15/2/15

Η ανθρωπολογία μπροστά στην κρίση

ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ


ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΤΑΞΙΑΡΧΗΣ (επιμέλεια), Πολιτικές της καθημερινότητας. Σύνορο, σώμα και ιδιότητα του πολίτη στην Ελλάδα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 512

Είναι πολλές οι επιστήμες που απασχολήθηκαν με την παγκόσμια κρίση; Η κοινωνιολογία, οι πολιτικές επιστήμες, η οικονομία, ακόμη και η δημογραφία. Πρόσφατα έστρεψε το ενδιαφέρον της στην κρίση και η κοινωνική ανθρωπολογία, η οποία εξάλλου είναι και η πιο αρμόδια επιστήμη, ιδιαίτερα επειδή ερευνά με βάση τη μεθοδολογία της συστημικής ανάλυσης. Επειδή αυτή η ανάλυση είναι ολική, συνιστά την πιο κατάλληλη μέθοδο έρευνας της παγκόσμιας κρίσης, η οποία έχει κατανοηθεί από όλους ότι συνιστά ολικό φαινόμενο, δηλαδή ότι πρόκειται για αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου (Meadows et al. 1999:192) που συμπαρασύρει όλους τους κοινωνικούς τομείς, αντίθετα προς ορισμένους που πίστευαν αρχικά ότι αποτελεί μία από τις συνήθεις περιοδικές οικονομικές κρίσεις.     

Στο πρώτο ανθρωπολογικό κείμενο, που έγραψε το 1774 ο D. Diderot (1966:490) σαν «Συμπλήρωμα» στο Ταξίδι γύρω από τον κόσμο του Bougaiville, έγραφε ότι «οι κάτοικοι της Ταϊτής, οι (θεωρούμενοι) πιο άγριοι της γης, τηρούν αυστηρά το φυσικό νόμο και βρίσκονται πιο κοντά προς τους σωστούς θεσμούς από οποιοδήποτε πολιτισμένο λαό». Ο Diderot αντιπαρέθετε την κουλτούρα της Ταϊτής προς το απολυταρχικό καθεστώς των Λουδοβίκων εξυπακούοντας το αίτημα της ανατροπής του. Λίγο αργότερα, το 1784, ο Ι. Kant (1947:42-43) διατύπωσε το ίδιο αίτημα, με την πρόταση του «Κοσμοπολιτικού κράτους» και την ισονομία σε όλους αλλά με τη μελέτη της ιστορίας, αντί της εθνογραφίας. Το ξεκίνημα της ανθρωπολογίας με τη μελέτη των απλών ή «πρωτόγονων» κοινωνιών κατά βάθος αποσκοπούσε στην ίδια προοπτική, από την πλευρά της εθνογραφίας, στη βελτίωση της κουλτούρας μας από τη συγκριτική μελέτη των κοινωνιών αυτών. Αφότου, όμως, η ανθρωπολογία θεσμοθετήθηκε στα πανεπιστήμια, υπηρέτησε την αποικιοκρατία, όπως την κατάγγειλε το 1968 η Gough. Oι σύγχρονες, μετά από το 1970, τάσεις της ανθρωπολογίας επανέφεραν την προοπτική της να συμβάλει στον έλεγχο της πορείας της κοινωνίας μας.                           
Η «Εισαγωγή» του Ε. Παπαταξιάρχη βάζει εξαρχής δύο θεωρητικά ζητήματα που συνδέονται με την παραπάνω βαθύτερη προοπτική της ανθρωπολογίας. Το πρώτο αφορά τη σχέση του πολιτικού με το κοινωνικό, όπως παρατηρεί και στο σχετικό κείμενό του ο Α. Κιουπκιολής στις «Αναγνώσεις» (633: 23). O ακαδημαϊκός λόγος τα διαχωρίζει και αποδίδει το λειτούργημα της πολιτικής, καθώς και την πολιτική εξέλιξη της κοινωνίας, αποκλειστικά σε ορισμένα ειδικά άτομα, συνήθως της κυρίαρχης τάξης. Τα πλατειά στρώματα υπακούουν με ευπείθεια στη διαχείριση που τους ασκούν οι πολιτικοί και αποτελούν τη μάζα, με μοναδική παρέμβασή τους στις ψηφοφορίες, αλλά και πάλι χειραγωγούμενοι από τους πολιτικούς. Με το διαχωρισμό αυτό του πολιτικού από το κοινωνικό, οι πολίτες μετατρέπονται σε παθητικά όντα και δεν μπορούν να εξηγηθούν οι κοινωνικές εντάσεις και ρήξεις και, γενικότερα, η κοινωνική δυναμική. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε ότι «οι πιο σημαντικοί παράγοντες των (κοινωνικών) ρωγμών είναι υπόγειοι» (Παπαταξιάρχης 2014:12) ούτε «οι αφανείς πολιτικές κινήσεις και πρακτικές της καθημερινότητας» (ibid. 18) ούτε «η πολιτικά συγκρουσιακή δύναμη των συγκινήσεων και των βιωμάτων» (ibid. 21).                                                                                              
Ο Ε. Παπαταξιάρχης διευκρινίζει πειστικά την άμεση σύνδεση του πολιτικού με το κοινωνικό και τη σημασία του πρώτου στην ανάπτυξη και το μετασχηματισμό του δεύτερου. Πρόκειται για την αναλυτική θεώρηση της κεντρικής θέσης «οι άνθρωποι φτιάνουν την ιστορία τους», που είχαν διατυπώσει σε αντιπαράθεση προς τη μοίρα, την τύχη, τη Θεία Πρόνοια και τους μεγάλους άνδρες, οι G. Vico, K. Marx και G. Childe. Την αρχή αυτή ανέπτυξε ιδιαίτερα η σύγχρονη θεωρία της πρακτικής της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Θεμελιώνεται στη βασική διάκριση της νοόσφαιρας από τη βιόσφαιρα, στην ιδιαιτερότητα του ανθρώπου να στηρίζει τη ζωή του στην επίκτητη μάθηση και όχι στον γενετικό κώδικα, ή στα ένστικτα, στα οποία στηρίζοντα τα άλλα είδη. Η επίκτητη μάθηση, που σημαίνει την επέμβαση στο περιβάλλον, συνδέεται άμεσα με τη δημιουργικότητα που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Σε κάθε δραστηριότητά του ο άνθρωπος περιμένει την κοινωνική αναγνώριση. Πρόκειται για τη βασική επανάδραση της ατομικής πράξης, κατά την οποία η κοινότητα την επιβραβεύει, την διορθώνει ή την απορρίπτει. Το αίτημα της κοινωνικής αναγνώρισης που τροφοδοτεί τη δραστηριότητα συνιστά τη δύναμη. Η δύναμη διαπερνά όλες τις κοινωνικές σχέσεις και τις φορτίζει με αντιθέσεις, οι οποίες ορίζουν την πολιτική και την κοινωνική δυναμική. Επενδύει με πολιτική την καθημερινή πρακτική.                                                                                                
Το δεύτερο θεωρητικό πρόβλημα, στο οποίο συμβάλλει το βιβλίο, αφορά τη διαδικασία μέσα από την οποία «οι διαφοροποιητικές διεργασίες παράγουν εντάσεις», «τα πεδία … διαπραγμάτευσης της διαφοράς (που) συνιστούν σημαντικές εκβολές του κοινωνικού στο πολιτικό» (Παπαταξιάρχης 2014:12, 13). Με άλλα λόγια, η διάκριση ή διαφορά επιφέρει πίεση στις κοινωνικές σχέσεις, η οποία προκαλεί την αντίδραση του ή των άλλων μελών με αποτέλεσμα την ένταση. Από τη συσσώρευση τέτοιων «εκκρεμών» εντάσεων διαμορφώνονται κοινωνικές ζυμώσεις και ρήξεις (ibid. 14). O ανταγωνισμός των δυνάμεων στις κοινωνικές σχέσεις μετατρέπει το κοινωνικό σε πολιτικό.                
Σκοπός του βιβλίου δεν είναι να αντιμετωπίσει την παγκόσμια κρίση αλλά να διερευνήσει το φάσμα των συσσωρευμένων εντάσεων που θα «εκβάλλουν» στον πολιτικό μετασχηματισμό κάτω από την επήρεια της κρίσης και θα δώσουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της χώρας μας σ’ αυτόν. Πολλές από τις εντάσεις αυτές οφείλονται σε ιδιαίτερους ιστορικούς λόγους. Δηλαδή, διερευνάται ο συνδυασμός του παγκόσμιου με το τοπικό. Περιλαμβάνει 16 ειδικότερες μελέτες: Τη ρευστότητα της εθνικής ταυτότητας εξαιτίας του προσδιορισμού της από διεθνείς δυνάμεις, της J. Cowan. Την ασάφεια ή πολλαπλότητα της πατρίδας και το αίσθημα ανασφάλειας που προκαλείται εξ’ αυτών στους πρόσφυγες, του L. Danforth. Το εθνικό στίγμα που υπέστησαν λόγω του Ψυχρού Πολέμου ορισμένοι παραμεθόριοι πληθυσμοί, με αρνητικές επιπτώσεις στην εθνική συνοχή, από την L. K. Hart. Την ρευστότητα ορισμένων συνόρων, που επηρεάζει την εθνική ταυτότητα των κατοίκων, του Ι. Μάνου. Τον συνεχή μετασχηματισμό των συνόρων για πολιτικούς λόγους και τις επιπτώσεις του στο αίσθημα της πατρίδας και της αμοιβαιότητας, της S. Green. Τις παραβιάσεις των διεθνών συμφωνιών, με αποτέλεσμα την αύξηση της ξενοφοβίας σε αντίθεση με την ελεύθερη διέλευση του κεφαλαίου, προκαλώντας σύγχυση και ανασφάλεια, της Ε. Βουτυρά. Την απροσδιοριστία του «ανήκειν» μετά την ένταξή μας στην Ε.Ε., της Ε. Παπαγαρουφάλη, Τη βιολογική διάκριση και τον στιγματισμό των αναιμικών, της Α. Χατζούλα. Τη συγκρότηση της ταυτότητας των υποταγμένων διαμέσου της ενσωμάτωσης του τραύματός τους, της Π. Χαντζαρούλα. Την ιδιόμορφη διάκριση των Φιλιππινέζων, οι οποίες χάρη στν αξιοπρεπή στάση τους θέτουν τη διάκριση σε σύγχυση, της Π. Τοπάλη. Τη συγκρότηση της διαφοράς διαμέσου της οργάνωσης του χώρου, του Κ. Γιαννακόπουλου. Την ένταξη της διάκρισης των φύλων στις εννοιολογήσεις της ιδιότητας του πολίτη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, της Ε. Φουρναράκη. Την καλλιέργεια της διάκρισης των φύλων που διαπνέει τους οδηγούς εγκυμοσύνης, της E. Georges. Τη βιοεξουσία στο σώμα της γυναίκας διαμέσου της απαγόρευσης των εκτρώσεων και του δημογραφικού ελλείμματος, της Α. Αθανασίου. Τη διαμόρφωση σχιζοειδούς υποκειμενικότητας που προκαλείται από τις αντιφάσεις του πολιτικού λόγου με την πραγματικότητα, από τις αμφισημίες του μεταμοντερνισμού και άλλα, της Α. Χαλκιά. Τέλος, τον έντονο μετασχηματισμό που υφίσταται ο γαμήλιος θεσμός, σε σύνδεση με την αδυναμία να δοθεί λύση στο αντίστοιχο ζήτημα για τους/τις ομοφυλόφιλους.                        
Οι παραπάνω μελέτες προσφέρουν πολύτιμο υλικό όχι μόνο για να αποκτήσουμε ένα ενημερωμένο και έγκυρο πανόραμα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας αλλά και για κάθε προσπάθεια να συγκροτηθεί μια γενική θεώρηση της σχέσης και των επιπτώσεων που προκαλεί η παγκόσμια κρίση στη χώρα μας.     
                   
Βιβλιογραφία
Diderot, D., 1966 [1774], «Supplément», στο Bougaiville, L.-A., Voyage autour du monde, Paris, U.G.E.                             
Gough. K., 1968, «New Proposals for Anthropologists», Current Anthropology, 9 (5).
Kant, I., 1947, «La philosophie de l’ histoire», Paris, Gonthier.
Κιουπκιολής. Α., 2015, «Αναθεωρώντας το πολιτικό», «Αναγνώσεις», τχ. 633.
Meadows. D. et al., 1999, Πέρα από τα όρια, Καλαμάτα, Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας.

Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ανθρωπολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια: