10/9/11

Ο μανιασμένος Απόλλωνας και ο κλέφτης Ερμής

Ιχνευτές σάτυροι: Το σατυρικό δράμα του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη

«Η ύπαρξη και η διατήρηση του σατυρικού (ή σιληνικού) δράματος στην κλασική εποχή οφείλεται στην απαίτηση του κοινού να μείνει ζωντανή η διονυσιακή διάσταση της δραματικής ποίησης, η οποία εξέλιπε σταδιακά από την τραγωδία με την εξέλιξη του είδους. Η παρουσία των τραγόμορφων σατύρων επί σκηνής αποτελούσε αναφορά στις βακχικές τελετές και φόρο τιμής στον Διόνυσο, στα πλαίσια των εορτών του οποίου πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο οι δραματικοί αγώνες». Ο πάπυρος που διασώζει μεγάλο μέρος του σατυρικού δράματος του Σοφοκλή Ιχνευταί ή Ιχνευταί Σάτυροι δημοσιεύθηκε το 1912 και έκτοτε μεταφράστηκε μόνον τρεις φορές (η τελευταία ήταν το 1942), μέχρι που εκδόθηκε, με Εισαγωγή και Σχόλια, η μετάφραση του εκλιπόντος ποιητή Κώστα Χωρεάνθη (Πατάκης, 2001), απ’ όπου και το προηγηθέν παράθεμα. Οι Ιχνευταί δεν στάθηκαν ούτε ως προς τις παραστάσεις τους τυχεροί, όπως, επί παραδείγματι, το άλλο σωζόμενο σατυρικό δράμα, ο Κύκλωπας του Ευριπίδη. Η φετινή παράσταση, λοιπόν, με την σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη, συνιστά μία πολύ ευχάριστη έκπληξη, από πολλές απόψεις.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ


-Πότε και πώς ήρθατε σε επαφή με τους Ιχνευτές ως κείμενο; Τι είλκυσε το ενδιαφέρον σας;
  Η πρόταση για την πραγματοποίηση της παράστασης  έγινε στο  πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου που οργάνωσε πέρσι το Κέντρο Αρχαίου Δράματος του Παντείου Πανεπιστημίου, σε συνεργασία με την École des Hautes Études στο Παρίσι, τη Βασιλική Ακαδημία Θεάτρου του Λονδίνου και το Πίκολο Τεάτρο του Μιλάνου, για τις θεατρικές παραδόσεις της Μεσογείου, με την πρωτοβουλία του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη, ο οποίος έχει κάνει τη μετάφραση και τη διασκευή. Το έργο αυτό δίνει μιαν  εντελώς  άγνωστη και γοητευτική πλευρά του Σοφοκλή, την οποία θα ήταν αδύνατο να καταλάβουμε χωρίς αυτό. Εδώ ο Σοφοκλής συλλαμβάνει και αναπαριστά το ρίγος και το δέος των ανθρώπων που άκουσαν για πρώτη φορά τον ήχο και τη μουσική από τη λύρα που εφηύρε ο νεαρός Ερμής. Το ρίγος αυτό δεν πηγάζει μόνον από το πρωτόγνωρο αυτό ακουστικό γεγονός αλλά κυρίως από τη βαθύτερη συναίσθηση του πνευματικού χαρακτήρα της ύπαρξής μας. Ο μανιασμένος Απόλλωνας, που είναι έτοιμος να κατασπαράξει τον κλέφτη Ερμή με τον νόμο της ισχύος, της ιδιοκτησίας και του ενστίκτου, αισθάνεται να αλλάζουν τα αισθήματά του με το άκουσμα της μουσικής, αποδεχόμενος την πνευματική ταυτότητα του Ερμή αλλά και τη δική του, την οποία είχε ξεχάσει.

-Μιλήστε μας για τους εξαιρετικούς, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασιν, ηθοποιούς σας. Πόση “εκπαίδευση” χρειάστηκε για να παρουσιάσουν αυτό το, τέλειο σχεδόν, αποτέλεσμα στην σκηνή;
     Οι ηθοποιοί υποστηρίζουν με πάθος και πίστη αυτή τη δουλειά γι΄ αυτό η παράσταση είναι τόσο ζωντανή.

-Κρίνοντας και μόνον από τους φωτισμούς και την μουσική, ακόμα και από τα λεπτομερώς δουλεμένα κοστούμια, θα χαρακτήριζα το ύφος της παράστασης ονειρώδες. Από την άλλη, στις ταινίες σας σχεδόν πάντα ενυπάρχει η έννοια του παραμυθιού ή της παραμυθίας. Πρόκειται για επιδίωξή σας ή άποψή σας, όσον αφορά στην Τέχνη;
      Και η Μαρία Πασσαλή στις μάσκες και τα κοστούμια και ο Βαγγέλης Γιαννάκης στη μουσική συνέβαλαν καθοριστικά στο αποτέλεσμα. Όσον αφορά στην δικιά μου δουλειά, προσπαθώ να τηρώ τους δραματουργικούς και αισθητικούς κανόνες που θέτει η Τέχνη, έχοντας την επίγνωση ότι ένα έργο που δημοσιοποιείται, αργά ή γρήγορα θα κριθεί και θα κρίνεται στο μέλλον. Η πειθαρχία σε αυτούς τους κανόνες οδηγεί και σε μία βαθιά επικοινωνία με το κοινό, κάτι που συνιστά ένα από τα μεγάλα δώρα της Τέχνης στον άνθρωπο.

-Το “στήσιμο” των Ιχνευτών μού θύμισε λίγο την παράσταση του Καραγκιόζη Ο Μεγαλέξανδρος και ο Καταραμένος Δράκος. Δουλέψατε με παρόμοιο τρόπο;
    Κάθε έργο έχει την δική του φωνή και τη δική του κίνηση. Όμως η Τέχνη από τη φύση της ως αναπαράσταση εμπεριέχει την αφαίρεση και το στυλιζάρισμα.
Ο τρόπος που χρησιμοποιεί κανείς αυτά τα εκφραστικά μέσα δίνει το ύφος και την ταυτότητα της σκηνοθεσίας. Αυτό συμβαίνει και στον κινηματογράφο, αλλά δεν φαίνεται τόσο καθαρά, γιατί παρασύρεται κανείς από την «φυσικότητα της εικόνας», που αποκρύπτει τη δομή.

-Πόσο εύκολο και πόσο δύσκολο είναι να προετοιμάζεσαι σκληρά για μία ή δύο ή έστω λίγες παραστάσεις ενός έργου;
     Είναι πάντα μια δύσκολη αλλά με εξαιρετικά αφυπνιστικό ενδιαφέρον δουλειά, ιδιαίτερα όταν ξαναζωντανεύεις και δίνεις υπόσταση σε ένα κείμενο που θα παρέμενε βουβό και αναξιοποίητο. Κάθε δυσκολία σε αυτή τη διαδικασία, όπως και αυτή του χρόνου, γίνεται αιτία για υπερβάσεις κάθε είδους.

-Στην παράσταση την οποία παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Παπάγου, κάποια στιγμή και επί αρκετή ώρα έσβησαν τα φώτα της σκηνής. Οι ηθοποιοί σας, όμως, συνέχισαν σαν να μην συνέβη τίποτε, ενώ το κοινό, το οποίο, βέβαια, στην αρχή δεν ήξερε αν αυτό ήταν ενταγμένο στην όλη σκηνοθεσία, δεν έβγαλε άχνα και συνέχισε να παρακολουθεί στο σκοτάδι ώσπου να αποκατασταθεί η βλάβη. Ήμαστε σαν μαγεμένοι. Το προσέξατε; Πού το αποδίδετε; Οι ηθοποιοί δεν ξαφνιάστηκαν, είτε από την διακοπή είτε από την στάση τού κοινού;
     Προσπαθούμε να είμαστε σοβαροί και αφοσιωμένοι στη δουλειά μας, γιατί μόνον έτσι μπορούμε να αξιώνουμε τον σεβασμό από τους άλλους. Κάθε παράσταση είναι μια τελετουργία, όχι τόσο με την κλασική σημασία αλλά με την σημασία μίας αδιάσπαστης ένωσης των σωμάτων με τον λόγο και τον ρυθμό της παράστασης μέσα στον παρόντα χρόνο. Αυτή η συγκέντρωση έχει αφ΄ εαυτής μία ιερότητα, γιατί δημιουργεί ένα κοινό και έντονο αίσθημα επικοινωνίας με τους θεατές, που θα ήταν απογοητευτικό να το ανακόψει ένα οποιοδήποτε λάθος που θα μπορούσε να συμβεί.

-Πολλές οι παραστάσεις σε δική σας σκηνοθεσία (και όχι μόνον) που περιόδευσαν και περιοδεύουν φέτος το καλοκαίρι και το φθινόπωρο: Ιχνευτές, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, Μαράν Αθά. Υπάρχει και κάποια ακόμη; Σε τι ρυθμούς δουλεύετε και σε τι ρυθμούς σάς αρέσει να δουλεύετε;
     Αυτές τις μέρες δουλεύω με την ίδια ομάδα ηθοποιών τους Πέρσες του Αισχύλου, τους οποίους παρουσιάζουμε στις 5 και 18 Σεπτεμβρίου στο Αττικό Άλσος, μετά από πρόσκληση του Γιάννη Μαργαρίτη να συμμετάσχω με μια νέα παράσταση  στο πρώτο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος που οργανώνει ο Δήμος Αθηναίων· πολύ εύστοχα, αφού η Αθήνα είναι η πόλη  όπου εφευρέθηκε η Τέχνη του Θεάτρου. Όσο για τον ρυθμό της δουλειάς, αυτόν τον δίνει το έργο με το οποίο εμπλέκεσαι· η έμπνευση είναι ο διευθυντής της ορχήστρας. Οι παράλληλες παραστάσεις, από την άλλη, αποτελούν σήμερα μια ανάγκη· δεν είναι θέμα αρέσκειας ή απαρέσκειας. Λόγω και των συνθηκών, εξάλλου, δεν πρέπει να μένουμε αδρανείς, αλλά ο καθένας να κινητοποιείται στον χώρο όπου είναι ταγμένος.


Sophie Fardella- Fusain


Δεν υπάρχουν σχόλια: