17/5/15

Μικρό σημείωμα κι ένα γλωσσάρι ανθέων

ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΜΗΤΑ

Τι ευθύνες υψώνει ένα σημαντικό ποιητικό έργο; Και τι ο θάνατος, τα τόσα ή δείνα «χρόνια από το θάνατο του ποιητή»; Για αρχή, μας καλεί να πάρουμε στα σοβαρά, επιτέλους, τη φράση του Σεζάν, «ο καλλιτέχνης να μένει στη σκιά, το έργο να ανεβαίνει». Να μιλήσουμε για το έργο, δίχως πια τον δημιουργό. Κάτι που φέρει ως χρέος, έτσι κι αλλιώς, η λεγόμενη «συγχρονική κριτική», μα τώρα βαραίνει στη σκληρή κυριολεξία του.
Είδαμε τα τελευταία χρόνια να πληθαίνουν οι αναφορές στον ποιητή Ηλία Λάγιο. Κάτι ασφαλώς ευπρόσδεκτο, ιδωμένο αντικριστά προς την τότε, «σε ζώντα χρόνο», απούσα ή αμήχανη απόκριση. Κι ωστόσο – εμμένει ένας λόγος, όπου συρρέει (και πάλι!) η αμηχανία με τη στρέβλωση. Και είναι ασυγχώρητος: διότι έχουν μεσολαβήσει έκτοτε οι σημαίνουσες, έστω αυτές οι μετρημένες, γραφές για τον ποιητή (βλ. το αφιέρωμα από το περιοδικό Αντί, έτους 2006, ή τις σταθερές αναφορές των «Αναγνώσεων» της Αυγής). Έχουμε πια και τα συγκεντρωμένα ποιήματα του Λάγιου, από τον «Ίκαρο». Η κριτική θα πρέπει, επιτέλους, να πράξει. Με γενναιότητα, αρμόζουσα προς ένα ποιητή που αποκαλούσε «πράξεις» τα βιβλία του και «πεπραγμένα» την ποιητική του. Με αύξουσα –θα προσθέταμε– ευθύνη, ανάλογη προς την αξία του έργου. Τι νόημα, εξάλλου, έχει να μιλάει η κριτική για την τομή που φέρει ένα έργο στα ποιητικά, εδώ, πράγματα, χωρίς να σκύβει πάνω στις αξιώσεις (ή τα σύστοιχα, της τομής, κριτήρια) που το ίδιο το έργο θέτει.
Είναι εύκολο να αφήσουμε εκτός πεδιάς (αλλ’ όχι εκτός ψόγου) την αφέλεια ή την κακοποίηση που υποδύεται την κριτική. «Ένας προικισμένος τεχνίτης» (ναι αλλά πώς; τι στο καλό θα πει «προικισμένος» ή «τεχνίτης»;). Ένας «ταξιδιώτης της γλώσσας» (της αγίας, μίας και τρισχιλιετούς ελληνικής, προφανώς…). Ένας «σύγχρονος καταραμένος» (μα ναι, όσοι σε αντιμετωπίζανε ως τρελό, τώρα σου περιφέρουν το ορφανό καπέλο με τα κουδουνάκια...). Τα πράγματα όμως συσκοτίζονται με τις απόπειρες τίμιας κριτικής. Επ’ αυτών οι ακόλουθες νύξεις:
Ο Λάγιος δεν είναι ένας «απόστολος της ρίμας» ή ένας «φετιχιστής της γλώσσας». Ναι, μέσα απ’ το έργο του, «η γλώσσα αφηγείται την ιστορία της, κι η ποίηση τους τρόπους της». Ναι, υπέδειξε και κατόρθωσε όρους να υπερβούμε το γνωστό, πια, δίδυμο αδιέξοδο: τη «σεφερόπληκτη-σινοπουλογενή» ή –το ίδιο κάνει– «ψευδοϋπερεαλίζουσα πεζολογία» της τρέχουσας ποίησής μας (Άρης Μπερλής). Αλλά δεν το πράττει αυτό, ούτε ως νεολυρικός ούτε ως μεταλυρικός –κι ας μας επιτραπούν εδώ οι ετικέτες. Διότι, νομίζουμε, στεγάζουν τις δυο συνήθεις ευκολίες όσων τον διαβάζουν, σήμερα, κριτικά ή τον μανιερίζουν ποιητικά.

Αυτός όμως ουδόλως διεκδικεί ένα λυρικό παράδεισο, που τέρπει με την αυτάρκειά του: «όχι πλέον τέχνη μολυσμένη από τη διακόσμηση». Ούτε και πάλι, απλώς, επιδίδεται σε μεταλυρικές συρραφές, που ανακουφίζουν (έστω) με το στοχαστικό τους πλεόνασμα. Δεν είναι ακριβώς έτσι, όπως το θέτει ο Ευγένιος Αρανίτσης, «όλη κι όλη η περιουσία του: ένας πλάγιος/τρόπος του λέγειν». Ο Λάγιος δεν είναι ούτε πείσμων νοσταλγός, ούτε επιδέξιος παρωδός. Αν δεν απομονώσουμε αυτές τις δύο ερμηνείες, δεν θα μπορέσουμε να μας γίνει κατανοητός ο ορίζοντας (άπειρος, συχνά) και η δύναμη (αφόρητη, για αρκετούς) των στίχων του.
Ο αγώνας του Λάγιου με τις φόρμες, το «δάκρυ δασύ του δεκατρισυλλάβου» και τη «δεκαπεντασύλλαβη πορτοκαλιά», με τη γλώσσα, «από τον υπερσυντέλικο μέχρι τον άκρο μέλλοντα», απηχούν μεν τη φόρτιση για την τελείωση της ποιητικής μορφής («θα φκιαχτεί το γαμημένο το σονέτο»). Και ναι, όπως ορθά σημειώνεται, η συμμετρία της μορφής σκοπεί εντέλει «να συνενώσει τα διεστώτα, να κλείσει μέσα της το γεγονός του κόσμου ως ρήγμα» (Διονύσης Καψάλης). Όμως συνάμα, ο Λάγιος δυσπιστεί και για την κατόρθωση της μορφής («δεν υπάρχει πλέον ικανοποίηση, υπερηφάνεια, στην καλλιέργεια του σκούρου φυτού της δημιουργίας») αλλά και για το γεγονός του κόσμου («αλήθεια, ο άνθρωπος συντίθεται από ελάσσονα αποσπάσματα. Δεν είναι αρκούντως άρτιος... Και ποτέ δεν ήταν»).
Την ένταση αυτή, ο Λάγιος την αγκαλιάζει –και την επεκτείνει, σχεδόν ad nauseam: «την ιστορία της Ιστορίας θα ξαναπώ». Κι έτσι, αντικριστά, εντείνεται η φόρτιση: εκτύπωμα της οποίας είναι η, τόσο ιδιαίτερη, παράφορη ενίοτε, δύναμη του στίχου του. «Παραλλάζω τα πικρά φερσίματα της γλώσσας μου, να σ’ ανταμώσω καρδούλα των πραγμάτων. Ίνα τι δακρύζεις η γραφή μου, ολίγιστή μου, θεμελιώτρα, μακελεύτρα μου; Θ’ αφουγκραστώ ξανά τον καταποντισμένο σφυγμό σου». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, που στον καταποντισμένο αυτό σφυγμό συνηχεί κάτι από το ειρωνικό στρατήγημα του Καρυωτάκη ή το πικρό χιούμορ του Εγγονόπουλου. Μόνο που εδώ ο ορίζοντας δεν είναι, όχι πια, η διεκδίκηση της αστικότητας (Καρυωτάκης) ή η εμμενής της κριτική (Εγγονόπουλος)…    
Τα ολίγιστα παραπάνω δεν φιλοδοξούν, φυσικά, να ανοίξουν καμιά συζήτηση ή να απαντήσουν σε άλλες. Ούτε βέβαια πληρούν τις, αναγκαίες καθώς λέγαμε, προδιαγραφές μιας κριτικής ευθύνης-πειθαρχίας. Το τι κριτικές θα γραφούν με άξονα τον Λάγιο – αλλά και τι ποίηση θα ακολουθήσει, με μέτρο πια και τον Λάγιο, μένει να φανεί. Για την ώρα και την επέτειο, ίσως αρκεί να αποθέσουμε σεμνά εκείνο το παλιό, μα τόσο ταιριαστό, «γλωσσάρι των ανθέων» (Εγγονόπουλος, 1948): «την ποίησιν ή την δόξα;/την ποίηση/το βαλάντιο ή τη ζωή;/τη ζωή/…/την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;/την Γαλάτεια/την τέχνη ή τον θάνατο;/την τέχνη».  

Ο Στέργιος Μήτας (γέν. 1980) είναι ποιητής

Νίκος Κεσσανλής, Μεταδομή, 1977, μικτή τεχνική σε επικολλημένο χαρτί, 100 x 70 εκ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: