19/11/11

Οδυσσέας Ελύτης: η πορεία ενός ποιητή

ΤΟΥ MASSIMO CAZZULO

Η έκδοση, το 2002, των απάντων του Οδυσσέα Ελύτη (Ίκαρος) μάς έδωσε την ευκαιρία να διαβάσουμε την παραγωγή του με έναν πιο συνεκτικό τρόπο. Από τα Πρώτα Ποιήματα (δημοσιευμένα στα "Νέα Γράμματα" το 1935) έως το Εκ του πλησίον (1998, μεταθανάτια έκδοση) μπροστά μας παρελαύνουν 17 συλλογές, γραμμένες σε μια διάρκεια εξήντα χρόνων αφιερωμένων στην ποίηση. Οι 630 σελίδες μαρτυρούν αφ' ενός μία από τις πιο σημαντικές ποιητικές παραγωγές του εικοστού αιώνα, και αφ' ετέρου μία εξαιρετική ποικιλία αποχρώσεων, λογοτεχνικών αναφορών, ποιητικών και γλωσσικών σχημάτων, ούτως ώστε να προκύψει μια πολύμορφη εικόνα, σημαδεμένη από ιστορικές και πολιτισμικές τομές που αντιστοιχούν σε στροφές και εξελίξεις στη μακροαιώνια πορεία του ποιητικού λόγου.
Ό,τι μένει, όμως, σταθερό σε όλες τις συλλογές είναι η αδιαίρετη αφοσίωση του Ελύτη στην ποίηση, η ανήσυχη προσπάθειά του να προσφέρει στην ελληνική γλώσσα καινοφανείς συντακτικές παρτιτούρες και πρωτόγνωρες εκφραστικές διαστάσεις, ξεκινώντας από την αρχαία παράδοση (τη Σαπφώ, τους Λυρικούς, τον Πίνδαρο, τους Προσωκρατικούς) και από τη βυζαντινή κληρονομιά (τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Ανδρέα Κρητικό, τους ανώνυμους υμνογράφους), για να αράξει τελικά στα ζωντανά νερά της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, από τον Ρομαντισμό έως τον Υπερρεαλισμό, από τον Hoelderlin και τον Goethe έως τον Eluard και τον Breton.
Στα νεανικά του ποιήματα (τώρα στη συλλογή Προσανατολισμοί) ήδη διαφαίνεται το αιγαιοπελαγίτικο περίγραμμα στο οποίο ο "επόμενος" Ελύτης θα εγγράψει την ποιητική του πορεία, αλλά είναι και φανερές οι αποχρώσεις της στιχουργίας, ο εν τη οδώ πειραματισμός, η αναζήτηση των λογοτεχνικών αρχετύπων: ο γεωμετρικός καλλιγραφισμός των "Πρώτων Ποιημάτων" (αλληλοδιαδοχή λέξεων που είναι ταυτόχρονα σύμβολα που φαίνονται να χάνονται αργά στο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας) συμβιώνει με τις λαμπρά εικαστικές μεταφορές και με τις χειμαρρώδεις εικόνες ποιημάτων "Η τρελή ροδιά", όπως ο πανισμός του "Διόνυσος", στέκεται πλάι, και εναρμονίζεται, με τη λεπτή μελαγχολία της "Ελένης" και της "Επετείου", αρδευόμενα με τις ύπουλες απειλές ενός αόριστου μέλλοντος.
Η προσωδιακή πολυμορφία (από τον βραχύ στίχο έως το poeme en prose) βρίσκει αντιστοιχία στην ποικιλία των μοντέλων: λ.χ. στο «Ωρίων» ακούγεται η φωνή του Ungaretti (με αποχρώσεις, στο βάθος, της φιλοσοφίας του Bergson), ενώ η γαλλική καθαρή ποίηση (άμεσα, αλλά και μέσω της επίδρασης του Σεφέρη της Στέρνας) διαφαίνεται στις «Κλεψύδρες του Αγνώστου» ή στο «Παράθυρο στην πέμπτη εποχή». Όλες οι επιδράσεις και αναμνήσεις διαβάζονται, όμως, στο φως του Αιγαίου (π.χ. «Η Μαρίνα των βράχων» ή «Η ηλικία της γλαυκού θύμησης» γεννιούνται από εκείνο το συναίσθημα) και μιας προσωπικής μυθολογίας που ήδη διαγράφεται, έστω κι αν είναι ακόμη εν τω γίγνεσθαι. Να σημειωθεί, άλλωστε, ότι στη δεκαετία του '30 το Αιγαίο είναι το βαρύκεντρο της λογοτεχνικής έμπνευσης, είτε στην ποίηση είτε στην πρόζα.
Η πρώτη ποιητική φάση του κλείνει με τη συλλογή Ο ήλιος ο πρώτος (1943), έργο όπου ο Ελύτης θέτει τις προϋποθέσεις της μελλοντικής "ηλιακής μεταφυσικής", που θα κορυφωθεί το 1974 με τη συλλογή Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά. Εν τω μεταξύ, όμως, παρεμβάλλεται το δράμα του πολέμου, του μετέπειτα εμφυλίου και της πολιτικής ανωμαλίας.
Η βίαιη πρόσκρουση της Ιστορίας στον ποιητικό κόσμο του Ελύτη έχει ως αποτέλεσμα τη γέννηση του Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό (όπου τα παραδοσιακά βυζαντινά σχήματα διαπλέκονται με ήχους από τη λύρα του Federico Garcia Lorca), της Αλβανιάδας (που έμεινε ημιτελής), του Η καλοσύνη στις λυκοπεριές και Το Άξιον εστί (νεορθόδοξο αριστούργημα), όπου το δράμα και τα δεινά της Ιστορίας εξορκίζονται και υπερβάλλονται στη μεταφυσική ερμηνεία της πολυαιώνιας πολιτισμικής και ηθικής ιστορίας της Ελλάδας. Μέσω της αδιαίρετης διάρκειας της ελληνικής γλώσσας ("Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική": Τα Πάθη, 2, 1), ο Ελύτης ξαναδιαβάζει συγχρονικά τις διαδοχικές επιστρώσεις του ελληνικού πολιτισμού, από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, θέλοντας να σώσει τις ηθικές αρετές, ώστε να αντισταθεί στα κακά της Ιστορίας. Στο ποίημα αυτό ο Ελύτης δοκιμάζει την ευστροφία και την ευελιξία της ελληνικής γλώσσας, φτάνοντας συχνά έως τα όρια της γλωσσικής ορθοδοξίας, σε λεκτικές επιλογές, καινοφανή σχήματα και πρωτοφανή εφευρετικότητα που εμπλουτίζουν περαιτέρω τη γλώσσα του. Το Άξιον εστί έχει την ιδεολογική του συνέχεια στην πολύ μικρότερη συλλογή Έξι και μία τύψη για τον ουρανό, γραμμένη την ίδια εποχή.
Νέα φάση ανοίγει στο τέλος της δεκαετίας του '70 και στην έναρξη της επόμενης. Με το ποίημα Μαρία Νεφέλη (1979), ο Ελύτης επιχειρεί νέους γλωσσικούς δρόμους∙ η μέχρι τότε αριστοκρατική του ποίηση δέχεται λέξεις από την τεχνική, τη διαφήμιση, από τη νεανική αργκό. Και η κοσμοθεωρία του μεταπλάθεται, μέσω της νοοτροπίας της νεαρής Μαρίας που ζει τις ανησυχίες και τις ελπίδες των συνομηλίκων της στην κρίσιμη καμπή του '68, σ' έναν κόσμο ταραγμένο από το Βιετνάμ, από τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, από τις δικτατορίες. Έτσι, ο ποιητής θέτει υπό κρίση τις αξίες της αστικής τάξης στην οποία κι αυτός ανήκει.
Στη συλλογή Ο μικρός ναυτίλος (1984) ο ποιητής συλλέγει (με τον σημαντικό σαπφικό υπότιτλο "Ότω τις έραται") τα γι' αυτόν σπουδαιότερα γλωσσικά, πολιτισμικά και λογοτεχνικά αποσπάσματα, για να τα γλιτώσει και για να τα χρησιμοποιήσει ως οδηγό στην ήδη μέλλουσα κατάβαση που από τον ήλιο θα τον οδηγήσει στο σκοτάδι του Άδη, για να βγει τελικά στο αληθινό φως.
Η κατάβαση αυτή ξεκινάει με το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου (1985) και συνεχίζεται με Τα ελεγεία της Οξώπετρας (1992), όπου ο "ηλιοπότης" γίνεται ο "Ιησούς του ήλιου" ("La pallida morte") που μιλάει με τη γλώσσα του "Ήλιου του Κρυπτού ("Ρήμα το σκοτεινόν). Τα ελεγεία εμπνέονται από το βαθύ πνεύμα των μεγάλων ποιητών του Γερμανού Ρομαντισμού (Hoelderlin, Goethe, Novalis) αλλά διακρίνονται καθαρά τα ίχνη και του Rilke (λ.χ. στον τίτλο, που προέρχεται από τα Duiner elegie και στα φανταστικά ονόματα του "ουράνιου αρχιπελάγους" ("Τα εισόδια του Προθανατισμένου").
Οι μετέπειτα συλλογές, από την Ο μικρός ναυτίλος έως την Δυτικά της λύπης, διαβάζονται ως τα συνεχή κεφάλαια ενός Bildungsroman, στη διάρκεια του οποίου ο πρωταγωνιστής καταδύεται στο σκοτάδι του Άδη (ως τον ομώνυμό του Οδυσσέα στη ΙΑ΄ ραψωδία της Οδύσσειας), για να βγει ξανά στο φως με το πολύτιμό του φορτίο γνώσεων. Το εναρκτήριο ποίημα του Δυτικά της λύπης ("Της Εφέσου"), με τη σουρρεαλιστική εικόνα των αμπελιών που τρέχουν ελεύθερα στο πλάι του ποιητή, απεικονίζει ένα κόσμο ανανεωμένο από την Ποίηση, όπου πια δεν ισχύουν οι νόμοι της φυσικής και η πραγματικότητα γίνεται όλο και περισσότερο αρμονική με τα όνειρα του ποιητή. Πρόκειται για υποβλητική εικόνα (θυμίζει τις παραμυθένιες ζωγραφιές του Σαγκάλ ή του Μαγκρίτ) που δείχνει ότι η υλική πλευρά έχει υποστεί την τελευταία και τελική της μεταμόρφωση χάρη στην Ποίηση. Έχει σημασία ότι στη συλλογή αυτή ο Ελύτης χαρτογραφεί τον ιδανικό χάρτη της ζωής μου, με τ' αγαπημένα τοπωνύμια της εφηβικής του ηλικίας ("της Κρατήγου τα νερά", "της Μυρίνας τα ύψη"...), της αυτοεξορίας (Avignon, Cap - Ferrat, Lausanne) και με τους τόπους που συνταυτίζονται με τη μνήμη του Γένους (η Ιωνία, η Τροία, ο Ελλήσποντος...).
Με την τελευταία του συλλογή, Εκ του πλησίον (1998), ο Ελύτης ξαναγυρίζει στα γλωσσοκεντρικά και μεταποιητικά ποιήματα, όπως είχε γίνει με πολλά κείμενα του Ο μικρός ναυτίλος. Η ποίηση καθρεφτίζει τον εαυτό της σε αυτοαναφορικό βραχυκύκλωμα που αναγκάσει τον αναγνώστη να σκεφτεί τη σημασία της στη σύγχρονη τεχνοκρατική κοινωνία και στην εποχή της επικοινωνιακής επιπολαιότητας. Ο ποιητικός λόγος γίνεται συνάμα κείμενο και αντικείμενο του ποιήματος, σημαινόμενο και σημαίνον. Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος για τον Ελύτη να κηρύξει την απόλυτη υπεροχή της ποίησης, το μόνο που "Απομένει... Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία / Όπως μπορούν και να την φανταστήκαν οι πρωτόπλαστοι..." ("Ως Ενδυμίων").

Ο Μάσσιμο Κατσούλο είναι κλασικός φιλόλογος και μεταφραστής νεοελληνικής λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: