6/4/13

«Νεοελληνικός Διαφωτισμός»

Μελετώντας τρόπους μελέτης του

Συνήθως οι επέτειοι δίδουν την ώθηση και για τη διεξαγωγή επιστημονικών συνεδρίων. Μια τέτοια αφορμή ήταν ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ
Αλέξανδρος Βέργης- Χωρίς τίτλο
Κατά την εποχή που εδραιωνόταν ο όρος «Διαφωτισμός», ο Kant (1784) είχε αρνηθεί να συγκατανεύσει ότι διανύεται μια «διαφωτισμένη εποχή» («aufgeklärter Zeitalter»). Απλώς, έγραφε, «ζούμε μέσα σε μιαν εποχή διαφωτισμού» («Zeitalter der Aufklärung»). Κάθε φορά ζυγίζει περισσότερο η διαδικασία από τις επιπτώσεις της, που με τη σειρά τους, βέβαια, επιτρέπουν την αναπαραγωγή —στις εκάστοτε νέες συνθήκες— της διαφωτιστικής πρακτικής (βλ. το βιβλίο μου: Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τα όρια της διακινδύνευσης, Αθήνα 2005, σσ. 15-17, 260-263). Στην εποχή μας με ποιους τρόπους γίνεται αντιληπτή η συμμετοχή μας σε πρακτικές «Διαφωτισμού», αλλά και στους τρόπους μελέτης του;
Ειδικότερα, πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα των τρόπων επίτευξης του «ποιοτικού ποσού» («das qualitative Quantum», κατά τον Hegel) της πνευματικής εργασί­ας; Αν μείνουμε στο πεδίο έρευνας του «νεοελληνικού Διαφωτισμού» μια απόπειρα κωδι­κοποίησης του πλέγματος των αιτίων, που καθιστούν σχεδόν ανέφικτη αυτήν την επίτευξη, θα μας έδιδε τα εξής:
α) η τρέχουσα επικοινωνιακή υπόσταση των βιβλίων (μέσω «κολλη­τών») και των ιδεών τους· β) ο κορεσμός των συνεδρίων, με τις αυτοαναλώσεις των θαμώνων τους· γ) η συχνή πρακτική να συμφύρεται «υποκείμενο» και «αντικείμενο», δηλαδή ο συγγραφέας με τον κριτικό του· δ) η λιποβαρής επιστημολογία της επιστήμης των κειμένων· ε) η «μεταμοντέρνα» αμεριμνησία που αρέσκεται στον οποιοδήποτε «χυλό»· στ) η αντικατάσταση των αναλυτικών εργαλείων από τη χύμα περιγρα­φή· ζ) η αυταρέσκεια ως αυτοπεριορισμός που αποκλείει τη νέα γνώση· η) η σύντμηση του χρόνου μαθητείας και το ανετότερο έτσι «δικαίωμα εισόδου», με τις υπάρχουσες βέβαια εξαιρέσεις, στο πεδίο των ιδεών· θ) η απουσία περιοδικών με κριτές· ι) η θεσμική κατανομή της οικείας επιστημονικής γνώσης, με την τρι­μερή διαίρεση της Φιλοσοφικής Σχολής στην οποία εκπαιδεύονται κυρίως αφιλοσόφητοι ιστορικοί και ανιστόρητοι φιλόλογοι· ια) η πρόδηλη φοβία για τον ιστορικό τρόπο του σκέπτεσθαι·  ιβ) οι υποσημειώσεις σκοπιμότητας που αντί να κοστίζουν αποδεικνύο­νται επωφελείς˙ ιγ) η σπάνια ανταλλαγή «drafts» και η σεμιναριακή τους αντιμετώπιση από άλλους συναδέλφους· λα) η συνεχής έλλειψη εργαλείων βάσης (Λεξικά, Βιβλιογραφίες κλπ.).
Μάλλον θα πρέπει, επιπλέον, να δώσω ένα παράδειγμα «σπατάλης» που θα μπο­ρούσε να καταλογισθεί ως μέρος του εγχώριου ακαδημαϊκού «χρέους». Ας υ­ποθέσουμε ότι διαδραματίζονται οι επόμενες διεργασίες: α) εδραιώνεται «πελατειακή» σχέση μέλους Δ.Ε.Π. και Πρυτανείας· β) λαμβάνεται απόφαση —από την τελευταία που ανανεώνεται— χωρίς την εισήγηση κανενός άλλου ενδιάμεσου συλλογικού οργάνου, ιδίως όταν αυτό δια­θέτει και το κριτήριο της επιστημονικής «αρμοδιότητας»·  γ) αποφασίζεται η έγκριση ποσού 13.000€· δ) τυπώνεται ογκώδες δερματόδετο βιβλίο σε 1000 αντίτυπα· ε) αναζητείται χώρος για την αποθήκευσή του· στ) σε ποιους τάχα να διατεθεί και για ποιο λόγο, ιδίως αν διανέμεται και αποστέλλεται δωρεάν; ζ) στους προπτυχιακούς ή στους μεταπτυχιακούς φοιτητές; η) παρακάμπτεται η δυνατότητα το κύριο σώμα της «αναστατικής» επα­νέκδοσης να έχει ήδη ψηφιοποιηθεί, εδώ και τέσσερα χρόνια (βλ. και άρθρο μου στην Αυγή /«Ενθέματα», 3.3.2013)· θ) ως προς τα περισσότερα μέρη των «Προλεγομένων» τίποτε δεν είναι άγνωστο από τα έως τώρα δημοσιεύματα (1996, 2002 και κυρίως 2007) του επιμελητή· ι) επιπλέον, τα «Προλεγόμενα» δεν λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα δι­εθνούς επιστημονικού συνεδρίου (2006, 2009), αποκλειστικά για το θέμα που αυτά πραγματεύονται (χωρίς, δηλαδή, να «παραμείνει στο περιθώριο της έρευ­νας λόγω ποικίλων δυσχερειών»)· ια) παρεισφρέουν εκατοντάδες ορθογραφικά λάθη· ιβ) «επιπολάζουν», για να στοιχηθώ μ’ αυτήν την πρακτική που όντως είναι ξένη στον «σημερινό» αναγνώστη, δεκάδες εκφραστικά «ολισθήματα»· ιγ) αγνοούνται δεκάδες σημεία σχολιασμού ως προς το περιεχόμενο του κειμένου· ιδ) συγκροτούνται «Ευρετήρια», για παράδειγμα «Εννοιών και Όρων», στα οποία ε­ντάσσονται και τα τοπωνύμια· ιε) κοντολογίς, ποια ανάγκη πράγματι ικανοποίησε μια τέτοια απλόχερη δαπάνη;
    Συνήθως οι επέτειοι δίδουν την ώθηση και για τη διεξαγωγή επιστημονικών συνεδρίων (βλ. §. β΄). Μια τέτοια αφορμή ήταν ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων. Προφανώς ο σχεδιασμός ενός επιστημονικού συνεδρίου προϋποθέτει την υποτύπωση μιας υπόθεσης εργασίας που τελεί, έως την ολοκλήρωσή του, υπό επαλήθευση. Αν όμως είχε προκριθεί, λόγου χάρη, η εξής τιτλοφόρηση: «Ιστορία-Λογιοσύνη. Η Ήπειρος και τα Ιωάννινα από το 1430 έως το 1913», μήπως εξυπαρχής θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα για το ερμηνευτικό βάρος της διάζευξης: «Ιστορία-Λογιοσύνη»; Δηλαδή, αν η «λογιοσύνη» ως αυτοτελής ιδιότητα των «λογίων» ήταν δίπλα και πέρα (αυτό υποδηλώνει η παύλα) από την ιστορία, τουλάχιστον απ’ αυτήν που προσδιορίζεται με δύο ανακριβώς παρατιθέμενα «τεκμήρια» (το ένα είναι ο «Ορισμός» [= Διάταγμα] του Σινάν πασά και το άλλο μέρος ποιήματος του Σικελιανού).
    Επιπλέον, οι σύνεδροι, που θα προσπαθούσαν να πραγματευθούν τη «λογιοσύνη» πώς θα απέτρεπαν την πιθανότητα να μην περιορισθούν στο ένα δέκατο του συνόλου των συνέδρων; Κυρίως, πώς διακριτός αριθμός μελών του συνεδρίου (με μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις ) θα αποδείκνυαν ότι δεν «λογιοτατίζουν» ως «παρέα των Λογάδων»; Τί θα εγγυηθεί ότι θα παρουσιασθεί και ιδίως θα συζητηθεί η συνόψιση της έως τώρα επιστημονικής έρευνας και η παραγωγή νέας; Με «ανακοινώσεις» /«σύμμεικτα» που θα προκύπτουν από μια πανοραμική κατόπτευση — κακέκτυπα «εκθέσεων ιδεών»— του ιστορικού πεδίου, το οποίο ωστόσο θα εκτείνεται από μισόν αιώνα έως μια χιλιετηρίδα; Από το Βυζάντιο «μέχρι σήμερα» και σε κάθε περίπτωση να έχουν στην οθόνη τους οι εισηγητές και οι εισηγήτριες όλη την «οθωμανική εποχή» ή την «Οθωμανοκρατία», τουτέστιν μια «διαδρομή πέντε αιώνων», με τρία λεπτά ξενάγησης ανά αιώνα;  Πώς, τέλος, θα πιστοποιούνταν ότι δεν παρήλασε και κουστωδία ιστοριολογούντων (αριθμολόγων, φοροεπιτρόπων, παραμυθολόγων, ιεροδιδασκάλων, θεολόγων, φιλοσοφοθεολογούντων, εραστών της ιστοριοδιφίας κλπ.) , με τους οποίους θα είχε «συναγελασθεί» επί τετραήμερο ικανός αριθμός υποψηφίων διδακτόρων και νέων επιστημόνων και ο τοπικός τύπος θα καμάρωνε για τους «διακεκριμένους ακαδημαϊκούς» που γέννησε ή φιλοξενούσε η πόλη; Τουλάχιστον, οι υποψήφιοι διδάκτορες θα μπορούσαν να εντοπίσουν το θόρυβο που προκαλούν τα αυτοεπαναλαμβανόμενα λογύδρια ενός τετάρτου της ώρας; Ίσως μ’ αυτές συνολικά τις προϋποθέσεις εύστοχα να είχε αυτοχρισθεί « Α΄ Πανηπειρωτικό Συνέδριο» (και όχι τρίτο)...
          Με το ερώτημα να γίνεται οξύτερο: πού θα οδηγούσε ο συνδυασμός «συμβαντολογικής ιστορίας», αρχειοδιφίας, ιστοριοδιφίας, πρωτοβάθμιας αρχαιολογίας και εκκλησιαστικής ιστορίας; Μάλλον σε βραχύπνοες «περιηγήσεις» ή «ξεναγήσεις» χειρογράφων, «μπουγιουρτιών», μοναστηριών, με ή χωρίς τα «μετόχια» τους, «δημοσίων μνημείων», προικοσύμφωνων, τοπωνυμίων, λεξικογραφίας, μαχών, φωτογραφιών, πινάκων, οικογενειών, συντεχνιών, εορτών, «εθνικών διακηρύξεων» (που ανατρέχουν στο «όμαιμον» του Ηροδότου), «τιμής του Αρχαγγέλ(λ)ου Μιχαήλ» και τέλος «Μεγάλων και Σεπτών Παραδόσεων της Εκκλησίας και του Γένους»; Ίσως έτσι να νιώθουν άνετα όσοι και όσες αποκλείσθηκαν, αρκετές δεκάδες, εφόσον θα είχε προκριθεί η «κλειστή»/ονομαστική πρόσκληση, ή αυτοαποκλείσθηκαν, μια και η επιστολή που έλαβαν είχε παραλήπτες «ελλογιμώτατους». Έτσι οι κατεξοχήν αρμοδιότεροι, στο οικείο πεδίο έρευνας, εντός και εκτός της χώρας, στην πλειονότητά τους αδυνατούν από μακριά να συναγάγουν, χωρίς έστω να έχουν πρόσβαση σε κάποιο είδος περίληψης, μέσα από τους τωρινούς εκκωφαντικούς τίτλους τη βαρύγδουπη «συγκομιδή» των Πρακτικών...

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστή­μιο Ιωαννίνων

1 σχόλιο:

Konstantinos Giakoumis είπε...

Αγαπητοί αναγνώστες,

Ο γράφων είναι από τους συμμετασχόντες στο συνέδριο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο του κ. Νούτσου. Μολονότι η κριτική του αντιπαραβαλλόμενη προς την πραγματικότητα του συνεδρίου ενέχει σημεία που θα πρέπει να προσεχθούν σε παρόμοιες μελλοντικές πρωτοβουλίες, μπορεί να διακρίνει κάποιος σε αυτήν σημεία στα οποία αδικεί το συνέδριο και άλλα στα οποία εμπεριέχει αντιφάσεις:

1. Η παύλα στο δικό μου γλωσσικό ενστικτήριο μπορεί να συνδέει δύο αναλυτικές κατηγορίες αλληλοπεριχωρούμενες, οι οποίες, όμως, έχουν μελετηθεί με διαφορετικό ερευνητικό επίκεντρο (π.χ. Ιστορία-Τέχνη).

2. Η επίθεση στο μακρό χρόνο (longue durée) δείχνει να μην εκτιμά τις συμβολές μιας μεγάλης ιστορικής σχολής που έχει αφήσει έργα-μνημεία στον ηπειρωτικό και ευρύτερο μεσογειακό χώρο.

3. Η επίθεση στους «ιστοριολογούντες» είναι για μένα αδικαιολόγητη. Αναρωτούμαι πώς αντιμετώπιζε το ακαδημαϊκό κατεστημένο της χώρας στην εποχή τους τοπικούς ιστοριοδίφες τύπου Αραβαντινού, Λαμπρίδη, Ζώτου-Μολοσσού, κλπ. ή και νεότερων, οι οποίοι, μολονότι ελλιπώς (ή ουδόλως) καταρτισμένοι και μεθοδολογικώς αδόκιμοι, μας έσωσαν τεκμήρια που οι διαπρεπέστατοι σύγχρονοι ειδικοί παραπέμπουν; Το εξυπονοούμενο μήνυμα «η ιστορία μόνον για τους ιστορικούς» αποκλείει, εντέλει, την ιστορία από τη ζωή.

4. Η ανωτέρω επίθεση έρχεται σε αντίφαση με τον «κορεσμό των συνεδρίων, με τις αυτοαναλώσεις των [Κ.Γ.: προφανώς λίγων και «κολλητών»] θαμώνων τους», τα οποία προφανώς και απεχθάνεται ο συγγραφέας του άρθρου.

5. Μολονότι ο καθηγητής κ. Νούτσος επικρίνει τη «θεσμική κατανομή της οικείας επιστημονικής γνώσης, με την τριμερή διαίρεση της Φιλοσοφικής Σχολής στην οποία εκπαιδεύονται κυρίως αφιλοσόφητοι ιστορικοί και ανιστόρητοι φιλόλογοι», η απόπειρα διαθεματικής ή διατομεϊκής προσέγγισης ενός ευρύτερου ιστορικού γίγνεσθαι σε ένα συνέδριο που έδωσε την ευκαιρία σε «αφιλοσόφητους» ιστορικούς να παρ(α)-ακολουθήσουν μια φιλοσοφική οπτική θεμάτων που άπτονται των ιστορικών τους ερευνητικών ενδιαφερόντων και σε «ανιστόρητους» φιλολόγους να παρακολουθήσουν εισηγήσεις ιστορικών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν γόνιμο πεδίο διερμηνείας του ιστορικού περιβάλλοντος φιλολογικών ερευνητικών ζητημάτων, αντιμετωπίζεται με τα ρητορικά ερωτήματα: «πού θα οδηγούσε ο συνδυασμός «συμβαντολογικής ιστορίας», αρχειοδιφίας, ιστοριοδιφίας, πρωτοβάθμιας αρχαιολογίας και εκκλησιαστικής ιστορίας; Μάλλον σε βραχύπνοες «περιηγήσεις» ή «ξεναγήσεις» χειρογράφων, «μπουγιουρτιών», μοναστηριών, με ή χωρίς τα «μετόχια» τους, «δημοσίων μνημείων», προικοσύμφωνων, τοπωνυμίων, λεξικογραφίας, μαχών, φωτογραφιών, πινάκων, οικογενειών, συντεχνιών, εορτών, «εθνικών διακηρύξεων» (που ανατρέχουν στο «όμαιμον» του Ηροδότου), «τιμής του Αρχαγγέλ(λ)ου Μιχαήλ» και τέλος «Μεγάλων και Σεπτών Παραδόσεων της Εκκλησίας και του Γένους»;».

Συμπερασματικά, πρώτον, η από γραφείου κριτική είναι εύκολη. Δεύτερον, λυπούμαι που η αριστερή διανόηση στην Ελλάδα, διανόηση που τόσα σημαίνει για όσους εξ ημών την μελέτησαν εκτός Ελλάδας, παραμένει «αγκυλωμένη» εν έτει 2013 σε «διαφωτιστικά» στερεότυπα του παρελθόντος (π.χ. αντικλερικαλισμό), την δυσβάσταχτη κληρονομιά των οποίων ζω καθημερινά στη χώρα που εργάζομαι και η οποία προσπαθεί να τα αποτινάξει.

Σημειωτέον ότι τον σεβαστό καθηγητή κ. Νούτσο τον γνωρίζω μόνο μέσα από τα έργα του.


Δρ. Κ. Γιακουμής
Αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας
και Ιστορίας Τέχνης
University of New York Tirana
Αλβανία