14/9/13

Το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας

ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σπύρος Παπαλουκάς, Οστεοφυλάκιο, Λάδι σε καμβά 62x75 εκ. 
ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935 [Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης;], εκδόσεις Ευρασία, σελ. 396

Τα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου τα ευρωπαϊκά κράτη αναζητούν τρόπους διαχείρισης των κοινωνικοπολιτικών μετατοπίσεων που έχουν τεθεί σε κίνηση από το Μεγάλο Πόλεμο και την οικονομική κρίση του ’29. Σε μια συγκυρία που σημαδεύεται από την άνοδο αυταρχικών καθεστώτων, η ανάγκη για μεγαλύτερο παρεμβατισμό του κράτους στο οικονομικό πεδίο, για επίτευξη κυβερνητικής σταθερότητας αλλά και τιθάσευσης της δαιμονοποίησης του κοινοβουλευτισμού κατευθύνει τους συντακτικούς νομοθέτες στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, τη λεγόμενη «εκλογίκευση» του κοινοβουλευτικού συστήματος (parlementarisme rationalisé). Η Ελλάδα, για τους δικούς της, ιστορικά προσδιορισμένους λόγους –ανακατατάξεις στην ταξική διαστρωμάτωση λόγω της έλευσης των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, αναζωπύρωση του εθνικού διχασμού μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935, ανακίνηση του πολιτειακού ζητήματος– πρόκειται να βιώσει μια σειρά θεσμικών και πολιτικών εξελίξεων, οι οποίες θα καθορίσουν το συνταγματικό βίο της χώρας για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Ο συνταγματικός φιλελευθερισμός θα δοκιμαστεί για να καταλήξει τελικά στη νόθευση των πολιτικών θεσμών και τη συρρίκνωση ατομικών και πολιτικών ελευθεριών.

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, μελετώντας την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας και το τέλος της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, τοποθετεί ένα θεμελιακό –όσο και διαχρονικό- ερώτημα στη διαδοχή των γεγονότων του ’35, κρίσιμο όχι μόνο για τη νοηματοδότηση των πολιτικών επιλογών αλλά και τη βαθύτερη κατανόηση συνταγματικών ρυθμίσεων που επιβιώνουν έως σήμερα: υπάρχουν περιστάσεις σε περιόδους κρίσεων όπου η εξυπηρέτηση του γενικού ή δημοσίου συμφέροντος επιβάλλει παρεκκλίσεις από την τήρηση του Συντάγματος; Ξετυλίγοντας το νήμα των δικαιοπολιτικών σταθμίσεων, ο συγγραφέας θα σταθεί στο κυρίαρχο δόγμα της εποχής “salus patriae suprema lex esto”, την επίκληση δηλαδή της σωτηρίας της πατρίδας ως υπέρτατης αρχής εξωσυνταγματικής ισχύος έναντι της οποίας υποχωρούν συνταγματικές διατάξεις οργανωτικού χαρακτήρα και προστασίας ατομικών δικαιωμάτων.
Βρισκόμαστε στην επαύριο της ήττας του κινήματος των βενιζελικών της 1ης Μάρτη, το οποίο κατά το συγγραφέα αποτελεί τομή όχι μόνο σε συνταγματικό και πολιτικό αλλά και πολιτειακό επίπεδο, καθώς το επόμενο διάστημα θα εκδηλωθεί το πραξικόπημα του Κονδύλη, θα καταργηθεί το πρωτοποριακό για την εποχή του Σύνταγμα του 1927, θα επανέλθει η βασιλεία την 3η Νοεμβρίου 1935 και, ως τελευταία πράξη, θα επιβληθεί η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Αυτό όμως που θα μεσολαβήσει είναι μια διαδοχική προσφυγή των κυβερνήσεων Τσαλδάρη και Κονδύλη στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης με την, κατά προφανή αντισυνταγματικό τρόπο, κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Μολονότι η πρακτική αυτή δεν είναι καινοφανής στην ελληνική συνταγματική ιστορία, καθώς αντίστοιχες σημειώνονται και κατά τις προηγούμενες από την εξεταζόμενη δεκαετίες, ωστόσο η έκταση που λαμβάνει αυτή τη φορά το φαινόμενο οδηγεί σε μια ακραιφνή ιδιοποίηση της νομοθετικής λειτουργίας και της συντακτικής αρμοδιότητας από την εκτελεστική εξουσία: το κοινοβούλιο διακόπτει για μεγάλα διαστήματα τη λειτουργία του και παύει να νομοθετεί ενώ η εκτελεστική εξουσία εκδίδει σωρεία συντακτικών πράξεων, ψηφισμάτων και νομοθετικών διαταγμάτων χωρίς καθόλου ή με εξαιρετικά ευρεία εξουσιοδότηση. Ενδεικτικά, από την 1η Μαρτίου έως την 17η Δεκεμβρίου του 1935 δεν υπάρχει ούτε ένας νόμος ψηφισμένος από το νομοθετικό σώμα, ενώ οι κυβερνήσεις Τσαλδάρη και Κονδύλη εκδίδουν στο ίδιο διάστημα 46 συντακτικές πράξεις. Το ρυθμιστικό πεδίο των νομοθετημάτων περιλαμβάνει ακόμη και επουσιώδη ή δευτερεύοντα ζητήματα, με τη σταθερή όμως επίκληση του κατεπείγοντος χαρακτήρα και την αιτιολογία ότι σε περίπτωση αναμονής της συνήθους κοινοβουλευτικής διαδικασίας θα ετίθετο σε κίνδυνο η σωτηρία της πατρίδας ή το γενικότερο συμφέρον. Την αλλοίωση των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος συνοδεύει μια άνευ προηγουμένου παραβίαση ατομικών και πολιτικών ελευθεριών αλλά και εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στη δημόσια διοίκηση, το δικαστικό σώμα και τις ένοπλες δυνάμεις.    
Ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στην ιδεολογική ηγεμονία απόψεων που χαρακτηρίζονται από δυσπιστία για τη δυνατότητα του κοινοβουλευτισμού να συμβάλει στην υπέρβαση της κρίσης: η θέσπιση κανόνων μέσω της κοινοβουλευτικής οδού θεωρείται αναποτελεσματική και βραδεία διαδικασία που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ταχεία επίλυση των οξύτατων οικονομικών ζητημάτων, οι εκπρόσωποι της λαϊκής αντιπροσωπείας απαξιώνονται καθώς θεωρούνται ακατάλληλοι λόγω έλλειψης τεχνοκρατικών γνώσεων αλλά και επειδή ευημερούν εις βάρος των πολλών που δυστυχούν, ο κοινοβουλευτισμός ταυτίζεται με έννοιες όπως συναλλαγή και ευνοιοκρατία. Μέσα σε αυτό το εχθρικό προς το πολιτικό σύστημα κλίμα, το οποίο μάλιστα υιοθετείται λιγότερο ή περισσότερο από το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, δεν προκαλεί εντύπωση ότι στις συζητήσεις για ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας προκρίνονται λύσεις όπως η ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας με εκλογή απευθείας από το λαό –στα πρότυπα του αμερικανικού προεδρικού συστήματος- και η υιοθέτηση άρθρου αντίστοιχου με το περίφημο άρθρο 48 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης για την ενίσχυση των έκτακτων εξουσιών του ΠτΔ. Η ισχυροποίηση, μάλιστα, της εκτελεστικής εξουσίας εμφανίζεται ως η ήπια λύση στην κρίση του κοινοβουλευτισμού έναντι του διλήμματος δημοκρατία ή δικτατορία, δίλημμα που όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας τίθεται επίσημα στις δημόσιες συζητήσεις (βλ. επιστημονικό συνέδριο της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών τον Μάιο του 1932 και έρευνα της εφημερίδας Καθημερινή το 1934).
Στη μελέτη του Σπύρου Βλαχόπουλου ιδιαίτερα καταδεικνύεται και ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας στην ανάπτυξη του «παρασυντάγματος». Το νομικό οικοδόμημα του 1935 μένει ακλόνητο με σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου και κυρίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας αφενός αποδέχονται την αρχή της σωτηρίας της πατρίδας ως υπέρτατο νόμο, αφετέρου εκτιμούν ότι η κρίση για την προσφυγή στο δίκαιο ανάγκης δεν είναι κρίση νομική αλλά πολιτική και κατ’ επέκταση δεν υπεισέρχονται στον έλεγχο των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Στη νομολογιακή νομιμοποίηση επιστρατεύεται το επιχείρημα της ανάγκης ασφάλειας δικαίου ώστε να μην ανατρέπονται νόμοι που έχουν ήδη αναπτύξει τις έννομες συνέπειές τους, παρακάμπτοντας έτσι το γεγονός της ακολουθούμενης αντισυνταγματικής νομοπαραγωγικής διαδικασίας. Θα χρειαστεί να περάσουν δεκατέσσερα χρόνια για να ανασκευάσει το ΣτΕ τη νομολογία του ως προς το ζήτημα αυτό, ενώ ο Άρειος Πάγος θα εμμείνει και μετά το 1949 στη μη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των αναγκαστικών νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων.
Αταλάντευτη απάντηση του συγγραφέα στο κεντρικό ερώτημα της μελέτης του για την παράκαμψη ή τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας είναι ότι ένα Σύνταγμα που εφαρμόζεται σε ανέφελες περιόδους και παραβιάζεται σε δύσκολες εποχές δεν είναι Σύνταγμα. Η θραύση του συνταγματικού πλαισίου ακόμη και μέσα από την παραβίαση τυπικών διατάξεων αλλοιώνει εν τέλει τον ίδιο το δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «η παραβίαση αυτών των οργανωτικών συνταγματικών ρυθμίσεων έθισε το νομικό και πολιτικό κόσμο στην ιδέα της “επουσιώδους” συνταγματικής παραβίασης για τη σωτηρία της πατρίδας (…). Εάν όμως συνάγεται ένα συμπέρασμα από τη μελέτη, αυτό είναι ότι για την κρίση της δεκαετίας του 1930 δεν ευθύνονται οι θεσμοί, και κυρίως δεν ευθύνονται οι συνταγματικοί θεσμοί, αλλά η συστηματική παραβίασή τους».
Διαβάζοντας κανείς την «Κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935» είναι δύσκολο να αποφύγει τις προβολές στη σύγχρονη συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα, με την οποία άλλωστε εντοπίζει αναλογίες ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, η ποιότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και ο θεσμικός ρόλος του νομοθετικού σώματος κινδυνεύουν να βρεθούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην επίκληση της σωτηρίας της πατρίδας ή της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδας του μεσοπολέμου όμως μας προειδοποιεί ότι δεν υπάρχουν αθώες «διαδικαστικές» ή «τυπικές» παραβιάσεις του Συντάγματος και των οργανωτικών αρχών του πολιτεύματος που να μην θίγουν, τελικά, την ίδια την ουσία της δημοκρατικής λειτουργίας.


Η Χρυσούλα Αντωνίου είναι διδάκτωρ Νομικής

Δεν υπάρχουν σχόλια: