21/4/12

Πώς και γιατί φτάσαμε στην 21η Απριλίου 1967

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ
Κατερίνα Χαριάτη- Σισμάνη
Το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 επεβλήθη με την απροκάλυπτη βία των όπλων, και τουλάχιστον την ηθική αυτουργία των Ηνωμένων Πολιτειών, από μια ομάδα (χούντα) επίορκων αξιωματικών, τη νύκτα της 20ης προς 21η Απριλίου, και κατέρρευσε την 23η Ιουλίου 1973, κάτω από το βάρος του προδοτικού και εγκληματικού πραξικοπήματος, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και του προέδρου της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, με επακόλουθο την τουρκική εισβολή στη νήσο. Η «Εθνική Επανάστασις», όπως αυτοχαρακτηρίστηκε αυτή η στρατοκρατική δικτατορία, διήρκεσε επτά χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Πρόκειται για το μεγαλύτερο διάστημα δικτατορικής εκτροπής από τη σύσταση του ελληνικού κράτους.

Κάθε απόπειρα προσέγγισης, της φύσης και της πορείας αυτού του «καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης», απαιτεί πρωταρχικά γνώση του ιδεολογικο-πολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο γεννήθηκε, των συνθηκών, εσωτερικών και διεθνών, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε η ελληνική πολιτική σκηνή, από το τέλος του εμφυλίου πολέμου μέχρι το 1967, τον ρόλο που σ’ αυτή την πολιτική σκηνή διαδραμάτιζε ο ελληνικός στρατός –ορθότερα, το σώμα των μονίμων αξιωματικών- τις δομικές, οικονομικές, ιδεολογικές οσμώσεις του με τους αμερικανούς εκπαιδευτές του.
Πρόκειται για μια ασφυκτικά συντηρητική, αυταρχική και ημικοινοβουλευτική πολιτική σκηνή, που εξέρχεται από έναν εμφύλιο πόλεμο, με νικητή τον εθνικόφρονα αστικό πολιτικό κόσμο. Έναν κόσμο πολυδιασπασμένο κομματικά, αλλά απόλυτα αλληλέγγυο κοινωνικά. Έναν πολιτικό κόσμο που αντιστοιχεί ιδεολογικά σε μια προκαπιταλιστική, αγροτική, εμπορομεσιτική εποχή, με μια κρατικά υπερπροστατευόμενη βιομηχανική παραγωγή, ο οποίος όμως θέλει από την άλλη να ακολουθήσει τις ευρύτερες εξελίξεις που συντελούνται -σε συνθήκες «Ψυχρού πολέμου» που διχάζουν την ευρωπαϊκή ήπειρο – στη δυτικοευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, με την οποία και συνδέεται, μέσω της συμφωνίας σύνδεσης του 1961, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
Έναν πολιτικό κόσμο ταυτόχρονα ανίκανο να υπερβεί τα εξωσυνταγματικά θεσμικά πλαίσια, τις διοικητικές πράξεις, τους ανελεύθερους μεταξικούς και κατοχικούς «νόμους», το εμφυλιοπολεμικό Γ΄ Ψήφισμα, τον Αναγκαστικό Νόμο 509, τα φακελώματα των πολιτών, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, τα έκτακτα μέτρα σε μεγάλες παραμεθόριες περιοχές, την απροκάλυπτη αστυνομική βία, τις στεγανοποιημένες και αυτονομημένες ένοπλες δυνάμεις, τον ανεξέλεγκτο βασιλικό θεσμό, τα εξαρτησιακά πλέγματα πλήρους υποταγής στον, συντελεστή άλλωστε της επικράτησης του, αμερικανικό παράγοντα.
Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί διαμορφώνουν τη δομή, την άρθρωση του πολιτικού συστήματος, στο οποίο ο στρατός αποτελεί το κομβικό κέντρο της πραγματικής εξουσίας, τον σκληρό πυρήνα του κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών βίας, απέναντι σε έναν δυνάμει πάντοτε ύποπτο λαό.
Τη σύγχυση που δημιουργούσε αυτή η υποκατάσταση του λαού από το σώμα των αξιωματικών, σε μια έστω και κατ’ επίφαση λειτουργούσα υπό την κηδεμονία του στρατού, κοινοβουλευτική δημοκρατία, αναλαμβάνει να τη λύσει η ανορθολογική εθνικιστική ιδεολογία, μέσω της αναγωγής–ταύτισης του στρατού με το έθνος. Αυτή είναι η λογική του συστήματος, που έμεινε στην ιστορία ως κράτος της εθνικοφροσύνης. Όπου ο κατασταλτικός μηχανισμός του στρατού δεν αποτελεί μόνο τον, σε τελική ανάλυση, εγγυητή του κοινωνικο–πολιτικού συστήματος, αλλά και τον ουσιαστικό και μόνο εγγυητή της μεταφυσικής υπόστασης του έθνους.
Σ’ αυτό το κυρίαρχο ιδεολόγημα, ο θεωρούμενος ως εσωτερικός εχθρός κομμουνισμός, προσλαμβάνεται δευτερευόντως ως κίνδυνος ανατροπής του αστικού καθεστώτος. Πρωταρχικά προσλαμβάνεται ως πολιορκητική μηχανή της σοβιετικής επεκτατικής πολιτικής, της βουλγαρικής επιβουλής, της αιώνιας σλαβικής επεκτατικότητας προς τις θερμές θάλασσες, άρα ως φορέας υπόσκαψης αυτής καθαυτής της ταυτότητας του έθνους. Έτσι, για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται ότι ο εθνικιστικός λόγος συγκροτείται πάντα ανορθολογικά και πάντα στο βάθος του με ρατσιστικό υπόβαθρο.
Εφόσον όμως η ερμηνεία του έθνους αναλύεται με φυλετικά και όχι πολιτιστικά χαρακτηριστικά, η προσπάθεια υπέρβασης αυτής της αντίληψης προσλαμβάνεται ως εκμαυλισμός της φυλής, από προδότες, πράκτορες και σύγχρονους γενίτσαρους των Σλάβων και των Σοβιετικών. Η απειλή είναι υποχθόνια, βρίσκεται παντού, ως επιδημία που μπορεί να προσβάλλει τους πάντες. Το μόνο υγιές τμήμα της κοινωνίας, που ήδη επιτυχημένα και ένοπλα αντιμετώπισε τον κίνδυνο, με τις ευλογίες και την ενεργή συμπαράσταση πάντα της ηγεσίας της κρατικοδίαιτης ελληνοχριστιανικής εκκλησίας, είναι ο στρατός. Το σώμα των «Ιδεατών» για την ακρίβεια αξιωματικών. Από τον πυρήνα αυτού του παρακρατικού στρατιωτικού μηχανισμού προέρχονταν άλλωστε και οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου. Οι αστικές ελευθερίες, τα τυπικά διακηρυγμένα δικαιώματα, οι κομματικές και συνδικαλιστικές λειτουργίες, οι θεσμοί, προσλαμβάνονται, στο πλαίσιο αυτής της αντιδιαφωτιστικής ιδεοληψίας, ως υπό αίρεση διασπαστικά στοιχεία της συνοχής και της ενότητας του έθνους.
Απέναντι σε όλο αυτό τον εσμό ανορθολογικών προσλήψεων, οι απαρχές της δεκαετίας του ’60 παρουσιάζουν μια αναδυόμενη προσπάθεια υπέρβασης του ασφυκτικού κλοιού, από μια επίσης αναδυόμενη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Ήδη η εκλογική σύμπραξη, με την αριστερά, αστικών πολιτικών μορφωμάτων και των δύο πολιτικών οικογενειών το 1956, μα κυρίως το αποτέλεσμα των εκλογών του ’58, αναδεικνύει μιας νέας μορφής πολιτική επανάκαμψη των αποκλεισμένων «ερυθρόμορφων τεράτων», στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Τα αποδεσμευμένα από την μακρηθεωδορική ΓΣΕΕ συνεργαζόμενα 115 συνδικάτα, εμφανίζουν μια καινοφανή κοινωνική δυναμική αντίδραση. Ο μέχρι πρότινος πειθήνιος στην εθνικοφροσύνη αγροτικός κόσμος αναδύεται, διεκδικώντας κι αυτός στους δρόμους, ανθρωπινότερους όρους ύπαρξης στην υποβαθμισμένη ύπαιθρο. Το επανεμφανισθέν δυναμικά φοιτητικό κίνημα διεκδικεί ανοικτά ένα ορθολογικότερο και δημοκρατικότερο σύστημα διαχείρισης των κοινών. Μέσα από μια αμεσο-πολιτική πανελλαδική κινηματική έκφραση, οργανώνει την εκστρατεία «για προίκα στην παιδεία και όχι στη Σοφία», του 15%, και στη συνέχεια με τους δυναμικούς αγώνες προάσπισης της δημοκρατίας και σύνθημα το ακροτελεύτιο εκείνο άρθρο του Συντάγματος, το 1-1-4. Νέα οικονομικά δεδομένα, απαρχές νέων κοινωνικών συμμαχιών και αποκρυσταλλώσεων, νέων ιδεολογικών αριστερών αναζητήσεων και μια πολιτιστική έκρηξη χωρίς προηγούμενο, προσδιορίζουν την δυναμική μιας νέας φάσης στην πολιτική και ευρύτερα πολιτισμική μας ζωή.
Η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, οι αντιθετικές ως προς τον κυρίαρχο εθνικόφρονα λόγο προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, η σχετική οικονομική άνοδος, η για πρώτη φορά εξισορρόπηση πληθυσμιακά του αγροτικού με τον αστικό πληθυσμό, η ποσοτική κυριαρχία των ήδη ποιοτικά κυρίαρχων μα ασταθών πολιτικά μικροαστικών στρωμάτων, η λειτουργία μιας εσωτερικής αγοράς συνδεδεμένης με μια νέα βιομηχανική παραγωγή, που απευθύνεται κυρίως στην εσωτερική κατανάλωση, σε συνάρτηση με την απαρχή σε διεθνές πεδίο της τήξης των ψυχροπολεμικών πάγων, αλλά και των νέων διεργασιών που συντελούνται και από τις δύο πλευρές της διαιρεμένης ευρωπαϊκής ηπείρου, ως αποτέλεσμα των απαρχών εξάντλησης της προωθητικής δύναμης και των δύο μοντέλων άρθρωσης του πολιτικού των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου, απαιτούν αντικειμενικά μια νέα, πιο ευέλικτη και ορθολογικότερη διαχείριση του κοινωνικού, με διεύρυνση της δυνατότητας συμμετοχής στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο και των αποκλεισμένων από αυτό, εαμογενών πληθυσμιακά στρωμάτων.
 Τα νέα αυτά, πραγματικά δεδομένα, συνδέονται λογικά και κατ’ ανάγκη με την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής, την υπέρβαση της μετεμφυλιακής πραγματικότητας και του ελεγχόμενου από τον στρατό και τον θρόνο ημι-κοινοβουλευτισμού, την ομαλότερη δημοκρατική πολιτική ζωή. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται και οι πληρώσεις, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’30, ή η δημιουργία νέων πανεπιστημιακών εδρών, Κοινωνιολογίας, Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στην Πάντειο, Ψυχιατρικής, ουσιαστικά Ψυχαναλυτικής στο Παν/μιο Αθηνών, καθώς και η ίδρυση των Παν/μίων Πατρών και Ιωαννίνων.
Μέσα σ’ αυτές τις διεργασίες, η παραπέρα νομιμοποίηση του καθεστώτος δεν μπορεί να βασίζεται άλλο μόνο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τις ιδεοληψίες του κράτους της εθνικοφροσύνης. Η ανάγκη εκσυγχρονισμού, και κατά συνέπεια στοιχειώδους εκδημοκρατισμού, αποτελεί απαίτηση των καιρών, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή, άρα και αποδεκτή, από τα παρασυνταγματικά κέντρα εξουσίας, ούτε και από την πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των πολιτικών μορφωμάτων της περιόδου. Πολιτικών μορφωμάτων τα οποία διατηρούν σχεδόν στο ακέραιο τα μορφολογικά στοιχεία που διέκρινε σε αυτά ο Γεώργιος Σκληρός στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Άρα αδυνατούν να συλλάβουν τις νέες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες και να προτείνουν λύσεις στα συσσωρευμένα αιτήματα, απαιτήσεις και ανάγκες της δεκαετίας του ’60.
Πολύ περισσότερο, δεν μπορούν να αντιληφθούν τη βασική και καταστατικά θεσμισμένη αντίφαση, που εμπεριέχει από τη φύση του κάθε αστικός κοινωνικός σχηματισμός, ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων της παραγωγής και στις ατομικές μορφές ιδιοποίησης του παραγόμενου συνολικού υπερπροϊόντος . Αντίφαση που στο πολιτικό πεδίο οδηγεί σε μια επίσης βασική και άλυτη αντινομία, μεταξύ της οικονομικο-κοινωνικής εξουσίας της αστικής κυριαρχίας και της επαγγελίας της δημοκρατικής αρχής της ισότητας και ελευθερίας όλων των πολιτών χωρίς εξαιρέσεις.
Αντίφαση που εντείνεται στον κοινωνικό μας σχηματισμό και λόγω της ουσιαστικής ανυπαρξίας ενός εξισοροποιητικού όλων των παραπάνω κοινωνικού κράτους, αλλά και του ειδικού, υπερ-προσδιοριστικού ρόλου του κράτους, που το έχει καταστήσει, από την ίδρυσή του, στην κατ’ εξοχήν κοινωνική μηχανή, στον κατ’ εξοχήν τόπο, όπου ανάγεται κάθε σφαίρα οικονομικής λειτουργίας, άρα και διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Και στο οποίο μπορούμε να επισημάνουμε μια σειρά μεταθέσεις, ανάμεσα στην ταξική πολιτική πρακτική και τα πολιτικά μορφώματα που προσδιορίζουν τα όρια και τις διαστάσεις, σύμφωνα με τον Νίκο Πουλαντζά, της πολιτικής σκηνής.
Η αναντιστοιχία που παρατηρείται από αυτό το γεγονός εντείνει τη διάχυτη κρίση νομιμοποίησης της μετεμφυλιακής διαχείρισης και βαίνει καταστροφική, οδηγώντας, όπως ανέλυε από τον μεσοπόλεμο ο Αλέξανδρος Σβώλος, προς τη φυγή της δικτατορικής εκτροπής. Έτσι, η προσπάθεια εδραίωσης ενός σύγχρονου, σταθερού αστικού δικομματισμού, που επιχείρησαν να διαμορφώσουν, μετά τις εκλογές του ’58, ο ξένος παράγοντας και γνωστό συγκρότημα Τύπου, αποτυγχάνει.
 Ο αυταρχικός εκσυγχρονισμός, με τις «21 προτάσεις βαθιάς τομής» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οδηγεί σε αντιπαράθεση θρόνου–πρωθυπουργού, παραίτηση του τελευταίου και υπόσκαψη της νομιμοποιητικής αίγλης της ΕΡΕ. Ο κλασικός φιλελεύθερος εκσυγχρονισμός του Γεωργίου Παπανδρέου, ενώ από τη μια αδυνατεί να συνειδητοποιήσει και ταυτόχρονα φοβάται την κοινωνική δυναμική μιας αναδυόμενης κοινωνίας πολιτών, από την άλλη οδηγείται κι αυτός σε αντιπαράθεση με το θρόνο, σε εξαναγκασμό σε παραίτηση από την πρωθυπουργία και στην πολυδιάσπαση τής κατ’ ουσίαν άλλωστε πολυκομματικής καταγωγής Ενώσεως Κέντρου, και μάλιστα με την ενεργή δράση προς αυτή την κατεύθυνση τμημάτων του τόσο δεξιάς όσο και κυρίως αριστερής καταγωγής πολιτικού της προσωπικού. Ο κεντρο-αριστερός εκσυγχρονισμός των «νέων ορίων», των Ατλάι Στήβενσον και Τζων Κένεντυ, και για τα καθ’ ημάς Ανδρέα Παπανδρέου, δεν δοκιμάζεται καν. Απλά και μόνο, και με δικές του ευθύνες, φοβίζει υπέρμετρα τα κυρίαρχα αστικά στρώματα και κυρίως τα παράκεντρα εξουσίας.
Αριστερή πρόταση δεν υφίσταται. Οι όποιες αριστερές παρεμβάσεις εξαντλούνται σε αγώνες καθιέρωσης όρων στοιχειώδους εκδημοκρατισμού και νομιμοποίησης της ύπαρξης της αριστεράς. Δημιουργώντας βέβαια μιας άλλης τάξης αντίφαση, μεταξύ ενός ιδιαίτερα αναπτυσσόμενου κοινωνικού και πολιτισμικού δυναμικού, ιδεολογικά πολυτασικού, που για πρώτη φορά εισάγει στην αριστερά, πέραν τού από τον μεσοπόλεμο «τρισκατάρατου» τροτσκισμού, μηνύματα μαοϊκών και γκεβαρικών κατευθύνσεων, καθώς και ανανεωτικές ριζοσπαστικές αναζητήσεις, απέναντι στον κυρίαρχο πολιτικό της λόγο, που παλινδρομεί μεταξύ των αιτημάτων που γεννά η εσωτερική πραγματικότητα και των αντιλήψεων τού εκτός νόμου και ελλαδικών ορίων Κομμουνιστικού Κόμματος. Αντίφαση που επιχείρησαν, όχι χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις, να γεφυρώσουν, ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων και κυρίως, με όρους μαζικούς και την πολυποίκιλη δράση τους, μέλη της Νεολαίας Λαμπράκη, στη σύντομη μα τόσο έντονη ζωή της οργάνωσης. Οι λεπτομέρειες αυτής της οδυνηρής ιστορίας, το πώς καταγράφηκε στα πρωτοποριακά έντυπα της εποχής, το πώς βιώθηκε στις εσωτερικές κομματικές διεργασίες, προφανώς εκφεύγουν της παρούσας ανάλυσης.
Η έκρηξη των Ιουλιανών και της αποστασίας του ’65 δημιουργούν νέες συνθήκες και κοινωνικο-πολιτικές δυναμικές, που φοβίζουν υπέρμετρα τις κυρίαρχες ομάδες διαχείρισης του όλου συστήματος, οι οποίες διαισθάνονται ότι η δημοκρατική νομιμότητα αρχίζει να υπερβαίνει, μέσω της ίδιας τής κοινωνικής δυναμικής που έχει δημιουργήσει η βιαιότητα της ανακτορικής παρέμβασης, τα στεγανά των παράκεντρων της ανεξέλεγκτης παραεξουσίας, που είχαν οικοδομηθεί με τη νίκη των εθνικοφρόνων αστικών δυνάμεων και μέσω τών διασυνδέσεων με αυτά πραγματοποιούσαν τα υπερκέρδη τους. Γεγονός που τις οδηγεί να αποδεχτούν την εκχώρηση άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε ένα δυναμικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, το οποίο θα άρει βέβαια τις ελευθερίες τους, θα εξασφαλίσει όμως την αβίαστη αναπαραγωγή των κερδών τους.
Αυτό άλλωστε συμβαίνει σε κάθε αστική δικτατορική εκτροπή. Καταλύει το Σύνταγμα και εδραιώνει τον Αστικό κώδικα. Από τον καιρό του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που έθεσε σε ισχύ τον πρώτο Αστικό κώδικα, μέχρι τον δικό μας Ιωάννη Μεταξά, που επίσης κατήργησε το Σύνταγμα και έθεσε σε ισχύ τον πρώτο δικό μας Αστικό Κώδικα. Το Κοινοβούλιο χάνει έτσι και το τελευταίο ίχνος νομιμοποιητικής του δύναμης, το μνημόνιο Βασιλιά-Παπανδρέου-Κανελλόπουλου έρχεται πολύ αργά, η όποια αξιοπιστία των θεσμών έχει καταρρακωθεί μπροστά στην αναποτελεσματικότητα υπέρβασης της παρατεταμένης κρίσης. Στο κενό που δημιουργεί η σταδιακή κατάρρευση κάθε άμυνας, της έστω και περιορισμένης δημοκρατικής νομιμότητας, τα στρατιωτικά παράκεντρα εξουσίας, σε αγαστή συνεργασία με τις επίσης σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, ανίκανα να αποδεχτούν οποιοδήποτε εξορθολογισμό του συστήματος που τα εξέθρεψε και τα άνδρωσε, δρουν καταστροφικά και για τους δυο αστικούς πολιτικούς κόσμους, μέσα στους οποίους και από τους οποίους εκφράστηκαν. Το μόνο που μένει είναι να επιχειρήσουν για άλλη μια φορά να επιλύσουν τις πολιτικές και κοινωνικές αντιφάσεις, μέσα από μια νέα δικτατορική εκτροπή.
Ο Θρόνος, αυτός ο μόνιμα ανασταλτικός και αποσταθεροποιητικός παράγοντας κάθε προσπάθειας εξορθολογισμού και εκδημοκρατισμού, παραπαίει ανάμεσα στη δημοκρατική διέξοδο του μνημονίου των δύο πολιτικών αρχηγών, που οδηγεί προοπτικά στον περιορισμό του ρόλου του στα συνταγματικά του πλαίσια, και την ελεγχόμενη απ’ αυτόν εκτροπή διά της χούντας των πιστών σε αυτών στρατηγών.
 Ο πολιτικός κόσμος, σύσσωμος, της Αριστεράς μη εξαιρουμένης -παρ’ όλο που η ΕΔΑ είναι η μόνη πολιτική δύναμη που είχε πλήρη επίγνωση του στρατιωτικού κινδύνου-, παρά τις ηχηρές ρητορείες των μπαλκονιών, κυρίως από τους περί τον Ανδρέα Παπανδρέου, πιστεύει ότι διά του «μνημονίου» έχει εξασφαλιστεί η δημοκρατική διέξοδος προς μια ελεγχόμενη πορεία υπέρβασης της κρίσης και αφοσιώνεται στην καθημερινότητα του προεκλογικού αγώνα. Γι’ αυτό και καμιά οργάνωση στοιχειώδους προστασίας, όχι του πολιτεύματος αλλά έστω του ίδιου του προσωπικού τους, ακόμη και από την κυβέρνηση και τις υπηρεσίες της, δεν υπήρξε.
Οι «άφρονες» και δήθεν «παρανοϊκοί» ομοϊδεάτες του Γ. Παπαδόπουλου, πολύ έλλογα, πολύ συστηματικά, ημισυνωμοτικά, με τις αναμφισβήτητες οργανωτικές τους ικανότητες, τους διαύλους τους με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, καταρτίζουν το σχέδιο «Προμηθεύς» για τη βασιλική εκτροπή, την οποία και τελικά με γκανγκστερικό τρόπο αναλαμβάνουν να πραγματώσουν προς ίδιον όφελος.
Ως εκφραστές, με τη βία των όπλων, του στρατού-έθνους, καλύπτουν το κενό της πολιτικής αδυναμίας και το φόβο εκδημοκρατισμού μιας κοινωνίας που εξελίσσονταν ραγδαία τη δεκαετία του ’60, εγκαθιδρύοντας τελικά ένα στρατιωτικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, βιάζοντας κάθε έννοια νομιμότητας, βάζοντας τον «ασθενήν λαόν εις τον γύψον», σύμφωνα με την κυνική ρήση του ισχυρού άνδρα της χούντας, συνταγματάρχη Γ. Παπαδόπουλου.
 Με αυτή την έννοια, το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε την νύκτα της 20ής προς 21η Απριλίου, δεν ήταν φασιστικό, ούτε ένα καθεστώς απλά «Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού»∙ παρέμεινε ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, «βοναπαρτικής» υφής, μια καθαρά στρατοκρατική δικτατορία, η οποία δεν απόκτησε σε καμία φάση ούτε τη στοιχειώδη νομιμοποίηση.
Το πώς κατόρθωσε να παραμείνει για μια επταετία στην εξουσία, και το πώς και γιατί κατέρρευσε, ξεφεύγει του παρόντος άρθρου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: