφοράς των όντων σε ένα ασφαλέστερο, σε ένα δικαιότερο περιβάλλον βίου. Η επανεγκατάστασή μας στη Ζωή. Το αντικείμενο της ζωγραφικής βούλησης ως διακριτό αποτύπωμα δημιουργικής ανανέωσης ζείδωρων ιδεολογημάτων. Αλλά και ως σύνοψη ενός καλώς συγκερασμένου κειμένου διαφυγής. Ακούω: και μην έγωγε θαυμάσια έπαθονπαραγενόμενος. Ο ψίθυρος από τον πλατωνικό Φαίδωνα επανέρχεται. Και μαζί του ένα ζεστό κύμα αναμνήσεων από μιαν πιθανή προϊστορία της ύλης, όταν το πνεύμα δεν θα την αντιστρατευόταν ως το κατεξοχήν αντίπαλον δέος. Η σύγκληση των μορφών, η πρόθεση της συναντίληψης των όγκων πηγάζει αβίαστα ως το κύριο δίδαγμα. Εξ ου και η αίσθηση μιας ευπρόσδεκτης, τελικής γαλήνης. Ισχυρίζομαι ότι η ιαματική δράση της σύνθεσης είναι υπαρκτή στο βαθμό που είναι υπαρκτό εκείνο το λάλον, ιριδίζον πορφυρό χρώμα.
Ισχύει εν προκειμένω η αρχή της διατήρησης των ισορροπιών στο καθαρά χρωματο-γνωσιολογικό επίπεδο. Η επινόηση, το απόλυτο όργανο του αισθητικού υποκειμένου, οδηγείται σε πειστικούς συγκερασμούς με τη μείζονα πραγματικότητα του κόσμου. Εννοώ, όπως προκύπτει από το μάθημα του ΚορνήλιουΚαστοριάδη. Διατυπώνεται στο σύγγραμα του Ο Πολιτικός του Πλάτωνα: «αυτό ακριβώς είναι, κατά μία έννοια, όλη η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης: συλλαμβάνει με τη φαντασία τα πράγματα, τα αποδεικνύει στη συνέχεια με καθαρό συλλογισμό και καθιστά νοητό κάτι που δεν εξαρτάται από εμάς, κάτι που είναι πραγματικό. Πραγματικό με την έννοια ότι ανθίσταται, ότι δεν υποτάσσεται κατά βούλησιν στα σχήματα της σκέψης μας». Κοντολογίς, εισέρχομαι στον διάκοσμο της φιλότητας, στο εύγλωττο χρωμόσωμα της Ηρώς Νικοπούλου, διότι χρειάζομαι ανάσα αγαθού. Συγκρατώ ότι είναι από κάθε άποψη υποδειγματικό το διερμηνευτικό σημείωμα της Ιστορικού τέχνης κυρίας Λήδας Καζαντζάκη, με το οποίο ανοίγει ο οικείος κατάλογος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ


Χρήστος Κωτσούλας (Capten), Μόνος στο σπίτι ΙΙ, 31 x 23 x 4 cm., χαρτόνι, φελιζόλ, νάυλον, στυλό μαύρο

Δεν υπάρχουν σχόλια: