28/10/11

Νέος, έφεδρος ανθυπίατρος, οργανωμένος στην ΟΚΝΕ

ΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΗ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ημερολόγιο Πολέμου (1940-1941), επιμέλεια Κώστας Τσικνάκης, εκδόσεις Βιβλιόραμα, σελ. 160

Γιάννης Κολιός- Χωρίς τίτλο
Ο ελληνικό-ιταλικός πόλεμος έχει τόσες όψεις όσες και οι οπλίτες και αξιωματικοί που πολέμησαν σ’ αυτόν, των νεκρών συμπεριλαμβανομένων. Η εικόνα του πολέμου που αποτυπώνει από το οπτικό του πεδίο ο Γ. Αγγελόπουλος είναι διαφορετική από αυτή που έχει ο διοικητής της Μεραρχίας του, «που θέλει να διοικεί εντός βολής πολυβόλου». Άλλο πόλεμο περιγράφει στο βιβλίο του «Η Μάχη της Ελλάδος» ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, που επισκέφθηκε το μέτωπο φθάνοντας μέχρι τους σταθμούς διοίκησης των Σωμάτων Στρατού, δηλαδή σε ασφαλή απόσταση από τους κρατήρες που άνοιγε το ιταλικό πυροβολικό και τους τραυματίες που πέθαιναν στα  χέρια του Αγγελόπουλου.
Ο Αγγελόπουλος καταγράφει πώς οι φαντάροι πριν συγκρουστούν με τον εχθρό, αλλά και κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, αντιμετωπίζουν μία σειρά από άλλους εχθρούς: τον τραχύ φυσικό χώρο όπου επιχειρούν, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις ελλείψεις που αντιμετωπίζουν στα πλέον απαραίτητα. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον πρέπει να διασώσει, να σταθεροποιήσει, να περιθάλψει, να μεταφέρει τραυματίες, να πιστοποιήσει το θάνατο άλλων και επιπλέον να επιβιώσει.

Αυτός ο πόλεμος, του Αγγελόπουλου, δεν γίνεται επί χάρτου στις αίθουσες του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας, από αξιωματικούς με κομψές στολές και καλογυαλισμένες μπότες, που περνούν με περισπούδαστο ύφος μπροστά από τους φακούς της μεταξικής προπαγάνδας. Στον πόλεμο που καταγράφει το Ημερολόγιο κυριαρχεί η φυσική διαμόρφωση του εδάφους σε συνδυασμό με τον βαρύ χειμώνα του 1940-1941. Αυτοί οι δύο παράγοντες, όπως άλλωστε έχει επισημάνει και ο Γ. Μαργαρίτης στο βιβλίο του «Από την Ήττα στην Εξέγερση: Ελλάδα άνοιξη 1941 – φθινόπωρο 1942» (Εκδόσεις Πολίτης, 1993) παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μετακίνηση των τμημάτων, στη μορφή και έκταση των συγκρούσεων, στο μέγεθος των απωλειών, στον εφοδιασμό. Αναπόσπαστη ψηφίδα αυτού του στρατού ο Αγγελόπουλος, βρίσκεται στο μέτωπο πριν αρχίσει ο πόλεμος, και παραμένει εκεί σ’ όλη τη διάρκεια του, με μία σύντομη επίσκεψη στα Γιάννενα για ιατρικές εξετάσεις.
21 Οκτωβρίου 1940 είναι η πρώτη καταγραφή, ενώ τα ιταλικά γυμνάσια είναι στο φόρτε τους, όπως σημειώνει. 23 Απριλίου 1941 είναι η τελευταία. Τότε, και ενώ η μονάδα του πορεύεται στη διάρκεια της νύχτας προς τα Γιάννενα, «ανθίστανται ακόμα οι δικοί μας;»  γράφει στο ημερολόγιο του. Δεν γνωρίζει ότι το πρωί της ίδιας μέρας ο  βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός είχαν προσθαλασσωθεί στη Σούδα της Κρήτης.
Ο Αγγελόπουλος, ένας νέος έφεδρος ανθυπίατρος οργανωμένος στην ΟΚΝΕ από τα φοιτητικά του χρόνια, κρατά στο ημερολόγιό του μια ισορροπία ανάμεσα στην άμεση εμπλοκή του και στην αποστασιοποιημένη παρατήρηση, με έμφαση στις διεθνείς εξελίξεις, επειδή είναι προφανές ότι αυτός ο πόλεμος τον απασχολεί στο πλαίσιο των ευρύτερων ανακατατάξεων στην Ευρώπη.
Ο στρατιωτικός γιατρός στην πρώτη γραμμή του μετώπου έχει το προνόμιο να παρακολουθεί, αλλά και να συμμετέχει στη διαδικασία της μάχης.  Ανεξάρτητα από τη χαρά της νίκης ή την απογοήτευση της ήττας, ο στρατιωτικός γιατρός έχει, στην καλύτερη περίπτωση, Έλληνες και Ιταλούς τραυματίες στα χέρια του. Τα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η κατάσταση ενισχύονται από την αίσθηση του παράλογου, δηλαδή, της περίθαλψης των τραυματιών για να επιστρέψουν στο μέτωπο και ίσως πάλι στο ορεινό ιατρείο, αλλά και από την εμπειρία των φοβερών ελλείψεων της Υγειονομικής Υπηρεσίας. Όλα αυτά συμπυκνώνονται με λιτή έμφαση στο Ημερολόγιο. Γράφει στις 22 Ιανουαρίου 1941: «Σήμερα οι δικοί μας και οι Ιταλοί τραυματίες και άρρωστοι σ’ ένα πλατύ υγρό ισόγειο... σωστά ράκη ανθρώπων... γύρω από μια θλιβερή φωτιά, αδελφωμένοι στον πόνο και τη δυστυχία».
Αυτή η στάση του Αγγελόπουλου, απέναντι τόσο στον διάχυτο ανθρώπινο πόνο που διατρέχει το κείμενο όσο και στην υπέρβαση της ψυχικής και σωματικής αντοχής των φαντάρων, σ’ ολόκληρη τη διάρκεια αυτού του πολέμου, διαμορφώνει και τις ενότητες που διακρίνονται στη δομή του Ημερολογίου. Σχηματικά, αυτές οι ενότητες είναι οι μάχες, οι συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου, οι συνθήκες διαβίωσης, οι διεθνείς πολιτικές εξελίξεις και η αντοχή των φαντάρων, «αυτά τα παιδιά» όπως τα αποκαλεί ο Αγγελόπουλος, παρ’ ότι δεν διαφέρει σε ηλικία με τους περισσότερους.
Παράλληλα με αυτές τις ενότητες παρακολουθούμε την προσωπική πορεία του συγγραφέα, μέσα από αυτά που καταγράφει και μας αφήνει αν θέλουμε να κατανοήσουμε ή και να φανταστούμε. Αντίθετα με τις μάχες, που τον ενδιαφέρουν βασικά ως προς τις απώλειες και τον τρόπο που πρέπει να τις διαχειριστεί, είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγονται οι μάχες αυτές, που αποτελούν ένα από τα κύρια θέματα του ημερολογίου του. Καταγράφει την καρτερικότητα με την οποία υπομένουν τις ποικίλες στερήσεις και την πείνα: «Αυτή η πείνα, 15 μέρες τώρα, αρχίζει να μας παραλύει»;;; τις απώλειες: και από το κρύο «και όλο σκάφτουμε γούβες και θάβουμε πολλούς χωρίς τραύματα», ενώ διαπιστώνει με επιγραμματικό ενθουσιασμό ότι όλα αυτά δεν έχουν αντίκτυπο στην προέλαση. «Μωροί μάχονται νικηφόρα αλλά πεινούν», σημειώνει την παραμονή των Χριστουγέννων του 1940. 
«Η φρίκη ήταν ανάλογη με τα κατορθώματα», σημειώνει με αφορμή τους 150 τραυματίες από τη γενική επίθεση του 28ου Συντάγματος για την ανακατάληψη του υψώματος 1220, στις 30 Δεκεμβρίου 1940. Στις 22 Ιανουαρίου 1941 γράφει: «Σκέφτομαι... το μίσος κατά των Ιταλών και του φασισμού που κάνει να αντέχουν υπεράνθρωπα τα παιδιά της σακατεμένης Μεραρχίας μας! Τέτοια εκστρατεία μου φαίνεται πως δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία».
Παράλληλα, στο Λονδίνο, και παρά τον επίσημο θαυμασμό που εκφράζει, η Αγγλική Κυβέρνηση ανησυχεί μήπως η Ελλάδα προχωρήσει σε ξεχωριστή ειρήνη, υποκύπτοντας σε πιέσεις της Γερμανίας. Η πορεία των διεθνών εξελίξεων και μια σειρά από ενδεχόμενα όπως αυτά που ανησυχούν την Αγγλική Κυβέρνηση απασχολούν τον Αγγελόπουλο από την πρώτη εγγραφή, πριν ακόμα αρχίσει ο πόλεμος, μέχρι την τελευταία.  Παράλληλα, με τις καθημερινές δοκιμασίες που αποτυπώνει, παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός νέου κομμουνιστή επιστήμονα να κατανοήσει, με την ελλιπή πληροφόρηση που έχει, τις εξελίξεις που πρόκειται να καθορίσουν το μέλλον όσων από τη γενιά του επιζήσουν του πολέμου.
Αποτυπώνει την ελπίδα του τον Νοέμβριο του 1940: «θα γίνει να κοκκινίσει και η Γερμανία»;;; όταν μπροστά στην ελληνική αντεπίθεση «οι Ιταλοί όλο και φεύγουν προς τη θάλασσα», αλλά και την απογοήτευσή του όταν στα τέλη Μαρτίου 1941 η Σερβία περνά στο πλευρό του Άξονα.
Η έναρξη της γερμανικής επίθεσης τον βρίσκει να μετακινείται προς Φλώρινα, όπως υπολογίζει, σύμφωνα με την απρόθυμη απόφαση του Γενικού Επιτελείου να συγκροτήσουν μαζί με το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα τη γραμμή άμυνας στον Αλιάκμονα. Στη, γεμάτη ανησυχία, εγγραφή της 7ης Απριλίου 1941, τρυπώνει η φράση «Παρ’  όλα αυτά νιώθω πως με πλημμυρίζει ο έρωτας», που αφορά στη μέλλουσα γυναίκα του.
Και συμπληρώνει, επιστρέφοντας στις δυσκολίες της Γερμανίας και στην προοπτική να δράσει η Τουρκία: «Παρακολουθώ ψύχραιμα τα πάντα». Δεν γνωρίζει όμως ότι η Κυβέρνηση Κορυζή, χωρίς ουσιαστική εξουσία, έχει χάσει την ψυχραιμία της και ότι οι Άγγλοι έχουν αποφασίσει να συγκροτηθεί η νέα αμυντική γραμμή νοτιότερα.
Στον αναγνώστη επαφίεται να αποκρυπτογραφήσει το ημερολόγιο και τον χαρακτήρα του συγγραφέα, που στην περίπτωσή μας πιστεύω ότι εκπροσωπεί ένα σημαντικό μέρος της γενιάς του.
Ο τρόπος που αναφέρεται στο αριστείο ανδρείας δείχνει τρυφερότητα για προσφιλή του πρόσωπα και συγκρατημένη υπερηφάνεια: «Σήμερα είχα γράμμα από τη μανούλα μου, από τη Β(ίτω), κι από το θείο μου. Θα της γράψω πως επροτάθην και για το ‘αριστείον ανδρείας’, ότι τώρα πλέον χουζουρεύω, για να συνέλθει». Η εσκεμμένη όμως απουσία αναφοράς στους λόγους που του απονέμεται υπογραμμίζει τη συνειδητή μετριοφροσύνη του.
Είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν του απονέμεται το αριστείο ανδρείας επειδή χαρίζει τα μοναδικά μισοσκισμένα άρβυλα του σ’ έναν ξυπόλητο στρατιώτη μέσα στα χιόνια, ούτε επειδή στο άλογό του βάζει πάντα ασθενείς: «Τα πόδια μου βαστούν», σημειώνει. Οι πράξεις του όμως αυτές εξηγούν τη στάση του στη μάχη και κατά συνέπεια την παρασημοφόρηση του.
Από μια διαφορετική οπτική γωνία, η αφαίρεση του αριστείου ανδρείας μετά την Κατοχή, από μια κυβέρνηση που η νομιμοποίησή της αμφισβητείται σοβαρά, μπορεί να θεωρηθεί ένας αντίστροφος τίτλος τιμής για αυτά που εξακολουθεί να πιστεύει.
Η προσωπική του εμπειρία, με την οικονομία που οπωσδήποτε την καταγράφει, δεν διαφέρει από αυτά που υφίστανται οι εκατόν δέκα περίπου χιλιάδες στρατού του Αλβανικού Μετώπου. Το ημερολόγιο αυτό μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε και να αναλογιστούμε τι υφίσταται αλλά και πώς συμπεριφέρεται μια ιδιότυπη κοινωνία εν πολέμω, ξεκομμένη από το φυσικό της χώρο: ο ελληνικός στρατός στην Αλβανία. «Η αναισθησία των γιατρών για τα ταλαίπωρα φανταράκια που αγωνίζονται είναι αποκαρδιωτική», σημειώνει στις 28 Ιανουαρίου 1941. Σχολιάζοντας την επίθεση που έχει ξεκινήσει στις 30 Δεκεμβρίου, γράφει: «Δεν ξέρω τι θα έγραφε ο Όμηρος αν ζούσε».
Το ημερολόγιο λειτουργεί ως προσωρινό καταφύγιο από την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα την αποτυπώνει. Το γεγονός ότι δεν έκρινε απαραίτητο να γνωστοποιήσει την ύπαρξή του, υπογραμμίζει μια στάση ζωής. Ήρεμος ότι έπραξε το καθήκον του, όπως αυτός το όρισε, έκλεισε σε δύο τετράδια, συνταγολόγια επί το ακριβέστερον, αυτά που έκρινε σημαντικά, μια μικρή κιβωτό εμπειριών, σκέψεων και συναισθημάτων, και ξεκίνησε νέους λογαριασμούς με την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε, με φιλοπράγμονα διάθεση, ότι άφησε σε άλλους την ευθύνη να ανακαλύψουν αυτή την κιβωτό και να αποφασίσουν τι να την κάνουν. Εμείς το διαβάζουμε με την εκ των υστέρων γνώση ότι επέζησε. Ο Αγγελόπουλος όμως το γράφει με την ελπίδα ότι στο τέλος θα επιζήσει.

Ο Προκόπης Παπαστράτης διδάσκει Nεότερη ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια: