8/9/12

Το «Γκίνες» συρτάκι του Βόλου


Τι μπορούν και τι οφείλουν να είναι σήμερα οι πόλεις, ήτοι οι δήμοι; Πτυχές του ιστορικού χρόνου των πόλεων μαρτυρούν την αντιφατικότητα των επιλογών. Ακριβέστερα, δείχνουν την απουσία στοχοθετημένης πολιτικής για τον πολιτισμό, από τη στιγμή που η αυτονομία του πολιτισμού των πόλεων διαπιστεύεται σε οικονομικές επιχειρήσεις, όπως είναι η εταιρία Γκίνες, με σκοπό οι δήμοι να κερδίσουν την προβολή των μίντια και να προσελκύσουν το βλέμμα του τουρίστα.
Δύο, λοιπόν, είναι τα πρόσφατα κρατούμενα: ο Βόλος, λειτουργώντας ως κεντρικό τουριστικό γραφείο τύπου της Κρήτης, «πατρίδας» του Ζορμπά..., και το Ζάγκρεμπ της Κροατίας. Η θεσσαλική πόλη μπήκε στο ρεκόρ Γκίνες με 5.614 χορευτές που έμαθαν συρτάκι με πανσέληνο, ενώ το Ζάγκρεμπ με 1000 μπάρμεν που παρήγαγαν 2.012 λίτρα καπουτσίνο, διεκδικώντας έτσι τις δάφνες της Τεργέστης, ως πόλης-σύμβολο του ιταλικού καφέ... Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, αυτές οι φαεινές θραύσεις των περγαμηνών Γκίνες έχουν στόχο μάλλον να καλύψουν τις προσωπικές ανάγκες προβολής των εισηγητών τους, ενισχύοντας τη μαζική κατανάλωση και το ανελαστικό σόου, υπό την εποπτεία των επίσημων αρχών του Βραβείου Γκίνες...

Δεδομένης της κρίσης και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, με τους δήμους να πένονται, η δαπάνη τόσων χρημάτων για ένα βράδυ, σαν να μην υπάρχει αύριο, ούτε και φορείς που έχουν ανάγκη από αυτά τα ποσά για στήριξη στο έργο τους, είναι αδικαιολόγητη. Και έρχεται να επιβεβαιώσει πόσο οικεία αποξενωμένους θέλουν τους πολίτες οι παρούσες δημοτικές και πολιτικές αρχές, ώστε να τους μεθούν με ένα μαγικό φίλτρο πανσελήνου, διατηρώντας την τριαδική σχέση ελίτ, κράτους και εξουσίας στα πολιτιστικά δρώμενα. Ο νεοελληνικός πολιτισμός γίνεται «παίγνιο» των τριών κι ένα από τα τροπάρια της Γκίνες, ενόσω βέβαια αναπαράγονται τα στερεότυπα ότι οι Έλληνες είμαστε δυνατοί και θαρραλέοι, άρα θα αντέξουμε μέσα στην κρίση... Ας ήμασταν σιωπηρά τέτοιοι, αναγνωρίζοντας πως μία από τις όψεις της πολιτικής είναι η δέσμευση, αντί ο πειθαναγκασμός κάποιων για να τους δείξουν στις ειδήσεις.
Ωστόσο, ακόμη και η έλλειψη μιας πολιτικής για τον πολιτισμό είναι μια συγκεκριμένη πολιτική, που λέει ότι αφού βρέθηκαν κάποια χρήματα, ας δοθούν, ας «χορέψουν» όλοι μαζί ώστε να ξεχαστούν για λίγο. Τώρα που γυρίζει, ποιος νοιάζεται για το μετά; Αρκεί ο κόσμος να «περάσει καλά», δηλαδή βλέποντας τη φιγούρα του στην οθόνη της τηλεόρασης, αφού έχει βαρεθεί τους διανοούμενους και τους ανέντιμους... Αυτός είναι ο κυνικός λόγος της αυθεντίας, που ισοπεδώνει τα πάντα, ακριβώς επειδή δεν συνεκτιμώνται οι ανάγκες των ανθρώπων αλλά θεοποιούνται πρακτικές που δεν σημαίνουν τίποτε περισσότερο απ’ αυτό που είναι: ασήμαντες φευγαλέες στιγμές, παντελώς αδιάφορες στην ιστορική διαδρομή της πόλης και στη ζωή των ανθρώπων της.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΤΣΑΔΗΜΑ 
Βασιλική Τζούτη- Χωρίς τίτλο

Δεν υπάρχουν σχόλια: